15.9 C
Athens
Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΗ εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917: Μία πρώιμη προσπάθεια εισαγωγής της δημοτικής στην...

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917: Μία πρώιμη προσπάθεια εισαγωγής της δημοτικής στην εκπαίδευση


Της Ευαγγελίας Κατσιγιάννη,

Ο γλωσσικός διχασμός, η διαμάχη δηλαδή ανάμεσα στους οπαδούς της καθαρεύουσας και της δημοτικής, για πολλά χρόνια ταλάνισε τον ελληνικό κόσμο. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της σύστασης του ελληνικού κράτους το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων των πνευματικών κύκλων ως το βασικό μέσο για τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των πολιτών. Με την πάροδο των χρόνων, οι οπαδοί της καθαρεύουσας κυριάρχησαν, επιβάλλοντας στους περισσότερους τομείς τη χρήση μιας αρχαϊκότερης μορφής της ελληνικής, με αποκορύφωμα το έτος 1911, οπότε και η καθαρεύουσα καθιερώθηκε και συνταγματικά ως η επίσημη γλώσσα του κράτους.

Το γεγονός αυτό θορύβησε τους υποστηρικτές της δημοτικής, που έκτοτε στράφηκαν στην οργάνωση ενός συγκροτημένου μετώπου, απομακρυσμένου από τις ακραίες θέσεις του Ψυχαρισμού, με απώτερο στόχο την επιβολή των ιδεών τους στην εκπαιδευτική πολιτική, που για αυτούς αποτελούσε το εφαλτήριο για τη μελλοντική παγίωση της λαϊκής γλώσσας. Φυσικά, για την επιτυχία αυτού του σχεδίου απαραίτητη ήταν η συνεργασία με μια ισχυρή πολιτική παράταξη με νεωτερικό όραμα. Τη νεωτερικότητα αυτή οι δημοτικιστές τη βρήκαν στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου και στο Κόμμα των Φιλελευθέρων. Από τη μεταξύ τους συνεργασία, ανέκυψε, το 1917, μια νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, στο πλαίσιο της οποίας εισαγόταν για πρώτη φορά η δημοτική γλώσσα στα σχολεία. Τι ακριβώς, όμως, προέβλεπε η μεταρρύθμιση του 1917 και γιατί θεωρείται σημαντική μέχρι και τις μέρες μας;

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917 έλαβε χώρα σε μια κομβική χρονιά για την Ελλάδα. Η Κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, ερχόμενη σε ρήξη, από το 1915, με το Παλάτι για το θέμα της συμμετοχής της Ελλάδας στον Μεγάλο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, είχε δημιουργήσει μια παράλληλη κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να προωθήσει τα πολιτικά της σχέδια. Στο πρόγραμμά της προβλέπονταν και αλλαγές στην παιδεία, με στόχο τον εκσυγχρονισμό του κράτους και κυρίως την αφομοίωση των πληθυσμών των νεοκατακτημένων περιοχών. Η ενσωμάτωση των ανθρώπων αυτών απαιτούσε την προσαρμογή των σχολικών εγχειριδίων σε μια γλώσσα απλούστερη, αρκετά πιο προσιτή. Για το λόγο αυτό, ο Υπουργός Παιδείας της Κυβέρνησης «Εθνικής Άμυνας» του Βενιζέλου, Γεώργιος Αβέρωφ, διόρισε τον Δημήτρη Γληνό, έναν από τους ηγέτες του δημοτικιστικού σωματείου Εκπαιδευτικός Όμιλος, ως Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, αναθέτοντάς του τη θέσπιση ενός νέου εκπαιδευτικού πλάνου.

Ο πρωθυπουργός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Πηγή εικόνας: sansimera.gr

Ο Δημήτρης Γληνός, έχοντας στο πλευρό του τους άλλους δύο ηγέτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου, Μανόλη Τριανταφυλλίδη και Αλέξανδρο Δελμούζο, δεν κατόρθωσε να πραγματώσει το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη. Με την επικράτηση, ωστόσο, της βενιζελικής κυβέρνησης, χάρη στη συνδρομή των Μεγάλων Δυνάμεων και την επαναφορά της στην Αθήνα, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Οι τρεις δημοτικιστές γρήγορα θέσπισαν ένα νέο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο, βάσει του οποίου η δημοτική θα αποτελούσε πλέον την επίσημη γλώσσα των βιβλίων των τεσσάρων πρώτων τάξεων του δημοτικού. Όσον αφορά τις επόμενες τάξεις, όχι μόνο δεν θα εξαφανιζόταν, αλλά θα συνυπήρχε ισότιμα με την καθαρεύουσα. Ο καινούργιος κανονισμός για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση προέβλεπε, επίσης, τη δημιουργία νέων συγγραμμάτων στη δημοτική, την άρση του κρατικού μονοπωλίου στα σχολικά εγχειρίδια μέσω της άδειας ύπαρξης πολλών βιβλίων ταυτοχρόνως, καθώς και τη δυνατότητα αξιοποίησης βοηθητικών βιβλίων παράλληλα με τα σχολικά.

Για την υλοποίηση αυτού του νομοσχεδίου συγγράφηκαν δεκατρία νέα συγγράμματα, από τα οποία τα δύο («Ψηλά Βουνά» και «Αλφαβητάρι με τον Ήλιο») εκδόθηκαν από την ίδια την Επιτροπεία προς σύνταξιν αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού σχολείου. Βασικός στόχος αυτών των συγγραμμάτων ήταν η καλλιέργεια της ευγενούς άμιλλας και της αυτενέργειας των μαθητών, ούτως ώστε εκείνοι στο μέλλον να είναι σε θέση να αξιοποιήσουν αυτά τα χαρακτηριστικά στην κοινωνία. Τούτο φάνηκε ιδιαίτερα μέσα από την διδασκαλία του αναγνωστικού «Ψηλά Βουνά», που είχε ως κεντρικό θέμα το ταξίδι για περίπου δύο μήνες μιας ομάδας 26 αγοριών στα βουνά της Ευρυτανίας. Κατά την παραμονή τους εκεί, τα ασυνόδευτα αγόρια για τη βέλτιστη επιβίωσή τους καλούνταν να συνεργαστούν και να καλλιεργήσουν διάφορες κοινωνικές και πολιτικές δεξιότητες, όπως είναι λόγου χάριν η ανάληψη ευθυνών, η συνεργατικότητα, η κοινωνικότητα, η ενσυναίσθηση και η ελευθερία του λόγου.

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Ψηλά Βουνά». Πηγή εικόνας: wikiwand.com

Η πρωτοπόρα αυτή απόφαση για την παιδεία, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε οξείες αντιδράσεις στους συντηρητικούς κύκλους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν τους ηγέτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου πως προήγαγαν τον μπολσεβικισμό στην εκπαίδευση, μέσω των νέων σχολικών αναγνωσμάτων, παραβλέποντας, συν τοις άλλοις, με τη θεματική που παρέβαλαν εντός αυτών τα ύψιστα ιδανικά της πατρίδας και της θρησκείας. Εν τέλει, η μεταρρύθμιση μετά την ήττα του Ελευθέριου Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 καταργήθηκε, ενώ και τα σχολικά βιβλία που είχαν τυπωθεί θεωρήθηκαν απαγορευτικά για την εκπαιδευτική διαδικασία. Με την επαναφορά της στην εξουσία η αντιβενιζελική παράταξη καθιέρωσε ξανά την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης, δίνοντας έτσι ένα τέλος στην προσπάθεια των δημοτικιστών για την κυριαρχία της λαϊκής γλώσσας στα σχολεία. Θα χρειαζόταν το πέρασμα πολλών δεκαετιών ακόμα για την παγίωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας της χώρας.

Συνοψίζοντας, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917 αποτελεί μία τομή στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης. Οι καινοτόμες ιδέες των εισηγητών της έδωσαν μία νέα ώθηση για την εισαγωγή στα σχολεία μιας φιλελεύθερης και συνάμα ρεαλιστικής παιδαγωγικής, πάντοτε προσαρμοσμένης στις ανάγκες των μαθητών και αποτέλεσαν ένα σοβαρό μέσο για τον εκσυγχρονισμό των σχολικών προγραμμάτων στα κατοπινά χρόνια.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Πουγαρίδου, Γεωργία (2017), Εκπαιδευτικός Δημοτικισμός-γλωσσική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μέσα από την αλληλογραφία των Δημήτρη Γληνού, Αλέξανδρου Δελμούζου και Μανόλη Τριανταφυλλίδη (1910-1926), Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία, Φλώρινα: Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Διαθέσιμο εδώ
  • Συλλογικό Έργο (2017), Εκατό χρόνια από τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917, από την ιστοσελίδα venizelos-foundation.gr. Διαθέσιμο εδώ
  • Ράπτης, Γ. Παναγιώτης (1997), Οι Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα (1917-1940), Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο. Διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ευαγγελία Κατσιγιάννη
Ευαγγελία Κατσιγιάννη
γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998 και είναι απόφοιτη του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ο προσανατολισμός των σπουδών της είναι η Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Στα άμεσα ενδιαφέροντά της συγκαταλέγονται η Νεότερη και Σύγχρονη ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία και η Νεοελληνική Λογοτεχνία.