21.5 C
Athens
Τετάρτη, 25 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ προστασία του ασθενούς μέρους στον Κανονισμό 593/2008

Η προστασία του ασθενούς μέρους στον Κανονισμό 593/2008


Της Στεργιανής Τσιαντά,

Ο Κανονισμός 593/2008 (ή αλλιώς «Ρώμη Ι») αποτελεί το πλέον σημαντικό νομοθέτημα ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο των συμβατικών ενοχών του αστικού και του εμπορικού δικαίου (άρθρο 1 παρ.1 εδ. α’), ο οποίος διαδέχεται ως συνέπεια της Συνθήκης του Άμστερνταμ για την ανάπτυξη του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, την εξίσου σημαντική Σύμβαση της Ρώμης (Ν. 1792/1988) και υποκαθιστά την ΑΚ 25 πλην των ελάχιστων περιπτώσεων που δεν εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του. Εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρονικά σε όλες τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μετά την 17η Δεκεμβρίου 2009 (άρθρο 29 εδ. β’). Ακόμη, θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες σύγκρουσης νόμων, οι οποίοι υποκαθιστούν εξ ολοκλήρου τους εθνικούς νόμους και συγκεκριμένα την ΑΚ 25. Ο Κανονισμός Ρώμη Ι, όπως και η Σύμβαση της Ρώμης, έχει οικουμενικό χαρακτήρα, εφαρμόζεται δηλαδή ακόμη και σε τρίτα κράτη-μη μέλη της Ε.Ε. (άρθρο 2). Αυτό σημαίνει, ότι για οποιονδήποτε νόμο που ορίζεται ως εφαρμοστέος από τους κανόνες σύγκρουσης νόμων ή με την επιλογή των μερών «εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν είναι το δίκαιο ενός κράτους μέλους». Μπορεί να κληθούν δικαστήρια της Ε.Ε. να εφαρμόσουν το δίκαιο εκτός Ε.Ε.

Εντός των ειδικών διατάξεων του Κανονισμού, γίνεται αντιληπτή η προσπάθεια του νομοθέτη να προστατεύσει τα ασθενέστερα μέρη αυτών των διεθνών ενοχικών συμβάσεων. Οι ειδικές διατάξεις αυτές αποτελούν νέες ρυθμίσεις των συμβατικών ενοχών στο πεδίο του ευρωπαϊκού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που τροποποίησαν, βελτίωσαν ή και συμπλήρωσαν τις σχετικές λύσεις της Συμβάσεως της Ρώμης. Κρίνονται επί το πλείστον ικανοποιητικές, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν επί μέρους προβλήματα.

Πηγή Εικόνας: pinterest.com

Αρχικά, στο άρθρο 8 του Κανονισμού, ορίζεται η αρχή της ελεύθερης επιλογής εφαρμοστέου δικαίου από τα μέρη σε μία ατομική εργατική σύμβαση, παραπέμποντας καθ’ αυτόν τον τρόπο στη γενική διάταξη του άρθρου 3 του Κανονισμού. Δίνει τη δυνατότητα στους συμβαλλόμενους να επιλέξουν το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη σύμβασή τους. Ταυτόσημη είναι όμως και η διάταξη του ΑΚ 25 που ρύθμιζε παλαιότερα τις εργατικές συμβάσεις και ήταν από τις πρώτες διατάξεις στον κόσμο που καθιέρωναν την lex voluntantis. Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα στον εργαζόμενο τη στέρηση προστασίας που εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία κατά το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

Ο στόχος του νομοθέτη όσον αφορά την προστασία του ασθενούς μέρους στην ατομική εργατική σύμβαση, δηλαδή των εργαζομένων, γίνεται αντιληπτή μέσα από τον περιορισμό της ιδιωτικής αυτονομίας των συμβαλλομένων στο προσυμβατικό στάδιο, και το γεγονός ότι αναγνωρίζει μεγάλη διακριτική ευχέρεια στον δικαστή. Σε περίπτωση έλλειψης επιλογής από τα συμβαλλόμενα μέρη, γίνεται εφαρμογή της ειδικής διάταξης του άρθρου 8 και δη των παραγράφων 2, 3 και 4, οι οποίες διατηρούν έναν ειδικό ρόλο περιοριστικό της αυτονομίας της βούλησης. Ακόμα και αν γίνει επιλογή κατά την παρ. 1, ο δικαστής υποχρεούται να επεξεργαστεί και το δίκαιο των παραγράφων 2, 3 και 4.

Πηγή Εικόνας: wallpaperaccess.com

Ακόμη ένα είδος σύμβασης που οριοθετείται στον Κανονισμό 593/2008 είναι η καταναλωτική σύμβαση του άρθρου 6, κατά το πρότυπο του άρθρου 5 της Συμβάσεως της Ρώμης. Ως καταναλωτική σύμβαση ορίζεται η σύμβαση εκείνη η οποία καταρτίζεται από τον καταναλωτή (αναγκαία μόνο φυσικό πρόσωπο 6 παρ. 1), που ενεργεί εκτός πλαισίου επαγγελματικής δραστηριότητας, με πρόσωπο που αντίθετα ενεργεί στα πλαίσια επαγγελματικής δραστηριότητας. Στόχος, εδώ, του νομοθέτη είναι η προστασία του καταναλωτή, ως το ασθενές μέρος της σύμβασης.

Όπως και στη προγενέστερη Σύμβαση της Ρώμης, έτσι και στον Κανονισμό γίνεται διατήρηση της εφαρμογής του δικαίου της συνήθους διαμονής (άρθρο 6 παρ.1) του καταναλωτή ως secundo loco εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και της υπό όρους δυνατότητας επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου (6 παρ. 2), δηλαδή εφόσον δεν θίγονται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της χώρας συνήθους διαμονής του καταναλωτή. Παρά τις ομοιότητες με τη Σύμβαση της Ρώμης, ο Κανονισμός Ρώμη Ι διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της τόσο στο πεδίο των συμβάσεων όσο και στη διερεύνηση της έννοιας του καταναλωτή (η Σύμβαση της Ρώμης αφορούσε μόνο τον παθητικό καταναλωτή), ακόμη και σε περιπτώσεις στις οποίες ο επαγγελματίας απευθύνεται στον καταναλωτή μέσω internet. Περιορίστηκε, πάντως, η κρατική διακριτική ευχέρεια ως προς το εύρος προστασίας από το ενωσιακό δίκαιο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Χ. Παμπούκης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2020.
  • Χ. Τσούκα, Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕΡΟΥΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΎ 593/2008 ΓΙΑ ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΧΕΣ (ΡΏΜΗ Ι).

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στεργιανή Τσιάντα
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1999 και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι τεταρτοετής φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλά την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τη γυμναστική και την ανάγνωση λογοτεχνίας και ποίησης. Αγαπημένο της απόφθεγμα είναι του συγγραφέα Ντοστογιέφσκι «Να είσαι ο ήλιος και όλοι θα σε βλέπουν».