5.5 C
Athens
Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαRevenge Porn: Η εκδικητική δημοσιοποίηση ιδιωτικών δεδομένων και η θέση της στην...

Revenge Porn: Η εκδικητική δημοσιοποίηση ιδιωτικών δεδομένων και η θέση της στην ελληνική νομοθεσία


Της Δήμητρας Χασάπη,

Πιο σύγχρονο από ποτέ και ταυτόχρονα διαρκώς υπαρκτό στην ελληνική καθημερινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες, με μεγαλύτερη ή μικρότερη προβολή στα μέσα, το φαινόμενο του λεγόμενου revenge porn έχει λάβει πολύ μεγάλες διαστάσεις στη χώρα μας μέσω ποικίλων δημοσιεύσεων στο διαδίκτυο, που σχετίζονται με δημόσια πρόσωπα και πολλώ δε μάλλον καταφέρνουν πια, στην Ελλάδα του 2021, να γίνουν σε μεγαλύτερο βαθμό, όχι αντικείμενο επικρίσεων προς το θύμα αλλά έναυσμα για να αναλογιστεί κανείς τη θέση, που έχουν τέτοιες πράξεις στο ελληνικό νομοθετικό σύστημα και τις επιπτώσεις για τον θύτη επί καταγγελίας του. Προστατεύονται τα θύματα και ακόμη περισσότερο, μήπως η εξέλιξη της κοινωνίας σχετικά με την απαξία της πράξης του θύτη επιβάλλει και τη νομική της αυτοτέλεια;

Μπροστά στον έλεγχο της ελληνικής νομοθεσίας, που άπτεται ζητημάτων revenge porn, θεωρούμε απαραίτητο τον ορισμό της έννοιας αυτής, καθώς αποτελεί τη συχνότερα χρησιμοποιούμενη έκφραση επί ανάλογων ζητημάτων και γενικά, είναι η περισσότερο οικεία στην πλειοψηφία των αναγνωστών αλλά και αυτή που θα μας απασχολήσει.

Πηγή Εικόνας: avgi.gr

Πρόκειται, λοιπόν, για τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών ή βίντεο προσώπων, που εμφανίζουν τα πρόσωπα αυτά κατά τη διάρκεια ερωτικής συνεύρεσής τους. Οι λήψεις αυτές μπορεί να έχουν γίνει με τη συγκατάθεση του προσώπου ή και χωρίς αυτήν. Κρίσιμο για τον χαρακτηρισμό της πράξης ως παράνομης είναι η απουσία συναίνεσης όλων των συμπεριλαμβανόμενων προσώπων στις φωτογραφίες ή τα βίντεο, για τη δημοσιοποίησή τους. Η δημιουργία και ο προορισμός ενός οπτικοακουστικού υλικού ερωτικού περιεχομένου για προσωπική χρήση και με τη συναίνεση όλων των συμμετεχόντων δεν αφορά το αξιόποινο. Σχετικά με την ελληνική μεταφορά του όρου, αυτή είναι «εκδικητική δημοσιοποίηση ιδιωτικών δεδομένων», και πρόκειται σαφώς για μια πιο εύστοχη χρήση της γλώσσας, και πολύ λιγότερο κακοποιητική, όπως γίνεται με τη χρησιμοποίηση του όρου «porn». Η ταύτιση της ερωτικής ζωής με την πορνογραφία είναι λανθασμένη, αφού το εκάστοτε υλικό δεν προοριζόταν επουδενί για προσπορισμό οικονομικών οφελών και ούτε είχε σκοπό τη διέγερση τρίτων. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός, λοιπόν, θα λέγαμε ότι συμβάλλει μάλλον στη μεγαλύτερη διαπόμπευση του θύματος και όχι στην προστασία του.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα, η Ελλάδα εφαρμόζει ό,τι και το Ευρωπαϊκό δίκαιο, και συγκεκριμένα τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), στον οποίο η ερωτική ζωή εντάσσεται στα αντικείμενα με την αυστηρότερη προστασία. Ο αντίστοιχος ελληνικός νόμος είναι ο νόμος 4624/2019 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Σε αυτόν και συγκεκριμένα στα άρθρα 38 και 44, ορίζεται η πράξη αυτή ως ποινικό αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από 1 έως 5 έτη και χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ. Αυτό συμβαίνει διότι, σύμφωνα με το άρθρο 44, η χωρίς συγκατάθεση βιντεοσκόπηση ερωτικής συνεύρεσης προσώπου συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όταν, μάλιστα, τα δεδομένα αυτά αφορούν την ερωτική ζωή ενός προσώπου, τότε είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.

Η παραπάνω, μάλιστα, νομοθετική ρύθμιση πολλές φορές δε συναντάται μόνη της και τα θύματα θα πρέπει να το λαμβάνουν αυτό υπόψη σχετικά με την προστασία που τους παρέχει εκ των υστέρων ο νόμος. Τιμωρείται, λοιπόν, το έγκλημα αυτό σε συρροή με το έγκλημα του άρθρου 362 του ποινικού κώδικα περί δυσφήμισης του θιγόμενου προσώπου. Τα δύο εγκλήματα, μάλιστα, δεν επικαλύπτονται, αφού προσβάλλονται με την ίδια μεν πράξη δύο διαφορετικά αγαθά, από τη μία αυτό της ιδιωτικής ζωής και από την άλλη αυτό της τιμής και της υπόληψης. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να υπάρχει σε συρροή με το βασικό μας αδίκημα και το αδίκημα της απειλής ή της εκβίασης. Αυτό πιθανολογείται, εφόσον η δημοσιοποίηση έχει σκοπό την προσπάθεια του προσώπου που προέβη στην καταγραφή και δημοσίευση να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στο θιγόμενο πρόσωπο, ή να το εξαναγκάσει σε πράξη ή παράλειψη, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης περιουσιακή ωφέλεια με αντίστοιχη ζημία του θύματος.

Πηγή Εικόνας: Ertnews.gr

Στην πάγια αυτή θέση της ελληνικής νομοθεσίας έρχεται η σύγχρονη νομική θεωρία να προβάλλει την ανάγκη ιδιαίτερων ρυθμίσεων γύρω από το ζήτημα της εκδικητικής δημοσίευσης ιδιωτικών δεδομένων. Μεταξύ των ρυθμίσεων, που θεωρούνται ότι θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην πιο δίκαιη και συγκεκριμένη αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων, είναι η καθιέρωση ειδικής ρύθμισης κατά την οποία η τέλεση παρόμοιου εγκλήματος με τη χρήση του διαδικτύου θα τιμωρείται με βαρύτερη ποινή. Η λογική της συγκεκριμένης ρύθμισης βασίζεται στο γεγονός ότι η διασπορά και η διάδοση μέσω διαδικτύου είναι σαφώς μεγαλύτερη, σε μεγαλύτερο κοινό και σε πολύ λιγότερο χρόνο σε σύγκριση με τη διάδοση έντυπου υλικού. Επιπλέον, όμως, τονίζεται συνεχώς κάτι ακόμα πιο ουσιαστικό, η αναγκαιότητα μιας αυτοτελούς ρύθμισης στον ποινικό κώδικα, που να αφορά αποκλειστικά εγκλήματα εκδικητικής δημοσίευσης ιδιωτικών δεδομένων, και όχι η κατηγορία αυτή των εγκλημάτων να ανήκει στη γενική κατηγορία των πνευματικών δικαιωμάτων. Κάτι τέτοιο δε θα μεταβάλλει ουσιαστικά το ποινικό πλαίσιο του εγκλήματος, αφού αυτό θα παραμείνει υψηλό πλημμέλημα, αλλά θα αυξήσει το κύρος, που θα αποκτήσει στην ελληνική νομοθεσία ως αυτοτελές έγκλημα και μαζί και την κοινωνική απαξία που το συνοδεύει.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • “Revenge porn: Τι είναι και τι προβλέπει ο νόμος”, διαθέσιμο εδώ
  • “Revenge porn: Τι προβλέπει η ελληνική νομοθεσία για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής διαπόμπευσης”, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Χασάπη
Είναι Γεννημένη το 1999 στην Αθήνα και φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Εργάζεται στο Εθνικό Θέατρο ως ταξιθέτρια, ενώ στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό, που αγαπάει ιδιαίτερα.