19.4 C
Athens
Σάββατο, 27 Νοεμβρίου, 2021
ΑρχικήΚοινωνίαΗ κοινωνική πραγματικότητα του διαζυγίου και οι συνέπειές του

Η κοινωνική πραγματικότητα του διαζυγίου και οι συνέπειές του


Της Σοφίας Τάνα,

«Τα εν οίκω μη εν δήμω» συνήθιζαν να λένε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Τι σημαίνει, όμως, αυτή η φράση και γιατί ο αντίκτυπός της σκεπάζει σαν πέπλο την κοινωνία μας μέχρι την εποχή αυτή; Για τους αρχαίους Έλληνες η προσπάθεια να στιγματίσουν με αυστηρότητα τα ακριβή όρια, ανάμεσα στην ιδιωτική και στη δημόσια ταυτότητα ενός ατόμου, ήταν αδιάκοπη. Τι συμβαίνει, όμως, με τις περιπτώσεις, όπου η προσωπική ζωή των ανθρώπων τίθεται υπό δική τους παρότρυνση στα χέρια ειδικών; Μία τέτοια περίπτωση είναι η κοινή απόφαση ενός ζευγαριού για τη λύση του γάμου του. Ο γάμος είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος συνεχώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται. Θρέφεται από την αγάπη και την απόφαση κοινής πορείας και φθείρεται, από πληθώρα αιτιατών στοιχείων. Όταν όμως δύο άνθρωποι που ένωσαν τις ζωές τους με το για την εκκλησία θεοσύστατο ιερό μυστήριο του γάμου, έχοντας κάνει τον κύκλο της κοινής τους πορείας και θέλοντας να ακολουθήσουν διαφορετικά μονοπάτια στη ζωή, το διαζύγιο αποτελεί μονόδρομο.

Με το διαζύγιο, λοιπόν, κατοχυρώνεται και επίσημα η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ενός ζευγαριού, ενώ προϋπόθεση για να λυθεί, αποτελεί η δικαστική απόφαση, προκειμένου να αποδοθούν και τα του Καίσαρος, τω Καίσαρι. Πλέον, η έκδοση διαζυγίων αποτελεί μία νέα πραγματικότητα, καθώς ο θεσμός αυτός, βαθιά ριζωμένος πια στις νέες γενιές, έχει ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση των ποσοστών των διαζυγίων. Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου, είναι αναγκαίο να κρίνεται η άριστη διατήρηση της αρμονίας προκειμένου να διατηρηθεί ακέραιη και η ψυχική υγεία των συζύγων. Η αρμονία αυτή, όμως, σε πληθώρα περιπτώσεων διαταράσσεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να κατακρεουργείται η συμβίωση από το εσωτερικό της.

Πηγή εικόνας: dikigorikagrafeia.gr

Επομένως, η αέναη αυτή σημερινή τάση για αύξηση των διαζυγίων, με την προοδευτική ταυτόχρονη μείωση των γάμων, αρχίζουν να σκιαγραφούν ολοένα και πιο έντονα μία νέα κοινωνική πραγματικότητα, με τη συνακόλουθη διάβρωση των θεσμών του γάμου και της οικογένειας. Εύλογο συμπέρασμα αποτελεί η παραπάνω κατάσταση, μιας και τα άνθη ενός γάμου, τα παιδιά, είναι αδύνατον να μην επηρεαστούν από έναν τέτοιο επίπονο «Γολγοθά». Σε τέτοιες περιπτώσεις, το συναινετικό διαζύγιο αποτελεί και τη βέλτιστη λύση, αν αναλογιστούμε ότι με μία διαδικασία ρυθμίζονται αυτόματα φλέγοντα ζητήματα, όπως η επιμέλεια του παιδιού, η δυνητική διατροφή, η επικοινωνία του ετέρου γονέα με το παιδί και τα λοιπά.

Πολλά παιδιά, έπειτα από ένα διαζύγιο των γονιών τους, παρουσιάζουν διάφορες ασυνέπειες, που συνδέονται άρρηκτα με τη ψυχοκοινωνική συμπεριφορά των παιδιών. Τείνουν, δηλαδή, να σταματούν να εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους, αλλά εν αντιθέσει να τα κρατούν δέσμια των σκέψεών τους και της αθώας τους ψυχής. Ως αποτέλεσμα, έχουν μειωμένη εκφραστικότητα όσον αφορά τα θέματα της κοινωνίας, ενώ δεν κρίνουν απαραίτητη την κοινωνικοποίησή τους και την ενασχόλησή τους με πληθώρα σχολικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Με τον τρόπο όμως αυτό, χάνουν ολοένα και περισσότερες ευκαιρίες να αναπτύξουν ομαλά τις διαπροσωπικές τους δεξιότητες, με απώτερο αποτέλεσμα, τη μη ομαλή ένταξή τους στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Με το να μην ακολουθούν την πεπατημένη και απομονώνοντας κάθε πτυχή του ψυχισμού και εαυτού τους, οδηγούνται σε μία ζωή που ξεχειλίζει από άγχος, ψήγματα κατάθλιψης και σε ορισμένες περιπτώσεις τιτάνια ποσοστά, παραβατικής και επιθετικής συμπεριφοράς.

Τα παιδιά θα βρουν τρόπο να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους έναντι του διαζυγίου. Η αντικοινωνική συμπεριφορά κρίνεται ως συνηθέστερος παράγοντας, επηρεασμένος από το συναίσθημα κατωτερότητας που τα κατακλύζει. Τα παιδιά, ιδιαίτερα σε μικρές ηλικίες είναι σκληρά, φέρνοντας έτσι συνεχώς τον άμεσα επηρεαζόμενο σε δύσκολη θέση, μπροστά στα απεχθή συναισθήματα που έχουν λάβει σάρκα και οστά εξαιτίας του διαζυγίου. Καθώς περπατούν τα χρόνια της σχολικής ζωής, πολύ πιθανό να αντιμετωπίζουν προβλήματα αυτοσεβασμού, ενοχών και γενικότερης συναισθηματικής φόρτισης, που κάθε άλλο από το θα βοηθήσουν στη σχολική επίδοση και τον ψυχοκοινωνικό κόσμο του παιδιού.

Ο Beck-Gernsheimδε διστάζει να αναφέρει πως «η μικρή διάρκεια του γάμου θα αποτελέσει τον κανόνα του μέλλοντος στην οικογένεια». Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι τα ποσοστά του διαζυγίου μπορούν να τεθούν υπό ριζικές αλλαγές, λόγω της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ διαζυγίου και κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών μέσα σε μία κοινωνία. Ως τέτοιοι παράγοντες, μπορούν να χαρακτηριστούν η απουσία ελευθέρου, ποιοτικού χρόνου, με τη συνακόλουθη απομάκρυνση του ζευγαριού, η εκκωφαντική ανεξαρτησία των γυναικών και η απαίτηση συμβολής τους στον οικογενειακό προϋπολογισμό, τα υψηλά ποσοστά μοιχείας και καταπάτησης των όρκων που έχουν δοθεί, σε συνδυασμό με την πεζότητα της εποχής αυτής και της επικέντρωσης στην επιφάνεια. Η όψη ενός/μίας εκπάγλου καλλονού/ής οδηγούν στο να παραλείπονται τα περεταίρω ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να διέπουν έναν σύντροφο και γονέα. Επομένως, δε μπορεί να διασφαλιστεί μία υγιής σχέση μεταξύ του γονέα και του παιδιού με αποτέλεσμα την άρνηση των τελευταίων να φερθούν ως ολοκληρωμένα άτομα, μην έχοντας λάβει μία ορθή ανατροφή, που αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο στις ζωές όλων.

Σοβαρές επιπτώσεις θα υπάρξουν, ακόμα, με την άρνηση των γονιών να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Η άρνηση αυτή πηγάζει από τα αποτελέσματα διάφορων συναισθηματικών διαταραχών και συγκρούσεων προσωπικότητας, τα οποία όμως επηρεάζουν άμεσα και τη ψυχική υγεία των παιδιών. Πρέπει να υπάρχει ένα ευχάριστο κλίμα ανάμεσα στους γονείς και στα τέκνα, καθώς το διαζύγιο κρίνεται ως μία αρκετά στρεσογόνα περίοδος και μπορεί να εμφυσήσει τα παιδιά σε μία κατάσταση που κυριαρχεί η εσωτερίκευση σε συνδυασμό με τη μειωμένη δόση ικανότητας ανταπόκρισης, στα κοινωνικά δρώμενα που απαιτείται.

Πηγή εικόνας: logotypos.gr

Η Ελλάδα, λοιπόν, κατατάσσεται στις χώρες με σχετικά χαμηλότερα ποσοστά διαζυγίων, σε συνάρτηση με τους γάμους, συγκριτικά με τα άλλα κράτη που εντάσσονται στον Ευρωπαϊκό χώρο. Η τάση όμως που υπάρχει δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική, μιας και είναι ανοδική. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα δεδομένα μέχρι το 1984 φαίνεται ότι το ποσοστό των ζευγαριών που αποφάσισαν τη λύση του γάμου τους, άγγιζαν το 8%, ενώ, περί το έτος 1992 είχαν ήδη αυξηθεί στο 10%. Μόλις λίγα χρόνια αργότερα το 1995 άγγιζε το 17%, ενώ το 2006 κυμαίνονταν στο 23%. Βέβαια, τα χαμηλότερα αυτά ποσοστά, χρεώνονται στην κοινωνία μας και στο τρόπο με τον οποίο αυτή είναι δομημένη, εξαιτίας της υποβαθμισμένης θέσης της γυναίκας που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία, σε σχέση με την πολυπλοκότητα των ρόλων που αναλαμβάνουν οι γυναίκες σε άλλες χώρες.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Μπαμπάλης, Θ. (2003) Παιδιά μονογονεϊκών οικογενειών. Ψυχοκοινωνική προσαρμογή στην οικογένεια και το σχολείο. Σύγκριση με μαθητές από πυρηνικές οικογένειες. Διδακτορική διατριβή. Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή ανθρωπιστικών επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού.
  • Χατζηχρήστου Χ., Γ. (1999). «Ο χωρισμός των γονέων, το διαζύγιο και τα παιδιά» Αθήνα. Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Σοφία Τάνα
Γεννήθηκε το 2000 και ιδιαίτερη πατρίδα της η Λάρισα. Αποτελεί προπτυχιακή φοιτήτρια του παιδαγωγικού τμήματος δημοτικής εκπαίδευσης του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στόχος της η βαθύτερη και πολύπλευρη κατανόηση της κοινωνίας μας και η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο μέσα από το κόσμο του εθελοντισμού. Όνειρο της η ενασχόληση με τα παιδιά με τη συνακόλουθη συμβολή της στο να αγγίζουν τα όνειρα τους.