21.5 C
Athens
Τετάρτη, 25 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ προβληματική της θέσπισης αμάχητων τεκμηρίων στην φορολογική διαδικασία

Η προβληματική της θέσπισης αμάχητων τεκμηρίων στην φορολογική διαδικασία


Της Δήμητρας Χασάπη,

Η φορολογική διαδικασία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κρατικές διαδικασίες, αφού στηρίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την οικονομία του κράτους, ενώ ταυτόχρονα ταξινομεί και διαγιγνώσκει την οικονομική δυνατότητα των πολιτών και τους εντάσσει ενεργά στο συμμετοχικό κράτος. Πολύ συχνά, όμως, παρατηρήθηκε το φαινόμενο της φοροδιαφυγής στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να αναδειχθεί πιο κρίσιμη από ποτέ η ανάγκη καθιέρωσης ενός δραστικού τρόπου ικανού να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που έχει το κράτος στον εντοπισμό και στην απόδειξη των πραγματικών ετήσιων εισοδημάτων των φορολογουμένων.

Για να μπορέσει το κράτος, λοιπόν, να θέσει επί ορίων το κρίσιμο αυτό ζήτημα και να προχωρήσει με την μεγαλύτερη ασφάλεια στην αξιολόγηση κρίσιμων γεγονότων, καθιέρωσε τα λεγόμενα νόμιμα τεκμήρια. Κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ,και συγκεκριμένα το άρθρο 338 ΙΙ νόμιμο τεκμήριο καθιερώνεται, όταν ένας πιθανολογικός συλλογισμός, σύμφωνα με τον οποίο επί συνδρομής ορισμένου πράγματος είναι πιθανή η ύπαρξη ενός άλλου, αυτό παύει να συνιστά απλή κρίση και ενδύεται τον μανδύα του κανόνα δικαίου. Εάν τώρα η πιθανολόγηση αυτή δεν θεωρείται απλώς δυνατή αλλά σχεδόν βέβαιη, τότε μιλάμε για το λεγόμενο αμάχητο τεκμήριο.

Αυτό ακριβώς, επιδίωξε να κάνει, λοιπόν, ο νομοθέτης και στην περίπτωση της φορολογίας των εισοδημάτων. Προσπάθησε καθιερώνοντας τον θεσμό των αμάχητων τεκμηρίων να αντλήσει μέσω ευκολοαπόδεικτων γεγονότων την αλήθεια ή μη κάποιων άλλων δυσαπόδεικτων. Από το εύκολο αποδεικτικά γεγονός της ιδιοκτησίας πάνω σε φανερά περιουσιακά στοιχεία, όπως ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο ή άλλα αντικείμενα πολυτελείας, ο νόμος συνάγει δεσμευτικά συμπεράσματα για τον κατά τα άλλα δύσκολο προσδιορισμό των αληθινών ετήσιων εισοδημάτων των φορολογουμένων.

Πηγή Εικόνας: zougla.gr

Ωστόσο, γεννάται το ερώτημα αν είναι νόμιμη συνταγματικά η πρόβλεψη των λεγόμενων «αμάχητων τεκμηρίων», δηλαδή η συναγωγή ορισμένων έννομων συνεπειών από ορισμένα υποθετικά πραγματικά στοιχεία, που δεν χρειάζονται ούτε μπορούν να αποδειχθούν καθεαυτά, αλλά προκύπτουν σύμφωνα με τον νόμο αναμφισβήτητα από την ύπαρξη άλλων αποδεικνυόμενων πραγματικών στοιχείων, όπως την κυριότητα ενός αυτοκινήτου συγκεκριμένης ιπποδύναμης.

Πράγματι, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων τους». Με τον όρο «δυνάμεις» ο συνταγματικός νομοθέτης εννοεί τις περιουσιακές δυνάμεις, και όχι τις πνευματικές ή τις μυϊκές ή οποιεσδήποτε άλλες δυνάμεις του φορολογουμένου. Συνάγεται, λοιπόν, καθαρά ότι το Σύνταγμα περιορίζει το νομοθέτη να φορολογήσει μόνο την υπαρκτή τεκμαρτή περιουσία και πάντως όχι την υποθετικά συναγόμενη από τεκμαρτά περιουσιακά στοιχεία. Αν, λοιπόν, ο νόμος έχει ως αντικείμενο της φορολογίας τεκμαρτή περιουσία, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ο νόμος αυτός είναι αντισυνταγματικός, αφού το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος περιορίζει το νομοθέτη να φορολογεί μόνο την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και μόνο ανάλογα με την πραγματική τους περιουσιακή κατάσταση, και κατά συνέπεια όχι την υποθετική. Αν δεχτούμε την αντίθετη άποψη, που είναι σύμφωνη προς τα αμάχητα τεκμήρια, θα έπρεπε να συμβιβαστούμε με την πιθανότητα μίας λανθασμένης περιουσιακής εκτίμησης και κατά συνέπεια μίας φορολογικής επιβολής επί μη πραγματικών περιουσιακών στοιχείων. Κάτι τέτοιο, όμως, θα συνεπάγεται και ότι κατά το Σύνταγμα, μπορεί να φορολογηθεί οτιδήποτε, ακόμη και αντικείμενα που δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα.

 Το πρόβλημα στην πραγματικότητα δεν είναι στην γενικότερη ύπαρξη τεκμηρίων  αυτή καθεαυτή, αφού είναι πολύ λογικό και συχνό στα πλαίσια της συναλλαγματικής πείρας να συμβαίνει αυτό που ονομάζουμε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, δηλαδή πράγματι στοιχεία συναγόμενα από την καθημερινή τριβή, για παράδειγμα σπίτι ή αυτοκίνητο ή άλλα περιουσιακά στοιχεία να αποτελούν δείγμα οικονομικής κατάστασης και κατά συνέπεια δείγμα  φορολογικής ικανότητας, αλλά το πρόβλημα εντοπίζεται στην κατά τον νόμο ανικανότητα και ουσιαστικά απαγόρευση αποδείξεως της αστάθειάς του ισχυρισμού αυτού, ότι δηλαδή πάντα τέτοια περιουσιακά στοιχεία είναι δείγμα μεγάλης οικονομικής ικανότητας.

 Το ίδιο το Σύνταγμα στο πλαίσιο της φορολογικής δικονομίας υποστηρίζει στο άρθρο 20 § 1 ότι «έκαστος δικαιούται εις παροχήν εννόμου προστασίας υπό των δικαστηρίων και δύναται να ανάπτυξη ενώπιον τούτων τας απόψεις του περί των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του, ως νόμος ορίζει». Όπου, λοιπόν,  η απόδειξη είναι γενικά δυνατή, η απαγόρευση της δικαστικής προσβολής του τεκμηρίου ματαιώνει εκ των προτέρων την δικαστική προστασία και είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Η διάταξη αυτή έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο γιατί καθιερώνει ένα απαράγραπτο ατομικό δικαίωμα, αλλά και γιατί συνιστά το θεμέλιο του κράτους δικαίου.

Πηγή Εικόνας: pixabay.com

Είναι, τελικώς, αποδεκτό πως σε κάθε περίπτωση τεκμηρίου ο θιγόμενος θα πρέπει να διατηρεί το δικαίωμα να αποδείξει το πολύ απλό και λογικό, ότι συχνά «τα φαινόμενα απατούν». Τηρουμένων αυτών των αναλογιών, γίνεται φανερό ότι η καθιέρωση νόμιμων τεκμηρίων για την έμμεση απόδειξη δυσαπόδεικτων γεγονότων, έχει λογική. Αντίστοιχα, και τα φορολογικά τεκμήρια, αν άφηναν τη δυνατότητα της ανταπόδειξης, θα αποτελούσαν το πλέον αποτελεσματικό μέσο στην προσπάθεια του κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή. Αντιθέτως, όμως, τα αμάχητα τεκμήρια είναι πλήρως αντίθετα τόσο στο Σύνταγμα όσο και στη λογική, αφού αναγκάζουν το δικαστή να δεχτεί σαν αληθινό κάτι που η ελεύθερη συνείδηση του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, βρίσκει πως είναι ψέμα. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, το παράδειγμα της φοιτήτριας που θα θεωρηθεί ότι  έχει μεγάλα ετήσια εισοδήματα, επειδή έχει ένα αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού, που της είχε αγοράσει ο πατέρας της στο όνομα της και της το χάρισε. Ποια είναι η θέση του δικαστή σε αυτή την περίπτωση και τι πρέπει να αποφασίσει μπροστά σε μία τέτοια ανορθόδοξη με τα ανθρώπινα δικαιώματα νομοθετική τακτική;


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • “Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά”, διαθέσιμο εδώ
  • “Σ. Καραμέρος, Το νόμιμο τεκμήριο ως νομοτεχνικό μέσο της ελληνικής και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, 2020”, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Χασάπη
Είναι Γεννημένη το 1999 στην Αθήνα και φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Εργάζεται στο Εθνικό Θέατρο ως ταξιθέτρια, ενώ στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό, που αγαπάει ιδιαίτερα.