28.8 C
Athens
Τετάρτη, 18 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΜικρά ΚαθημερινάDetroit: Μια πόλη σε παρακμή 

Detroit: Μια πόλη σε παρακμή 


Του Τάσου Μοσχονά, 

Ακριβώς δίπλα στον Καναδά, στον Αμερικανικό βορρά και στις όχθες του ομώνυμου ποταμού, το Detroit αποτελεί μια πόλη που έχει άρρηκτα συνδεθεί με την ανάπτυξη και εδραίωση της Αμερικανικής βιομηχανίας. Η άνθηση της πόλης είναι αλληλένδετη, θα έλεγε κανείς, και με την ανάδειξη ολόκληρης της χώρας ως παγκόσμιας υπερδύναμης, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, σήμερα η μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας του Michigan, και ένας πυλώνας των μεσοδυτικών πολιτειών, βρίσκεται σε απόλυτη παρακμή.  

Γειτονιές ερημώνουν, μεγαλειώδη δημόσια κτίρια ρημάζουν. Ολόκληρη η πόλη μαστίζεται από υψηλή εγκληματικότητα και ανέχεια, ενώ τα δημοσιονομικά της βρίσκονται σε άθλια κατάσταση. Σα να μην έφτανε αυτό, ολοένα και περισσότεροι κάτοικοί της την εγκαταλείπουν. Στην απογραφή του 1950, το κέντρο της πόλης αριθμούσε 1,8 εκ. κατοίκους, καθιστώντας τη μια από τις μεγαλύτερες πόλεις στη χώρα. Fast forward στο σήμερα, και το Detroit να έχει χάσει πάνω από τους μισούς του κατοίκους. Με 650.000 κατοίκους στο κέντρο του και 4.392.000 στη μητροπολιτική του περιοχή, εξακολουθεί και παραμένει η 25η μεγαλύτερη πόλη στη χώρα, με τη μεγαλύτερη, βέβαια, πληθυσμιακή συρρίκνωση. Ποια είναι, όμως, η ιστορία της πόλης και πώς φτάσαμε μέχρι εδώ;

Άποψη του κέντρου του Detroit στα «χρυσά» χρόνια της δεκαετίας του ’50. Πηγή Εικόνας: Pinterest

Τo Detroit πήρε την ονομασία του από Γάλλους αποικιστές, που το 1701 εγκαταστάθηκαν στο σημείο και το ονόμασαν “Fort Pontchartrain de Detroit”, προς τιμήν του Κόμη Pontchartrain, Υπουργού Ναυτιλίας του «βασιλιά ήλιου», Λουδοβίκου του 14ου. Η πόλη αναπτύχθηκε πληθυσμιακά με αργούς ρυθμούς και παρέμεινε υπό γαλλική κατοχή μέχρι το 1763, οπότε και πέρασε υπό βρετανική κατοχή, μετά τον 7ετή πόλεμο Βρετανίας και Γαλλίας (1756-1763). Παράλληλος ήταν και ο διωγμός ιθαγενών, που την ίδια περίοδο προσπάθησαν να ανακαταλάβουν την περιοχή. Η Βρετανία, βέβαια, δεν παρέμεινε για αρκετό καιρό στα ηνία, καθώς λίγα χρόνια αργότερα ξέσπασε η Αμερικανική Επανάσταση. Με τη Συνθήκη του Jay, το 1796, η πόλη περνά σε Αμερικανική κατοχή, η οποία όμως εδραιώνεται το 1815, με την ένταξή της στο λεγόμενο Michigan Territory. Το 1837, το Detroit εντάσσεται μαζί με την πολιτεία του Michigan στην Ομοσπονδία και γίνεται η πρώτη πρωτεύουσά της για 10 χρόνια, μέχρι την αντικατάστασή της από την πόλη του Lansing. 

Από τα πρώτα χρόνια της ένταξής της στις Η.Π.Α., το Detroit συνάντησε μεγάλη οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη. Στα μέσα του 19ου αιώνα, θεωρούνταν το επίκεντρο της Αμερικανικής αλευροβιομηχανίας, ενώ ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Ο αμιγώς αγροτικός πληθυσμός, βέβαια, και ο αντίστοιχος τρόπος ζωής έμελλε να αλλάξει δραματικά μετά το πέρας του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου (1861-1865). Η οικονομία της πόλης και της ευρύτερης περιοχής μετασχηματίζονται, και ανοίγει ο δρόμος για τη βιομηχανική παραγωγή και διαχρονική «ραχοκοκαλιά» της: την αυτοκινητοβιομηχανία. 

Το 1902, ιδρύεται η Cadillac, για να ακολουθηθεί από τη Ford το 1903, από το μεγάλο μεγιστάνα και αυτοκινητοβιομήχανο Henry Ford. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1908, ιδρύεται και ο «κολοσσός» που ακούει στο όνομα General Motors. Ήταν φανερό πως μια νέα εποχή γεννιέται για την πόλη, με τον Ford, μάλιστα, να ιδρύει και το πρώτο “Assembly Line” το 1914, την πρώτη, δηλαδή, γραμμή μαζικής παραγωγής αυτοκινήτων. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, τεράστια κεφάλαια συσσωρεύονται στην πόλη, και μαζί με αυτά, πληθυσμός και εργατικό δυναμικό. Στις επόμενες δεκαετίες, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, αρχικά προερχόμενοι από την Ευρώπη και έπειτα από τον Αμερικανικό Νότο, κατευθύνονται προς την πόλη, αναζητώντας εργασία και μια δεύτερη ευκαιρία. Το κύμα Αφροαμερικανών, μάλιστα, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη από το Νότο δημιούργησε έναν ποικιλόμορφο πληθυσμό, δίνοντας στην πόλη ένα προφίλ ιδιαίτερο και ασυνήθιστο για τον Αμερικανικό βορρά.

Eγκαταλελειμμένη προαστιακή γειτονιά του Detroit. Πηγή Εικόνας: The Mirror

Η συμβίωση, βέβαια, των νέων κατοίκων με τον προϋπάρχοντα πληθυσμό δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αρμονική. Ο Αφροαμερικανικός πληθυσμός της πόλης, παρά το γεγονός ότι συνεισέφερε σημαντικά στην ανάπτυξή της, αλλά και στην πολιτιστική της ταυτότητα (με τη θρυλική δισκογραφική εταιρία Motown να ιδρύεται στην πόλη) αντιμετωπιζόταν πάντα με απαξίωση και συστηματικές διακρίσεις. Για χρόνια ζούσε ξεχωριστά από τους λευκούς υπό ένα καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού, αλλά και καθημερινών δυσχερειών σε όλους τους τομείς, από την απόκτηση μιας οικίας ως και την ελεύθερη μετακίνηση, με υψωμένους τοίχους να διαχωρίζουν τις γειτονιές και να υπενθυμίζουν για δεκαετίες πως η πόλη δε μπορεί να είναι ανοιχτή και προσβάσιμη για όλους σε όλα της τα τμήματα. Το αποτέλεσμα των δεκαετιών διαχωρισμού εξελίχθηκε σε φυλετικό μίσος, με την άφιξη επιπλέον 400.000 Αφροαμερικανών και Λευκών εργατών από το Νότο στις αρχές του 1940. Τρία χρόνια αργότερα, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για μια θέση εργασίας και οι ολοένα και περισσότερες ρατσιστικές επιθέσεις οδήγησαν σε διήμερη σύρραξη, με τις ταραχές να αφήνουν δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Παρά το οικονομικό και πληθυσμιακό «μπουμ» της πόλης, σε αυτό το σημείο θα μπορούσε εν μέρει να αποδοθεί και η αρχή της παρακμής της. 

Ως επακόλουθο των αναταραχών του ‘43, χιλιάδες λευκοί εγκαταλείπουν το κέντρο της πόλης για τα «θελκτικά» προάστια, αφήνοντας κενές 150.000 θέσεις εργασίας στο κέντρο. Πια τη «μερίδα του λέοντος» στις κεντρικές γειτονιές είχε ο Αφροαμερικανικός πληθυσμός, ο οποίος, όμως, αν και υπερτερούσε, δε μπορούσε, εξαιτίας των συστηματικών διακρίσεων, να συνεισφέρει στην οικονομία και ανάπτυξη της πόλης αποτελεσματικά, όταν δεν ικανοποιούνταν ούτε τα θεμελιώδη του δικαιώματα.  

Παρόμοιες μετακινήσεις έλαβαν χώρα και σε εταιρικό επίπεδο. Ευθύς εξαρχής από το τέλος της δεκαετίας του ‘50, οι αυτοκινητιστικοί κολοσσοί, που με τα εργοστάσιά τους παρείχαν χιλιάδες θέσεις εργασίας στους κατοίκους της πόλης, αποφασίζουν να απομακρύνουν τις δραστηριότητές τους από το κέντρο της πόλης και να κλείσουν/μειώσουν την παραγωγή την εργοστασίων. Αρχικά, η μετακίνηση έγινε από το κέντρο στα προάστια, ακολουθώντας το «χρήμα» του λευκού πληθυσμού που μετακινήθηκε, για να ακολουθηθεί, μετά από κάποια χρόνια, από τη μετεγκατάσταση των αυτοκινητοβιομηχανιών σε εργοστάσια αναπτυσσόμενων χωρών. Βλέποντας πως οι ευκαιρίες μειώνονται, ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι του Detroit το εγκαταλείπουν.

To πριν και μετά του Packard Automotive Plant, ενός εκ των μεγαλύτερων εργοστασίων παραγωγής αυτοκινήτων στα μέσα του 20ου αιώνα. Πηγή Εικόνας: Hotcars.com

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η σταδιακή πληθυσμιακή μείωση δε σήμαινε και μείωση των αναταραχών. Το 1967, οι διαμαρτυρίες Αφροαμερικανών κατοίκων για τις συστηματικές διακρίσεις και τη βία της τοπικής αστυνομίας οδήγησαν σε μια από τις πιο πολύνεκρες αναταραχές στην ιστορία της χώρας. Οι εντάσεις διογκώνονταν με τα χρόνια, και σε συνδυασμό με τα αυξανόμενα ποσοστά φτώχειας οδήγησαν σε δραματική αύξηση της εγκληματικότητας. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα το Detroit διατηρεί ένα από τα πιο υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας και φτώχειας στη χώρα, ενώ μεγάλο μέρος του αστικού του ιστού βρίσκεται υπό παρακμή και κατάρρευση. 

Οι διαδοχικές τοπικές αρχές της πόλης, από τη δική τους πλευρά, δεν έκαναν σχεδόν τίποτα για να αμβλύνουν τις αναταραχές και να επιλύσουν τα χρόνια προβλήματα της πόλης. Υποσχόμενες διαχρονικά την «αναγέννηση» ενός ένδοξου παρελθόντος, με εξαγγελίες ανασύστασης του καθεστώτος μεγάλης παραγωγής των δεκαετιών ‘20 έως ‘50, δεν προέβησαν σε καμία ουσιαστική αλλαγή, σπαταλώντας μεγάλο ποσοστό του προϋπολογισμού σε ανούσια projects. Οι λιγοστές, δε, ιδιωτικές πρωτοβουλίες «αναγέννησης», όπως η δημιουργία του ουρανοξύστη GM Renaissance Center το 1977, δεν κατάφεραν να επαναφέρουν τη χαμένη αίγλη. Η “Motor City” ή λεγόμενη και ως «Παρίσι της Δύσης» πλέον χάνει σε συστηματική και ετήσια βάση πληθυσμό, εργατικά χέρια, αλλά και τον έλεγχο των οικονομικών της. Το 2013, το Detroit κατέστη η μεγαλύτερη πόλη στις Η.Π.Α. που προέβη σε αίτηση για πτώχευση για χρέη ύψους 18 δισ. δολαρίων, γεγονός που αποτελεί τον πάτο στο βαρέλι, που για χρόνια άδειαζε με γοργούς ρυθμούς.

Πηγή Εικόνας: Business Insider

Τι μέλλει γενέσθαι, όμως, μετά από αυτή την ιστορία; Ποιο είναι το μέλλον μιας πόλης, μετά τη σχεδόν ολοκληρωτική της παρακμή και συρρίκνωση; Τα τελευταία χρόνια, νέα projects και μεμονωμένες προσπάθειες «αναγέννησης», με τη δημιουργία καζίνο και αθλητικών κέντρων και την αναπαλαίωση παλιών ρημαγμένων κτιρίων, επιχειρούν να αφαιρέσουν τον τίτλο της «πιο μίζερης πόλης των Η.Π.Α.» από το Detroit και να τo καταστήσουν θελκτικό τουριστικό προορισμό. Είναι αρκετό, όμως; Όπως φαίνεται, προς το παρόν όχι. Από το 2000 έως το 2010, το Detroit έχασε το 15% του πληθυσμού του, και ακόμα και αν ο αριθμός έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία, η φυγή του κόσμου από την πόλη δεν αποτελεί ελπιδοφόρο στατιστικό. Παρ’ όλα αυτά, ας μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται και για «πόλη-φάντασμα». Ο πολιτισμικός πλούτος της, ορμώμενος από τη φυλετική της ποικιλομορφία, αλλά και η επιθυμία αρκετών κατοίκων να παλέψουν για τη σωτηρία της πόλης, για τη μείωση των υψηλών ποσοστών ρύπανσης και για τον έλεγχο της συνεχιζόμενης (ακόμα) σχετικά ανέλεγκτης δράσης της αυτοκινητιστικής βιομηχανίας δίνουν ελπίδα για μια πόλη που ίσως την έχει χάσει, και ίσως τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, αν θέλει να παραμείνει ζωντανή και όχι ένα κουφάρι του παρελθόντος της.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ 
  • Detroit, Encyclopedia Britannica, διαθέσιμο εδώ
  • Βuilt to keep Black from White, NBC News, διαθέσιμο εδώ
  • Anatomy of Detroit’s Decline, New York Times, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Τάσος Μοσχονάς
Γεννήθηκε το 1997 και έχει μεγαλώσει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πλέον εργάζεται ως ασκούμενος δικηγόρος. Μιλάει Αγγλικά και Γαλλικά, με την ελπίδα, κάποτε, να αρχίσει και Ισπανικά. Παθιάζεται ιδιαίτερα με τον κινηματογράφο, τη γεωγραφία, τη γεωπολιτική και με ό,τι αφορά την pop κουλτούρα. Στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με τη συγγραφή, το πιάνο, τις τέχνες κάθε είδους και την ανάγνωση βιβλίων.