19.4 C
Athens
Σάββατο, 27 Νοεμβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΟικιακή εργασία: Η μη πληρωτέα εργασία, που δεν υπολογίζεται στο ΑΕΠ

Οικιακή εργασία: Η μη πληρωτέα εργασία, που δεν υπολογίζεται στο ΑΕΠ


Της Δήμητρας Χασάπη,

Οι κοινωνίες σπάνια δίνουν βάρος στην αξία της απλήρωτης εργασίας, στο πεδίο της παροχής φροντίδας στο πλαίσιο της οικογενείας, εκτός κι αν εμποδιστεί η ομαλή προσφορά τους. Η απλήρωτη οικιακή εργασία, μάλιστα,  είναι αόρατη για τους οικονομολόγους, διότι η αποτίμησή της σε χρηματικό μέγεθος με βάση τις αρχές της προσφοράς και της ζήτησης είναι δύσκολη, ενώ ο συγκεκριμένος χρόνος εργασίας στο σπίτι θεωρείται, λογιστικά τουλάχιστον, ανύπαρκτος και για αυτόν τον λόγο δεν υπολογίζεται στον ΑΕΠ.

Για να προχωρήσουμε, ωστόσο, στην ανάλυσή μας, θεωρείται απαραίτητο να ορίσουμε την έννοια του ΑΕΠ, όπως αυτή υιοθετείται ως όρος από το ελληνικό οικονομικό σύστημα, καθώς και την έννοια της οικιακής εργασίας, όπως τη γνωρίζουν τα περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά σήμερα. Ως ΑΕΠ, λοιπόν, ορίζεται το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, που αποτελεί το κυριότερο μέγεθος υπολογισμού της συνολικής αγοραίας αξίας όλων των τελικών προϊόντων και υπηρεσιών, που παράγονται σε μία χώρα στη διάρκεια μίας ορισμένης χρονικής περιόδου. Αντίστοιχα, η οικιακή εργασία αποτελείται από τον χρόνο, που δαπανάται για την καθημερινή φροντίδα ενός σπιτιού, τα ψώνια, τη φροντίδα των παιδιών και άλλες δραστηριότητες συναφείς με τη συντήρηση του σπιτιού.

Πηγή Εικόνας: newsbreak.gr

Το ΑΕΠ, λοιπόν, ως μέγεθος παρουσιάζει την εξής αδυναμία: Δεν περιλαμβάνει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που δεν είναι αντικείμενα αγοραπωλησίας. Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να ανατρέξουμε στον νόμο της αξίας. Σύμφωνα με αυτόν, το όπλο του εκάστοτε εργάτη, με το οποίο είναι σε θέση να παράγει συστηματική προσωπική εργασία και εμπορεύματα, είναι ο χρόνος που αφιερώνει στην παραγωγή της εργασίας του αυτής, καθώς και το κατά πόσο ο πραγματικός αυτός χρόνος έχει κοινωνικό απόκρισμα, δηλαδή το «προϊόν» της εργασίας αυτής διατίθεται προς ανταλλαγή στην αγορά. Αν τώρα, στη θέση των παραγόμενων εμπορευμάτων που διατίθενται προς κατανάλωση, βάλουμε τη θεωρητική αξία της χρήσης των παρεχόμενων από την οικιακή εργασία πραγμάτων, θα συναντήσουμε ένα παράδοξο. Στην περίπτωση αυτή, αν και έχει σπαταληθεί πραγματικός χρόνος παραγωγής, επειδή το προϊόν της παραγωγής δεν προσφέρεται προς ανταλλαγή στην αγορά αλλά ελεύθερα μεταξύ των μελών της οικογενείας, αυτόματα ο χρόνος της εργασίας στο σπίτι απορρίπτεται ως μη κοινωνικά αναγκαίος και άρα μένει εκτός του υπολογισμού της αξίας του στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν.

Αυτός ο αποκλεισμός της αυτούσιας οικιακής εργασίας από το νόμο, μας αναγκάζει, φυσικά, να ανατρέξουμε στο δίκαιο, για να εντοπίσουμε με ποια νομοθετική ρύθμιση “ομοιάζει” μερικώς –και σίγουρα πάντως δεν ταυτίζεται– ο θεσμός της οικιακής εργασίας. Σε ένα σύστημα, λοιπόν, όπου οι κοινωνικές έννοιες και δομές θα μεταφέρονταν στη νομοθεσία απαρέγκλιτα, χωρίς δηλαδή διαχωρισμό των λεπτών αποχρώσεων και εναλλαγών τους μέσα στην κοινωνία, η οικιακή εργασία θα βρισκόταν πολύ κοντά εννοιολογικά με τη ρύθμιση για τους οικιακούς μισθωτούς παροχής εξαρτημένης εργασίας, όπως αυτοί θεσμοθετούνται από το έγγραφο του υπουργείου εργασίας 40578/898/2-1-2014. Σύμφωνα με αυτό, η εξαρτημένη εργασία, που παρέχεται σε αυτής της μορφής τις εργασιακές σχέσης, αφορά, κυρίως, τη δέσμευση της ελευθερίας του μισθωτού ως προς τον χρόνο του ή τον τόπο διαμονής του, ώστε να είναι έτοιμος να παράσχει τις υπηρεσίες του ανά πάσα στιγμή παραστεί ανάγκη. Πρόκειται σύμφωνα με τα άρθρα 648, 649 και 653 ΑΚ σε συνδυασμό με τους ν.3239/1933, 1876/1990 και 3755/1957, όχι για σύμβαση εργασίας, αλλά για σχέση ετοιμότητας για εργασία και οι μισθολογικές σχέσεις, καθώς και οι σχέσεις με τον εργοδότη προκύπτουν ύστερα από συγκεκριμένη συμφωνία ή είναι αποτέλεσμα πραγματικών περιστατικών. Εδώ θα εντοπίσουμε και την βασική διαφοροποίηση με την οικιακή εργασία μέσα στην οικογένεια, αφού στη σύγχρονη μορφή της, ο ρόλος του “εργοδότη” της οικιακής εργασίας εναλλάσσεται συνεχώς μεταξύ του ζευγαριού ανάλογα με το ποιος εκτελεί μια οικιακή εργασία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και ποιος εκτελεί μια άλλη οικιακή εργασία την ακριβώς επόμενη. Αυτό είναι, εξάλλου, λογικό στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου οι αρμοδιότητες του άνδρα και της γυναίκας μέσα στο σπίτι τείνουν να εξισορροπούνται. Η μισθολογική, τέλος, απόκλιση της οικιακής εργασίας σε σχέση με αυτή του οικιακού μισθωτού, είναι εξίσου σημαντική για την  υπαγωγή της οικιακής εργασίας σε αυτό τον κλάδο του εργασιακού δικαίου, αφού όπως ήδη έχουμε αναφέρει η μη χρηματική αποτίμηση της οικιακής εργασίας από την κοινωνία, δημιουργεί κενό στην αμφίδρομη σχέση εργοδότη – εργαζομένου, που απαιτεί ο νόμος για τους οικιακούς μισθωτούς και άρα δεν θεωρείται νομικά σημαντική.

Πηγή Εικόνας: apnnews.com

Γίνεται με αυτό τον τρόπο φανερό, ότι οι εργασίες του νοικοκυριού δεν επικυρώνονται νομικά και κοινωνικά, γεγονός που τις τοποθετεί αδίκως σε κατώτερο στάδιο στην καθημερινή τριβή από αυτό της συστηματικής αμειβόμενης εργασίας, παρότι συχνά απαιτεί περισσότερη σωματική κόπωση από την δεύτερη, ενώ παράγει αποτέλεσμα τέτοιο που η απουσία της θα ήταν πέρα για πέρα φανερή μέσα στην κοινωνία.

Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί εδώ πως η κοινωνική επικύρωση της οικιακής εργασίας και τελικά ο υπολογισμός της στο ΑΕΠ δεν έχει και δεν πρέπει να έχει ως στόχο τον πλήρη έλεγχο του κράτους στη διαδικασία του συγκεκριμένου τύπου εργασίας, αφού κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τους συζύγους ελεγκτές του κράτους και τον θεσμό της οικογένειας καπιταλιστικό δόμημα, αλλά στοχεύει στην ανάδειξη της πλήρους εργασιακής δύναμης, που ασκείται καθημερινά από τα άτομα ζώντας και αλληλεπιδρώντας μέσα στο σύνολο. Επιπλέον, επιδιώκει την κατάργηση οποιωνδήποτε προνομίων μεταξύ των συζύγων στην οικιακή διαδικασία της εργασίας, την βελτίωση της ποιότητας των μέσων κατανάλωσης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο καθώς και την διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να θεωρηθεί δυνατή και μια οπτική της μη πληρωτέας εργασίας, που έως τώρα ήταν άγνωστη κοινωνικά.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • “Για την οικιακή εργασία”, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Χασάπη
Είναι Γεννημένη το 1999 στην Αθήνα και φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Εργάζεται στο Εθνικό Θέατρο ως ταξιθέτρια, ενώ στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό, που αγαπάει ιδιαίτερα.