5.5 C
Athens
Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαΤουρκία: Προπαγάνδα ή Ασφυξία;

Τουρκία: Προπαγάνδα ή Ασφυξία;


Του Σπύρου Νότη,

Αναμφίβολα, το 2021 στιγματίζεται από την πανδημία COVID-19, που σαρώνει την υφήλιο. Η γείτονα, όμως, χώρα, μαστίζεται και από μια οξεία κρίση της οικονομίας της, με το νόμισμά της να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο και εκατομμύρια Τούρκοι να αντιμετωπίζουν το φάσμα της χρεοκοπίας-πείνας. Αξίζει νααναφερθεί ότι από την αρχή του έτους έως και σήμερα, η τουρκική λίρα, έχει χάσει περί το 45% της αξίας της έναντι του δολαρίου και δεν δείχνει να ανακάμπτει. Το νόμισμα της Τουρκίας βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, εξαιτίας της νομισματικής πολιτικής που ασκεί η ηγεσία της, υπέρμαχος της μείωσης των επιτοκίων. Παράλληλα, ο πληθωρισμός αυξάνεται με φρενήρεις ρυθμούς, ξεπερνώντας το 20% και οι αγορές δεν δείχνουν να συμμερίζονται τις προσδοκίες του προέδρου Ερντογάν για ισχυρή ανάκαμψη. O Τούρκος ηγέτης, εκτός από τον πόλεμο που δέχεται από το εξωτερικό εξαιτίας των σχέσεών του με τη Ρωσία, έχει να αντιμετωπίσει και το εσωτερικό κύμα δυσπιστίας και εξαθλίωσης των πολιτών μέσω της αυξανόμενης ανεργίας. Ο πόλεμος που δέχεται είναι ανελέητος, ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ και μερικές φορές ασυσχέτιστος με την αληθινή ροή της οικονομίας της. Ναι, σίγουρα έχει πρόβλημα ρευστότητας, όμως δεν τίθεται θέμα χρεοκοπίας, άλλωστε, το χρέος ως προς το Α.Ε.Π. της είναι γύρω στο 40%.

iefimerida.gr

Για να κατανοήσουμε πλήρως, όμως, την κρίση που έχει περιέλθει στη γείτονα χώρα, θα πρέπει να είμαστε και σε θέση να αποσαφηνίσουμε το μοντέλο οικονομίας που ακολουθεί. Μετά τη σφοδρή κρίση που δέχθηκε το 2001, η τουρκική οικονομία μονοπώλησε το ενδιαφέρον σημειώνοντας ραγδαία ανάπτυξη κάτι που την κατέταξε στο ισχυρό G-20 των παγκόσμιων οικονομιών. Με εξαίρεση την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Τουρκία συνέχισε τους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Ο βασικός πυλώνας που στήριζε την ευφορία αυτή ήταν σίγουρα οι ξένες επενδύσεις, οι οποίες κατά βάση χρηματοδοτούσαν κατασκευαστικά έργα. Εκεί έγκειται και το πρόβλημα που κορυφώνεται σήμερα. Τα έργα αυτά χρηματοδοτούνταν με δανεισμό από ξένα κεφάλαια, δάνεια δηλαδή σε νόμισμα διαφορετικό από την τούρκικη λίρα, κυρίως σε δολάρια. Γνωρίζουμε ότι ανέκαθεν η Τουρκία έχει υψηλό πληθωρισμό, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν οι αποταμιεύσεις της, καθόσον ολισθαίνει η αξία τους. Γενικά, ένας δανεισμός μπορεί να θεωρηθεί τοξικός, ιδιαίτερα αν είναι σε ξένο νόμισμα, αν συμπεριλάβουμε τον συναλλαγματικό κίνδυνο που τον διέπει.

Ο Γολγοθάς αρχίζει στο δεύτερο μισό του 2018, όταν και ο πληθωρισμός αγγίζει το 25%. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να τονιστεί πως για να αμβλυνθούν τέτοιου είδους προβλήματα, παρεμβαίνει η κεντρική τράπεζα, η οποία έχει στη φαρέτρα της εργαλεία για την αναχαίτιση πληθωριστικών τάσεων. Μπορεί, επί παραδείγματι, αν αυξηθεί ο πληθωρισμός, να ανεβάσει τα επιτόκια, καθιστώντας δύσκολο τον δανεισμό και οδηγώντας τους καταναλωτές σε μείωση της καταναλωτικής τους δραστηριότητας. Επακόλουθα, μειώνεται και η ζήτηση αγαθών, άρα περιορίζεται και ο πληθωρισμός. Ωστόσο, η οικονομική θεωρία μάς καταδεικνύει τους κινδύνους που ελλοχεύει τέτοιου είδους νομισματική πολιτική. Συγκεκριμένα, η οικονομία επιβραδύνει την ανάπτυξη της, με εταιρείες που παρουσιάζουν υψηλό χρέος να χρεοκοπούν ή να αναγκάζονται σε μαζικές απολύσεις. Βέβαια, θα έλεγε κανείς πως αποτελούν παράπλευρες απώλειες, αν σκοπεύει κάποιο κράτος να πολεμήσει τον πληθωρισμό. Γι’ αυτό, τέτοιας δυσκολίας αποφάσεις, χρήζουν ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας, αποκεντρωμένης από πολιτικές σκοπιμότητες για να απολαμβάνει και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Επιστρέφοντας στο ζήτημα της Τουρκίας, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε πως η κεντρική της τράπεζα δεν είναι και τόσο ανεξάρτητη, αν συνυπολογίσει κανείς ότι μέσα στο 2021, άλλαξαν —υπό τας εντολάς του προέδρου— τρεις κεντρικοί τραπεζίτες. Ειδικότερα, ο Ταγίπ Ερντογάν αποφεύγει μετά βδελυγμίας την αύξηση των επιτοκίων, αφού δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα αλλά να επωφελήσει, σύμφωνα με αυτόν, κάποιο λόμπι πλουσίων και εχθρών του έθνους. Έτσι, κρατάει χαμηλά τα επιτόκια και δανείζεται προκειμένου να αποπληρώνει τα παλαιά χρέη, βοηθώντας εν μέρει βραχυπρόθεσμα, αλλά θέτοντας εκτός τροχιάς την οικονομία σε μεταγενέστερο χρόνο. Αυτό δημιουργεί κλίμα δυσπιστίας και στους κόλπους των επενδυτών και των αγορών, των χρηματοδοτών της τουρκικής οικονομίας.

ecogreens.gr

Η Τουρκία, κατά βάση, είναι μια χώρα που βασίζεται σε ξένες εισροές χρήματος που προέρχονται είτε από επενδύσεις είτε από τον τουρισμό της. Ελέω πανδημίας, λοκντάουν και περιοριστικών μέτρων, ο τουρισμός, όπως και σε πολλά άλλα κράτη, γνώρισε μεγάλη μείωση. Ολόκληρες πόλεις με τεράστιες επιχειρήσεις στηρίζονται ως επί το πλείστον στον τουρισμό. Αναγκάστηκαν πολλές από αυτές να κατεβάσουν ρολά ή να απολύσουν εργαζομένους. Για να αναχαιτίσει την παλίρροια λουκέτων, το κράτος προσπάθησε να στηρίξει την οικονομία, παρέχοντας χρήματα και πυροδοτώντας νέα έκρηξη πληθωρισμού. Μέχρι πριν την έλευση του ιού, οι τουρίστες που ερχόντουσαν, συνάλλασαν τα χρήματά τους σε λίρα, διατηρώντας τη ζήτησή της σε κανονικά πλαίσια. Βλέποντας την απομείωση της αξίας των καταθέσεών τους, οι καταθέτες σπεύδουν να ασφαλίσουν το βιός τους, ανταλλάσσοντάς το με ξένα νομίσματα — κατά κύριο λόγο δολάρια, ως πιο ασφαλή λύση. Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση για λίρα εξακολουθεί να μειώνεται, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να την σταθεροποιήσει, είτε αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες λίρας είτε κλείνοντας στρατηγικές συμφωνίες με άλλα φιλικά προσκείμενα σε αυτήν κράτη, αγοράζοντας το φθηνότερο νόμισμά τους. Φυσικά, το τελευταίο θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, μιας και, όπως είναι λογικό, τα αποθεματικά της δεν μπορούν να διαρκέσουν για πάντα. Θορυβημένες οι αγορές δεν προτίθενται να την δανείσουν, επομένως, ως έσχατη επιλογή της κυβέρνησης είναι να προβαίνει σε πράξεις αγοράς χρυσού.

static.dw.com

Παρά την εκρηκτική ανάπτυξη που βίωσε ως κράτος από το 2001 και ύστερα, η Τουρκία βρίσκεται σε έναν φαύλο κύκλο και πολύ δύσκολα μπορεί να ξεφύγει από αυτόν, ιδιαίτερα όταν οι ιθύνοντες για την πορεία της αρνούνται πεισματικά να πράξουν τα αυτονόητα. Αντιλαμβανόμαστε πως για την ανάπτυξη αυτή, έπαιξε καθοριστικό ρόλο ο ιλιγγιώδης δανεισμός κεφαλαίων σε ξένο νόμισμα. Όμως, όσο ολισθαίνει η λίρα, τόσο θα αυξάνεται το απαιτούμενο ποσό αποπληρωμής στους δανειστές. Φαίνεται πως εκτός από γειτνίαση, έχουμε πολλά κοινά ως κράτη, ένα εξ αυτών ο υπερβολικός δανεισμός. Η μόνη και σημαντικότερη διαφορά μας είναι ότι στην Τουρκία υπάρχει η δυνατότητα αυθαίρετης νομισματικής πολιτικής, σε αντίθεση με τη δική μας περίπτωση, που το νόμισμά μας έρχεται «εισαγόμενο». Επομένως, το ζήτημα αυτό χρήζει δέουσας προσοχής και διευθέτησης, για να μην τεθεί ο πληθωρισμός εκτός ελέγχου και οι πολίτες στους δρόμους. Αλλά ακόμη κι αν παρθούν μέτρα στη σωστή κατεύθυνση, δεν σημαίνει πως ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει τάχιστα, ούτε πως δεν θα χτυπηθεί άλλο η τουρκική οικονομία. Όπως συμβαίνει στις περισσότερες κρίσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, αυτοί που καλούνται να σηκώσουν το φορτίο των κρίσεων, είναι οι κατώτερες εισοδηματικά τάξεις. Ίσως η λαϊκή εξέγερση να θυμίζει αναρχικά ή κομμουνιστικά πρότυπα, αλλά όταν ο κατώτατος μισθός δεν φτάνει ούτε για τα απολύτως απαραίτητα, μπορεί και να είναι ζωτικής σημασίας. Σε αυτήν την κατάσταση έχει περιέλθει ο λαός της Τουρκίας, με το μέλλον να διαγράφεται ολίγον τι δυσοίωνο.


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Σπύρος Νότης
Είναι 20 ετών και προπτυχιακός φοιτητής Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνώστης αγγλικών και γερμανικών με έφεση στις ξένες γλώσσες. Λάτρης της μουσικής, του αθλητισμού, των ταξιδιών αλλά και του διαβάσματος κυρίως σε ζητήματα εγχώριας και διεθνούς οικονομίας. Στόχος είναι οι μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό στον κλάδο της τραπεζικής ή της ναυτιλίας.