13.5 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ Σύμβαση Δικαιόχρησης (Franchising)

Η Σύμβαση Δικαιόχρησης (Franchising)


Της Δήμητρας Αργυρού,

Η εκθετική ανάπτυξη της τεχνολογίας στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών έχει, πλέον, διαμορφώσει μια ιδιαίτερα πολυσύνθετη οικονομική ζωή, με πολλές νέες μορφές συμβάσεων. Στο όνομα της συμβατικής ελευθερίας, οι συναλλασσόμενοι διαμορφώνουν τις συμβάσεις τους, έτσι ώστε να  ανταποκρίνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις αυξανόμενες απαιτήσεις τους. Τα παραπάνω έχουν δημιουργήσει νέες συμβατικές μορφές, οι οποίες δεν προβλέπονται ρητά στον Αστικό Κώδικα, αλλά αποτελούν αναμφισβήτητα εμπορικές πρακτικές που συναντώνται συχνά στο χώρο των συναλλαγών.

Μια από τις νέες αυτές συμβατικές μορφές, που έχουν αναδυθεί τον τελευταίο καιρό στην εμπορική συναλλακτική πρακτική, είναι η Σύμβαση Δικαιόχρησης ή αλλιώς Franchising. Ο θεσμός του franchise (δικαιόχρηση) καθίσταται σήμερα μία από τις πιο διαδεδομένες και αναπτυσσόμενες μορφές εμπορικής-διεπιχειρησιακής συνεργασίας. Πρόκειται για μια  οργανωτική συνεργασία που περιλαμβάνει την παραχώρηση χρήσης και την εκμετάλλευση τεχνογνωσίας, καθώς και τη διανομή αγαθών, είτε την παροχή υπηρεσιών προς τους τελικούς χρήστες (καταναλωτές), μέσω ενός ομοιόμορφου δικτύου. Ως σύμβαση δικαιόχρησης ορίζεται, σύμφωνα και με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) υπ’αριθμ.4087/88 της Επιτροπής, η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της οποίας μία επιχείρηση (franchisor, δικαιοπάροχος ή δότης) αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει έναντι ανταλλάγματος σε άλλη επιχείρηση (franchisee, δικαιοδόχος ή λήπτης) τη χρήση και εκμετάλλευση ενός «πακέτου» δικαιωμάτων και άλλων άυλων αγαθών βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας (π.χ. εμπορικά σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ.). Ο δικαιοδόχος στη συνέχεια πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο. Η σύμβαση μπορεί να είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού με τη 252/1995 Γνωμοδότησή της έκρινε ότι ο χρόνος αυτός δεν πρέπει να είναι μικρότερος της πενταετίας με δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης.

Πηγή Εικόνας: lawandtech.eu

Η σύμβαση δικαιόχρησης (franchise) συνιστά το «πλαίσιο» που καθορίζει το αντικείμενο του «πακέτου» franchise, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Αναλυτικότερα, ως προς τις υποχρεώσεις των μερών, ο δικαιοπάροχος (franchisor) κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων πρέπει να ενημερώσει τον μέλλοντα δικαιοδόχο (franchisee) επαρκώς για τον τρόπο λειτουργίας του δικτύου διανομής του. Έπειτα, παραχωρεί στο δικαιοδόχο το «πακέτο» δικαιόχρησης, που περιλαμβάνει χρήση σήματος, άδεια εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας ή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, επωνυμίας κτλ. Παράλληλα, συνδράμει με την απαραίτητη εμπορική ή τεχνική υποστήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, εφοδιάζει με τις απαραίτητες πρώτες ύλες, αλλά και οφείλει να εντάξει την επιχείρηση του δικαιοδόχου στο σύστημα του. Πρέπει να  παράσχει στο δικαιοδόχο επαρκή εκπαίδευση, μαζί με τα εμπορικά «μυστικά», τη γνώση δηλαδή που διαθέτει για τον τρόπο παρώθησης και πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, ο δικαιοδόχος πρέπει να καταβάλει το εφάπαξ ποσό ένταξης (entry fee). Ταυτοχρόνως, καταβάλλει περιοδικά ορισμένο ποσοστό από τις εισπράξεις πωλήσεων (royalties) στο δικαιοπάροχο. Κάποιες ακόμη από τις υποχρεώσεις του δικαιοδόχου είναι η προώθηση των πωλήσεων με τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και η συμμόρφωση στις οργανωτικές αρχές του συστήματος του δικαιοπάροχου. Τέλος, ο δικαιοδόχος θα πρέπει να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της επιχείρησης και να μην πράττει με ανταγωνιστικό τρόπο απέναντι στο δικαιοπάροχο.

Ο προσωπικός χαρακτήρας της σύμβασης δικαιόχρησης είναι προφανής. Όπως διαφαίνεται είναι μια σύμβαση έντονα εμπιστευτική, καθώς ο δικαιοπάροχος και ο δικαιοδόχος συνεργάζονται στενά κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Τα μέρη, ιδίως ο δικαιοδόχος, έχουν υποχρέωση πίστης. Η υποχρέωση πίστης επιβάλλει στους συναλλασσόμενους να μην προβαίνουν σε πράξεις που ενδεχομένως βλάψουν τα εκατέρωθεν συμφέροντά τους. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο και την υποχρέωση μη ανταγωνισμού. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να ισχύει τόσο κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης όσο και μετά τη λύση της. Συμβατικοί όροι περί υποχρέωσης μη ανταγωνισμού μετά τη λήξη της σύμβασης δικαιόχρησης είναι δικαιολογημένοι, για λόγους προστασίας της τεχνογνωσίας και της διανοητικής ιδιοκτησίας του δικαιοπάροχου. Ωστόσο, πρέπει να ελέγχονται ως προς τη χρονική διάρκεια και το εύρος τους, με βάση τους κανόνες ανταγωνισμού, ώστε να μη θεσπίζουν υπέρμετρους περιορισμούς. Συνήθως, το χρονικό διάστημα προσδιορίζεται στο ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης και αυτό εφόσον η γεωγραφική περιοχή την οποία καλύπτει το δίκτυο διανομής του δικαιοπάροχου τελεί σε αντιστοιχία με την μετέπειτα περιοχή επιχειρηματικής δράσης του δικαιοδόχου. Η εύλογη διάρκεια της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης κρίνεται με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Χαρακτηριστική είναι η Απόφαση 51/1997 Επιτροπής Ανταγωνισμού που έκρινε ότι η εξαετία δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογο χρονικό διάστημα.

Σε περίπτωση μη ομαλής εξέλιξης της σύμβασης δικαιόχρησης εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη και συγκεκριμένα η 288 ΑΚ, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις. Ο οφειλέτης (δικαιοδόχος ή δικαιοπάροχος) δικαιολογείται σε ορισμένες περιπτώσεις να καθυστερήσει την εκπλήρωση της παροχής του, αν υπάρχει εύλογη αιτία. Στην εύλογη αιτία περιλαμβάνεται η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης (325 ΑΚ). Κατά τη διάταξη αυτή, εάν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, έως ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Λύση της σύμβασης δικαιόχρησης επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία από έναν από τους συμβαλλομένους για σπουδαίο λόγο. Ωστόσο, αν η σύμβαση καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, που εν τέλει αποδείχθηκε αναληθής, τότε η καταγγελία είναι άκυρη και οφείλεται αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε.

Πηγή Εικόνας: tworld.com

Είναι χαρακτηριστικό πως η σύμβαση δικαιόχρησης δεν έχει προβλεφθεί νομοθετικά, μολονότι αποτελεί συνηθισμένη πρακτική. Ο νομοθέτης φαίνεται πως αδυνατεί να ανταποκριθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα στις ραγδαίες και συνεχόμενες εξελίξεις της οικονομίας. Για τη βοήθεια της κάλυψης των κενών, που αφήνουν οι νομοθετικές ρυθμίσεις, νομιμοποιούνται οι ίδιοι οι συναλλασσόμενοι στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ).  Ωστόσο, είναι κοινά αποδεκτό πως η έλλειψη νομοθετικώς κατοχυρωμένων ρυθμίσεων αποτελεί πηγή ανασφάλειας και αβεβαιότητας για τους συναλλασσόμενους. Η αντιμετώπιση των αναφυόμενων ζητημάτων πραγματοποιείται τις περισσότερες φορές με τυποποιημένους συμβατικούς όρους (Γενικοί Όροι Συναλλαγών-ΓΟΣ), τους οποίους διατυπώνει συνήθως η οικονομικά ισχυρότερη πλευρά, ο δικαιοπάροχος (franchisor). Το γεγονός αυτό ενέχει κίνδυνο καταχρήσεων σε βάρος του άλλου συμβαλλομένου, του δικαιοδόχου (franchisee), ο οποίος είτε από λόγους ανάγκης είτε για λόγους ταχύτητας, αποδέχεται πολλές φορές τους όρους αυτούς παρά τη θέλησή του. Για την προστασία του δικαιοδόχου από καταχρηστικές ρήτρες των ΓΟΣ θα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων: 174, 178, 179, 281, 371-372 ΑΚ. Επιπλέον, ο ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελέσει δικλείδα ασφαλείας για το δικαιοδόχο. Ο νόμος αυτός εισάγει μια ευρύτερη έννοια του «καταναλωτή». Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν και επαγγελματίες, με την προϋπόθεση ότι είναι «τελικοί αποδέκτες» του προϊόντος ή των υπηρεσιών και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο της επίδικης συμβάσεως «προσφέρονται στην αγορά».

Σε τελική ανάλυση, οι νέες συμβατικές μορφές που συνεχώς διαμορφώνονται είναι αναγκαίες και «αναζωογονητικές» για την οικονομία. Η τάση εγκλωβισμού τους στον κορμό του παραδοσιακού Αστικού Δικαίου δεν θα οδηγούσε στα επιθυμητά αποτελέσματα. Η ενδεχόμενη τυποποίησή τους, λοιπόν, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μάλλον με έναν δημιουργικό τρόπο και σίγουρα με χαρακτήρα που ξεπερνάει την «εθνικότροπη νομική προσέγγιση». Είναι αδήριτη ανάγκη στο μέλλον να υπάρξει μια δυναμική μορφή νομοθετικής κατοχύρωσης, που θα περιλάβει σε ένα ευρύ φάσμα αυτές τις συμβατικές μορφές με σκοπό την πληρέστερη προστασία των συμβαλλομένων.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Νομικά Ζητήματα των Συμβάσεων Δικαιόχρησης (Franchising), Νίκη Γκοτσοπούλου, διαθέσιμο εδώ
  • Η σύμβαση δικαιόχρησης, Ιφιγένεια Καρπουζάκη, διαθέσιμο εδώ
  • Σύμβαση Δικαιόχρησης (Franchising) & Ζητήματα Αθέμιτων Πρακτικών, διαθέσιμο εδώ
  • Συμβάσεις δικαιόχρησης (Franchising) και ζητήματα προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Αργυρού
Γεννήθηκε το 2000 στην Αθήνα και σπουδάζει στο τμήμα νομικής του ΕΚΠΑ .Έχει κλίση προς το διεθνές και το Ενωσιακό δίκαιο, ενώ τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το δίκαιο του διαστήματος. Έχει άριστη γνώση της αγγλικής και τον τελευταίο καιρό ασχολείται με την εκμάθηση της αραβικής. Ξεκινάει τα πρώτα της βήματα στην αρθρογραφία στο OffLine Post