27.2 C
Athens
Πέμπτη, 30 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΠαραποίηση εμπορικών σημάτων – Επίδραση στο εμπόριο και στις επιχειρήσεις

Παραποίηση εμπορικών σημάτων – Επίδραση στο εμπόριο και στις επιχειρήσεις


Του Δημήτρη Πατσιαβά,

Η κατοχύρωση ενός εμπορικού σήματος παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του και επίθεσής του στα προϊόντα που αυτός θέλει να διακρίνει. Με αυτόν τον τρόπο, οι καταναλωτές αναγνωρίζουν και διακρίνουν τα προϊόντα κάθε επιχείρησης. Ωστόσο, το φαινόμενο των παραποιημένων/απομιμητικών προϊόντων που κυκλοφορούν στην αγορά, αποτελεί προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, καθώς πολλοί συχνά προσπαθούν να επωφεληθούν με αθέμιτο τρόπο από τη φήμη και την αναγνώριση ορισμένων εμπορικών επωνυμιών και σημάτων, κατασκευάζοντας νέα προϊόντα, επιθέτοντας σε αυτά τα εμπορικά σήματα διεθνώς αναγνωρισμένων εταιρειών.

Ως παραποίηση σήματος μπορεί να θεωρηθεί η πιστή αντιγραφή ή αναπαράσταση αυτού στα κύρια σημεία του, λαμβάνοντας υπόψη την οπτική και ηχητική εντύπωσή τους. Μπορεί, δε, να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης ή/ και συσχέτισης στον μέσο καταναλωτή, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος μπορεί να θεωρήσει ότι οι δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις συνδέονται οικονομικά μεταξύ τους. Όσον αφορά στον κίνδυνο σύγχυσης, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι τα εξής: α) η ομοιότητα των σημείων του σήματος, από τη συνολική εντύπωση των οποίων βάσει οπτικών, ηχητικών και εννοιολογικών χαρακτηριστικών μπορεί να θεωρήσει ο μέσης ευφυίας, εμπειρίας και παρατηρητικότητας καταναλωτής αν τα δύο σήματα ομοιάζουν, β) η ομοιότητα των προϊόντων/υπηρεσιών που τα σήματα διακρίνουν και γ) η διακριτική δύναμη του σήματος στην αγορά. Έτσι, ως κίνδυνος σύγχυσης, υπό την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 στοιχ. β’ του Κανονισμού 207/2009 πρέπει να θωρηθεί το ενδεχόμενο να σχηματίσει το κοινό την πεποίθηση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζει το μεταγενέστερο σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, προέρχονται στο σύνολό τους από την ίδια επιχείρηση, ή από επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικά μεταξύ τους (Βλ. ΑΠ 249/2021).

Οι παραβάτες αυτοί κατασκευάζουν απομιμητικά προϊόντα, οι καταναλωτές αγοράζουν προϊόντα χαμηλής ποιότητας σε αρκετά χαμηλές τιμές και οι εταιρείες/δικαιούχοι των εμπορικών σημάτων και των διακριτικών γνωρισμάτων υφίστανται τεράστιες ζημίες. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Παραποίησης Εμπορικών Σημάτων του 2018, ο όγκος των παραποιημένων προϊόντων στο διεθνές εμπόριο έφτασε στο 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια για το έτος 2017, ενώ αναμένεται να αυξάνεται συνεχώς. Και ενώ οι πωλήσεις των παραποιημένων προϊόντων μπορεί να μην αποτελούν άμεσα ζημία για τις εταιρείες, τα εμπορικά σήματα των οποίων χρησιμοποιούνται στα προϊόντα, ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση των πωλήσεων, καθώς πρώτον, οι καταναλωτές είναι φυσικό να επιλέγουν προϊόντα που διατίθενται σε χαμηλότερη τιμή, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν την πιστότητα ή μη αυτών και δεύτερον η πώληση των παραποιημένων προϊόντων μπορεί να έχει επιδράσει αρνητικά στη λάμψη, φήμη και διακριτική δύναμη των γνήσιων προϊόντων και των σημάτων τους.

Τα προϊόντα «μαϊμού» κυκλοφορούν συνεχώς στην αγορά και παρά τις προσπάθειες των αρμόδιων αρχών να σταματήσουν το παράνομο εμπόριο, αυτό καθίσταται δυσχερές, λόγω της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών, όσο και της –πολλές φορές– πιστής και τέλειας αντιγραφής των σημάτων στα παραποιημένα προϊόντα.

Η πώληση και η αγορά τέτοιον προϊόντων έχει επίπτωση τόσο στον δικαιούχο του εμπορικού σήματος, του οποίου η φήμη ζημιώνεται, όσο και στον καταναλωτή και στην εθνική και παγκόσμια οικονομία. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τα παραποιημένα προϊόντα είναι κατώτερης ποιότητας, κάποια μάλιστα μπορεί να έχουν επιβλαβείς συνέπειες για την υγεία των καταναλωτών (γυαλιά ηλίου, αρώματα, τρόφιμα, οινοπνευματώδη ποτά κλπ.). Συνεπώς, ο καταναλωτής θα έχει αρνητική εντύπωση για το παραποιημένο προϊόν που θα αποκτήσει, την αρνητική αυτή εντύπωση όμως θα την «επωμιστεί» η δικαιούχος των εμπορικών σημάτων εταιρεία και όχι η εταιρεία που παρήγαγε τα προϊόντα «μαϊμού». Αποτέλεσμα αυτού θα είναι η μείωση πωλήσεων των γνήσιων προϊόντων, η ηθική βλάβη της δικαιούχου εταιρείας και ζημία της φήμης που αυτή έχει στο παγκόσμιο εμπόριο.

Πηγή Εικόνας: blog.ipleaders.in

Στην ελληνική έννομη τάξη, η ποινική προστασία του εμπορικού σήματος τυποποιείται στο άρθρο 45 του Ν. 4679/2020 σύμφωνα με το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή όποιος α) χρησιμοποιεί σημείο ταυτόσημο με σήμα που έχει καταχωριστεί, για ταυτόσημα ή παρόμοια προϊόντα και υπηρεσίες, αν πρόκειται για σήμα φήμης, β) θέτει σε κυκλοφορία, κατέχει, εισάγει ή εξάγει προϊόντα που φέρουν αλλότριο σήμα. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος χρησιμοποιεί με πρόθεση σήμα φήμης, για να εκμεταλλευθεί ή να βλάψει τη φήμη του. Επιβαρυντική περίσταση συνιστά η κατ’ επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, με απειλούμενη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Το συγκεκριμένο έγκλημα διώκεται μόνο με έγκληση του δικαιούχου του σήματος.

Αυτεπάγγελτη δίωξη της προσβολής του σήματος μπορεί να στοιχειοθετηθεί με τη διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ για την πλαστογραφία, καθώς έχει κριθεί νομολογιακά ότι η επίθεση και η τύπωση πλαστών ετικετών σημάτων σε προϊόντα αποτελεί κατάρτιση πλαστού εγγράφου, με μία ευρεία ερμηνεία του όρου του εγγράφου, κατ΄ άρθρο 13 περ. γ’ του Ποινικού Κώδικα. Εφόσον, μάλιστα, το προσδοκώμενο περιουσιακό όφελος που θα αποκόμιζε ο δράστης υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (το οποίο υπολογίζεται βάσει της μέσης τιμής λιανικής πώλησης του γνήσιου προϊόντος και όχι της τιμής πώλησης του παραποιημένου), τότε τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.

Συμπληρωματικά, προστασία του διακριτικού γνωρίσματος παρέχει και η διάταξη του άρθρου 14 ν.146/1914 περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού, σύμφωνα με το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση όποιος χρησιμοποιεί με πρόθεση εμπορική επωνυμία ή ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα επιχείρησης με σκοπό να προσπορίσει εαυτόν αθέμιτο όφελος.

Τέλος, ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) διοργανώνει συνεχώς εξειδικευμένα σεμινάρια ενημέρωσης των διωκτικών αρχών για την καταπολέμηση της κυκλοφορίας των παραποιημένων/απομιμητικών προϊόντων και την ευκολότερη αναγνώριση των προϊόντων αυτών κατά τους ελέγχους που πραγματοποιούνται, ενώ ακόμη, διοργάνωσε πρόσφατα δράσεις στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του Προγράμματος Authenticities «Θεσσαλονίκη Πόλη Αυθεντική», με σκοπό την ενημέρωσης των πολιτών για τα παραποιημένα προϊόντα και τις επιπτώσεις που επιφέρει η κυκλοφορία τους στην αγορά.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, επίσημος ιστότοπος, διαθέσιμος εδώ
  • Zest Ip, επίσημος ιστότοπος, διαθέσιμος εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δημήτρης Πατσιαβάς
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1996. Είναι δικηγόρος Αθηνών, με μεταπτυχιακό στο Δίκαιο και Πληροφορική. Τον απασχολούν ιδιαίτερα ζητήματα προσωπικών δεδομένων και πνευματικής ιδιοκτησίας. Μιλάει αγγλικά και γαλλικά. Στον ελάχιστο ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό και τις εκδρομές, καθώς λατρεύει να ανακαλύπτει νέα μέρη.