1 C
Athens
Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΙστορίαΗ πολιτική της «Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής» κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου

Η πολιτική της «Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής» κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου


Του Αθανάσιου Ρούτση,

Σύμφωνα με τη θεωρία της Σχολής του Ρεαλισμού στην Ιστορία, την οποία θα αναλύσουμε σε κάποιο επόμενο άρθρο, η ισχύς είναι ένας συνδυασμός στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης, καθώς και πληθυσμιακής έκτασης ενός κράτους. Σύμφωνα, πάλι, με την ίδια θεωρία, στο διεθνές σύστημα δεν υπάρχει κανένα κράτος που να αναζητά τη διατήρηση του status quo. Αντίθετα, όλοι στοχεύουν στην αναθεώρηση της ισχύουσας ισορροπίας δυνάμεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη πάντοτε επιζητούν την απόκτηση περαιτέρω ισχύος, ώστε να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Δεδομένου ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν κατ’ εξοχήν μια κούρσα απόκτησης εξοπλισμών και φθοράς του αντιπάλου, θα μπορούσαμε να εντάξουμε στο φάσμα της απόκτησης ισχύος και την κούρσα για την εξασφάλιση πυρηνικής υπεροχής μεταξύ των Η.Π.Α και της Ε.Σ.Σ.Δ. Με τον όρο πυρηνική υπεροχή αναφερόμαστε στην ικανότητα μιας δύναμης να καταστρέψει την κοινωνία του αντιπάλου χωρίς αυτός να έχει την ικανότητα αντεπίθεσης. Στην περίπτωση που υπάρχει «πυρηνικό μονοπώλιο», δηλαδή η κατοχή πυρηνικών κεφαλών από ένα και μόνο κράτος, τότε τα πράγματα είναι απλά. Το κράτος αυτό είναι απόλυτος κυρίαρχος. Όταν, όμως, δύο ή και περισσότερα κράτη είναι εξοπλισμένα με πυρηνικά όπλα, τότε θεωρητικά ισχυρότερο είναι το κράτος που έχει την ικανότητα να εξουδετερώσει τα πυρηνικά όπλα του αντιπάλου, να πετύχει, δηλαδή, ένα «υπέροχο πρώτο πλήγμα».

Το γνωστό μανιτάρι μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας. Bomb US Army/Hiroshima Peace Memorial Museum/AP. Πηγή εικόνας: cnn.com

Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, δηλαδή του Ψυχρού Πολέμου, καμία από τις δύο μεγάλες δυνάμεις δεν κατάφερε να αποκτήσει μεγάλο προβάδισμα στην κατοχή πυρηνικών έναντι του αντιπάλου της, αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο από το καλοκαίρι του 1945, -οπότε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η ατομική βόμβα από τους Αμερικανούς-, ως το καλοκαίρι του 1949, οπότε και δοκιμάστηκε επιτυχώς η πρώτη σοβιετική πυρηνική βόμβα. Από το 1949 και μετά, λοιπόν, οι δύο υπερδυνάμεις της εποχής δε μπορούσαν παρά να συμβιβαστούν με το γεγονός πως ακόμη και αν κάποιος επιτεθεί πρώτος, ο αντίπαλος και πάλι θα διαθέτει πυρηνική ισχύ, ικανή να προξενήσει ισχυρό πλήγμα. Αυτό μας οδηγεί στον κόσμο της «Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής» ή αλλιώς “Mutual Assured Destruction” (MAD). Στον κόσμο της MAD καμία δύναμη δεν έχει κίνητρο να ξεκινήσει πόλεμο, καθώς υπάρχει ο φόβος οποιαδήποτε σύρραξη να οδηγήσει σε πυρηνικό πόλεμο τον οποίο κανείς δε μπορεί να κερδίσει.

Πιο συγκεκριμένα, οι Η.Π.Α κατά τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όπως προαναφέρθηκε, απολάμβαναν το πυρηνικό μονοπώλιο. Όταν, όμως, τον Αύγουστο του 1949, η Σοβιετική Ένωση πραγματοποίησε επιτυχώς τη δοκιμή της δικής της πυρηνικής βόμβας, το κέντρο βάρους του State Department ως προς τη σχεδίαση της αμερικανικής στρατηγικής μετατοπίστηκε στην εξαπόλυση μιας εκστρατείας για την απόκτηση ικανότητας του «υπέροχου πρώτου πλήγματος», το οποίο θα κατέστρεφε τις σοβιετικές κεφαλές, και ενός πυρηνικού βομβαρδισμού κατά της σοβιετικής βιομηχανίας. Η πολιτική αυτή των Η.Π.Α ονομάστηκε «μαζικά αντίποινα», πράγμα οξύμωρο αφού αυτό υπαινίσσεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δε σκόπευαν να πλήξουν πρώτες τη Σοβιετική Ένωση, αλλά να απαντήσουν σε ενδεχόμενη πρώτη επίθεση της δεύτερης, αφού την απορροφούσαν. Παρά ταύτα, οι Η.Π.Α δεν κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο της απόκτησης πυρηνικής υπεροχής στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αλλά ούτε και σε αυτή του 1960.

Η Χιροσίμα μετά τον βομβαρδισμό. Yoshito Matsushige/Chugoku Shimbun/Kyodo Image. Πηγή εικόνας: nyt.com

Οι Αμερικανοί διαμορφωτές πολιτικής πίστευαν ότι για να διαθέτουν κάποια ικανότητα εξασφαλισμένης καταστροφής του αντιπάλου, θα έπρεπε να είναι σε θέση να καταστρέψουν το 30% του πληθυσμού και το 70% της βιομηχανίας της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό το σχέδιο απαιτούσε την καταστροφή διακοσίων από τις μεγαλύτερες πόλεις της. Εντούτοις, το SIOP-5, το σχέδιο για τη χρήση πυρηνικών όπλων που τέθηκε σε λειτουργία την 1 Ιανουαρίου του 1976, παρέθετε 25.000 δυνητικούς στόχους. Το SIOP-6, που ενέκρινε ο Πρόεδρος Reagan περιείχε 50.000. Αν και οι Η.Π.Α ποτέ δεν απέκτησαν την ικανότητα να πλήξουν όλους αυτούς τους στόχους, ανέπτυξαν ένα οπλοστάσιο, το οποίο αυξανόταν σε μέγεθος από το 1960 μέχρι και το 1991. Για παράδειγμα, το 1960, όταν και εγκρίθηκε το πρώτο SIOP (Single Integrated Operational Plan), το SIOP-62, το αμερικανικό οπλοστάσιο διέθετε 3.127 βόμβες και κεφαλές, ενώ στο SIOP-6 το νούμερο είχε ανέβει στις 10.802.

Τελικά, οι Η.Π.Α υιοθέτησαν μια εναλλακτική πολιτική, η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά από την Κυβέρνηση Kennedy, το 1961, και έμεινε γνωστή ως «περιορισμένες πυρηνικές επιλογές». Σύμφωνα με αυτή, οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα επιχειρούσαν να χτυπήσουν τις σοβιετικές πόλεις, με στόχο την ελαχιστοποίηση των θανάτων του άμαχου πληθυσμού, και αντ’ αυτού θα δινόταν έμφαση στην ανταλλαγή περιορισμένων πληγμάτων που θα αποσκοπούσαν στην καταστροφή πυρηνικών όπλων. Πραγματοποίηση αυτής της πολιτικής ήταν το πρόγραμμα SIOP- 63, που τέθηκε σε εφαρμογή το 1962. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρξαν τέσσερα τέτοια προγράμματα. Η αλήθεια είναι πως τα περισσότερα στοιχεία υποδηλώνουν ότι αν οι Η.Π.Α είχαν επιλέξει να επιχειρήσουν μια πυρηνική ανταλλαγή κατά τη δεκαετία του 1950 ή στις αρχές της δεκαετίας του 1960, θα είχαν προξενήσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά από αυτή που θα υφίσταντο, καθώς αυτή ήταν η εποχή κατά την οποία βρέθηκαν πιο κοντά από ποτέ στην απόκτηση πυρηνικής υπεροχής. Ωστόσο, με το ΑΝ δε μπορούμε να γράψουμε ιστορία.

Το μπρα ντε φερ μεταξύ Krutschev και JFK προβλέπεται άκρως…εκρηκτικό. Πηγή εικόνας: jdayhistory.weebly.com

Η Σοβιετική Ένωση, από την άλλη, αποτελεί πιο δύσκολη περίπτωση, ως προς την ευκολία πρόσβασης σε στοιχεία της διοίκησής της. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως και αυτή, όπως και η αντίπαλός της, συνέθεσε ένα οπλοστάσιο που αναπτυσσόταν όσο ο Ψυχρός Πόλεμος εξελισσόταν. Αρχικά, φαίνεται ότι ο Stalin πίστευε πως η μη κατοχή πυρηνικών από τη Σοβιετική Ένωση υπονόμευε τη δύναμή της και την καθιστούσε δεύτερης διαλογής δύναμη. Γι’ αυτό και μετά το καλοκαίρι του 1945, έθεσε ως πρώτη προτεραιότητα το πρόγραμμα ανάπτυξης σοβιετικής ατομικής βόμβας, ανεξαρτήτως του κόστους για το κράτος. Το οπλοστάσιο των σοβιετικών, όμως, αναπτύχθηκε με αργούς ρυθμούς κατά τη δεκαετία του 1950, μια δεκαετία κατά την οποία υπολείπονταν των Η.Π.Α σε εξέλιξη, ανάπτυξη και σε συστήματα μεταφοράς των πυρηνικών όπλων. Όμως, αυξήθηκε με γοργούς ρυθμούς μετά το 1960. Το 1970, διέθετε 2.216 όπλα, ενώ το 1980 ο αριθμός ανέβηκε στα 7.480. Αν και ο Gorbachev υποστήριζε τον αφοπλισμό, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του προστέθηκαν ακόμη περισσότερες κεφαλές και το 1989 ο αριθμός είχε ανέλθει σε 11.320.

Διαφαίνεται μια διάσταση απόψεων ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, σχετικά με το ζήτημα του ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να κερδηθεί ένας πυρηνικός πόλεμος. Οι σχεδιαστές πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης φαίνεται πως ευνοούσαν μια πολιτική που έμοιαζε με αυτή των μαζικών αντιποίνων των Η.Π.Α της δεκαετίας του 1950. Υποστήριζαν πώς αυτό που έπρεπε η Σοβιετική Ένωση να κάνει είναι η εξαπόλυση ενός ταχύτατου, μαζικού πλήγματος κατά ολόκληρης της ικανότητας διεξαγωγής πολέμου του αντιπάλου, ώστε να περιοριστεί η ζημιά που θα υφίστατο η ίδια η χώρα. Στο μόνο στοιχείο στο οποίο η πολιτική των δύο αντιπάλων συνέκλινε ήταν αυτό της κατασκοπείας. Οι υπεύθυνοι σχεδιασμού της πολιτικής και οι μυστικές υπηρεσίες των δύο υπερδυνάμεων είχαν στήσει τεράστια δίκτυα κατασκοπείας, με στόχο την άντληση πληροφοριών, καθώς σε γενικές γραμμές η χάραξη της πολιτικής γύρω από τα πυρηνικά όπλα κινούνταν στα τυφλά, αφού κανείς εκ των δύο δεν ήταν διατεθειμένος να ανοίξει τα χαρτιά του.

«Ξέρετε, αν δεν τα βρείτε, είμαι και εγώ εδώ!». Πηγή εικόνας: pinimg.com

Κλείνοντας, συμπεραίνουμε πως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και οι δύο υπερδυνάμεις κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες, με στόχο την απόκτηση πυρηνικών οπλοστασίων σχεδιασμένα για να καταστρέψουν τα πυρηνικά όπλα του αντιπάλου και να αποκτήσουν πλεονέκτημα εναντίον του. Ωστόσο, σε έναν κόσμο όπου επικρατεί η “MAD” καμία δύναμη δε μπορεί να είναι ικανοποιημένη με την απόκτηση της ικανότητας εξασφαλισμένης καταστροφής. Τα κράτη πάντα αναζητούν τρόπο να γίνουν οι κυρίαρχοι του εκάστοτε συστήματος.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Mearsheimer, John J. (2007), Η τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, Αθήνα: Εκδ. Ποιότητα
  • Κουρκουβέλας, Λυκούργος (2012), O Τζωρτζ Κένναν, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η στρατιωτικοποίηση του δυτικού κόσμου, 1947-1950, στο Π. Ήφαιστος, Κ. Κολιόπουλος, Ευ. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, 1941-1950: Στρατηγικά ή Ιδεολογικά αίτια; (σελ. 71-90). Αθήνα: Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Craig, Campbell, Radchenko, Sergey (2008), The atomic bomb and the origins of the Cold War. New Haven & London: Yale University Press

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αθανάσιος Ρούτσης
Γεννήθηκε το 1997 και μεγάλωσε στην πόλη της Δράμας. Έχει διατελέσει σπουδαστής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης οπότε και αποφοίτησε το 2020. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία και τις επαναστάσεις που συνέβησαν ανά τον κόσμο. Χόμπυ του είναι το διάβασμα και το μπάσκετ