14 C
Athens
Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΗ «ευγενής τέχνη» του λαϊκισμού στη σύγχρονη πολιτική

Η «ευγενής τέχνη» του λαϊκισμού στη σύγχρονη πολιτική


Του Γιώργου Γιαρμά, 

Η κυβερνητική στρατηγική για την αντιμετώπιση της πανδημίας και, κυρίως η αμφιλεγόμενη εκστρατεία του εμβολιασμού, η οποία δίχασε τον ελληνικό λαό, επανέφεραν στο προσκήνιο, πιο έντονα από ποτέ, την έννοια του λαϊκισμού. Τί είναι, όμως, στην πραγματικότητα ο λαϊκισμός, ως πολιτική πρακτική, ποιος ο ρόλος του στην ελληνική πολιτική σκηνή και πόσο εύστοχο είναι να κατηγορούμε την τωρινή κυβέρνηση για προσφυγή σε μια τέτοια ευτελή και ρηχή ιδεολογική πρόταση;

Θεωρούμε πως μια κυβέρνηση υιοθετεί την τακτική του λαϊκισμού, όταν δε χάνει καμία ευκαιρία να «υπερπροβάλει» την εγγύτητά της στον λαό, ο οποίος, φυσικά, παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη δύναμη του πολιτικού συστήματος και ως η ανυπέρβλητη αξία, παρόλο που, ως έννοια, παραμένει σχετικά ακαθόριστη. Η στάση αυτή, όμως, δεν πηγάζει από τις ειλικρινείς φιλολαϊκές πεποιθήσεις του πολιτευτή, αλλά αποσκοπεί στη δημαγωγία και τον εντυπωσιασμό του λαού, με στόχο να εξυπηρετηθούν τα προσωπικά συμφέροντα της πολιτικής της «ελίτ». Αυτή η προσπάθεια συχνά συνοδεύεται από πλαστά προπαγανδιστικά διλήμματα, στα οποία ο λαϊκιστής πολιτικός παρουσιάζεται ως «ήρωας», σωτήρας, προστάτης και φίλος του απλού λαού, ενώ ο πολιτικός του αντίπαλος ως ανάξιος εμπιστοσύνης, εχθρός ή ταραξίας. Παρατηρούμε, έτσι, ότι αυτή η πολιτική «κολακείας» των ψηφοφόρων δεν απέχει ιδιαίτερα από την έννοια της προπαγάνδας, ιδιαίτερα όταν έχει την υποστήριξη τη τέχνης και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης -φαινόμενο ιδιαίτερα συχνό στη σημερινή εποχή της ψηφιακής πραγματικότητας.

Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση στην ανάδειξη λαϊκιστών πολιτικών. Μάλιστα, η χώρα αναδείχθηκε δεύτερη πανευρωπαϊκά σε ποσοστά υποστήριξης λαϊκιστικών κομμάτων για το έτος 2019, σύμφωνα με έρευνα του σουηδικού ινστιτούτου Timbro, αφήνοντας να την ξεπεράσει μόνο η Ουγγαρία. Το φαινόμενο στη χώρα δε γνωρίζει πολιτική παράταξη: Αντιθέτως, η λαϊκίστικη πολιτική μπορεί να προέρχεται τόσο από πολιτικούς της δεξιάς, όσο και από αυτούς της λεγόμενης αριστεράς. Ο λαϊκισμός έχει, επίσης, την τάση να ανανεώνεται, να προσαρμόζεται στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της εκάστοτε εποχής και να εκμεταλλεύεται άψογα τα μέσα διάδοσης της ιδεολογίας που του προσφέρονται. Για παράδειγμα, στην περίοδο που ακολούθησε τον σπαρακτικό ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1946-1949, όταν ο φόβος για την κομμουνιστική απειλή βρισκόταν στο ύψιστο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έδωσε πνοή σε μια μορφή λαϊκισμού, που βασίζονταν στη συντηρητική πολιτική και την οικονομική οργάνωση της ελληνικής πραγματικότητας, καθώς και στην προσωποπαγή εσωτερική οργάνωση του κόμματος.

Πηγή εικόνας: filologiko-spoudastirio.gr

Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας κατάφεραν να αναδειχθούν στις εκλογές του 2015, εκμεταλλευόμενοι, ως έναν βαθμό, την απέχθεια του λαού απέναντι στα μνημόνια, τα οποία υπόσχονταν ότι θα καταπολεμήσουν με σθένος, πολιτική που  χαρακτηρίστηκε από τα τότε μέσα ενημέρωσης ως «αντιμνημονιακός λαϊκισμός». Ο πολιτικός που υποπίπτει στην πρακτική του λαϊκισμού χρειάζεται, έτσι, να είναι ικανός ρήτορας, λέγοντας στον κόσμο αυτό που θέλει να ακούσει.

Για να κατανοήσουμε, ωστόσο, καλύτερα την έννοια του λαϊκισμού, κρίνεται απαραίτητο να αναφερθούμε σε μια φιγούρα της εγχώριας πολιτικής σκηνής, που αποτέλεσε την προσωποποίηση της εν λόγω αφηρημένης έννοιας: Ο λόγος, φυσικά, για τον «μεγάλο ηγέτη του Λαού», Ανδρέα Παπανδρέου. Ο κ. Παπανδρέου, ήταν πραγματικά ο πολιτικός που συστηματοποίησε τον νεοελληνικό λαϊκισμό της μεταπολίτευσης. Εκμεταλλευόμενος το ρεύμα της εποχής και, φυσικά, τις δεινές ρητορικές του ικανότητες, ο Παπανδρέου ξεσήκωνε τις μάζες, βασιζόμενος σε μια αντικαπιταλιστική ιδεολογία, πετυχαίνοντας, έτσι, εντυπωσιακά αποτελέσματα στις εκλογικές αναμετρήσεις. Το πολιτικό του στυλ, πέρα από λαϊκίστικο, ήταν και ψηφοθηρικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι παροχές που πρόσφερε απλόχερα στους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και οι αμέτρητες προεκλογικές του υποσχέσεις, πολλές από τις οποίες φυσικά, όπως συνηθίζεται, ουδέποτε δεν τηρήθηκαν μετεκλογικά.

Αφού ο Παπανδρέου απέδειξε στην πράξη πως ο λαϊκισμός είναι η πλέον αποτελεσματική πρακτική για την εύκολη απόσπαση της πολυπόθητης ψήφου, από τότε που άνοιξε τον δρόμο, η σκυτάλη της δημαγωγίας περνάει από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Η ΝΔ θριάμβεψε στην προπαγάνδα το διάστημα 2005-2009, ενώ η παραπλανητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ το ακριβώς επόμενο διάστημα, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα απροκάλυπτου και άμεσου λαϊκισμού, στον οποίο αξίζει αδιαμφισβήτητα να αναφερθούμε, μας προσέφερε το 2013 ο τέως κάτοχος του ελληνικού πρωθυπουργικού θώκου, Αντώνης Σαμαράς. Όταν ο τότε πρωθυπουργός, ρωτήθηκε σε συνέντευξή του για τηλεοπτικό σταθμό, πως σκοπεύει να προσεγγίσει την ψήφο των νέων, οι οποίοι φαίνονταν, σύμφωνα με ποσοστά που προκύπταν από πληθώρα ερευνών, να δυσπιστούν προς το κόμμα, ο ίδιος ευθαρσώς προχώρησε σε τολμηρή δήλωση, σύμφωνα με την οποία θα κέρδιζε την υποστήριξη της εν λόγω ηλικιακής ομάδας προσφέροντάς της δωρεάν πρόσβαση στο διαδίκτυο σε όλα τα σημεία της χώρας. Συγκεκριμένα είχε δηλώσει : «Εγώ σήμερα μπορώ να τους υποσχεθώ ότι θα έχουμε στην Ελλάδα δωρεάν ασύρματο “Wifi Internet”. Σε όλη την Ελλάδα, σε έναν χρόνο». Όταν, στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος φάνηκε να δυσπιστεί στα λεγόμενα του πρωθυπουργού, ο ίδιος προχώρησε σε μια ακόμα σοβαρότερη δέσμευση προς τον λαό, λέγοντας: «Θα το κάνουμε. Και για αυτό το είπα. Θα γίνει. Το έχω ψάξει για να το πω. Είναι κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και δείχνει στους νέους ότι κάποιος νοιάζεται. Δεν λέω, ο Σαμαράς, δεν έχει καμία σημασία ο Σαμαράς ή το ποιο κόμμα. Νοιάζεται. Ότι υπάρχει η Ελλάδα που νοιάζεται γι’ αυτά τα παιδιά. Διαφορετικά, καήκαμε».

Πηγή εικόνας: protothema.gr

Φυσικά, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν προχώρησε ποτέ, ούτε θεωρώ πως υπήρχε εξ αρχής πρόθεση να υλοποιηθεί. Θα ήταν τεχνικά πολύ δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψιν του πως μιλάμε για σχεδόν μια δεκαετία πριν (οπότε δεν υπήρχαν και τα διαθέσιμα τα απαιτούμενα τεχνολογικά μέσα) και πως η χώρα βρισκόταν στη μέση μιας τεράστιας δημοσιονομικής κατάρρευσης, άρα θα αδυνατούσε να ανταπεξέλθει και οικονομικά στην όλη προσπάθεια. Το ερώτημα είναι: Ο κ. Σαμαράς δε γνώριζε τις συνθήκες; Δε γνώριζε πως έδινε στον ελληνικό λαό μια υπόσχεση, την οποία σαφώς δεν μπορούσε να τηρήσει; Η απάντηση είναι θετική. Για εκείνον, όμως, είχε περισσότερη σημασία να «παραμυθιάσει» τους επίδοξους ψηφοφόρους με εφήμερες υποσχέσεις και «αερολογίες», με σκοπό να αυξήσει τη δημοτικότητά του, παρά να παραμείνει ειλικρινής απέναντι στον ελληνικό λαό, προς τον οποίο το αξίωμά του τον υποχρέωνε να λογοδοτεί. Και αυτή ακριβώς η στρατηγική αποτελεί μια τέλεια περίληψη της έννοιας του ρητορικού λαϊκισμού. Και αυτό, το ίσως επιβλαβέστερο είδος λαϊκισμού, έχει μια αιτιώδη συνάφεια με την αναποτελεσματικότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Όταν, λοιπόν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανακοίνωσε την ανταμοιβή των νέων για τη συμμετοχή τους στο εμβολιαστικό πρόγραμμα, με μία «δωροκάρτα» των 150 ευρώ, υπέπεσε σε λαϊκιστική συμπεριφορά; Αν και η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι γνωστή για την τάση της προς τον λαϊκισμό, πιστεύω πως η κίνησή του αυτή, ήταν περισσότερο μια απεγνωσμένη προσπάθεια αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης και δεν στόχευε άμεσα στην αύξηση της υπό κατάρρευση δημοτικότητας του.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Σχόλια για το δωρεάν WiFi του Αντώνη Σαμαρά, fortunegreece.com, διαθέσιμο εδώ 
  • Ο λαϊκισμός στον 21ο αιώνα, Αριστείδης Χατζής,  kathimerini.gr, διαθέσιμο εδώ

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Γιαρμάς
Γεννήθηκε το 2002 στην Αθήνα, ενώ ιδιαίτερη του πατρίδα είναι η Μυτιλήνη. Σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ταυτόχρονα παρακολουθεί μαθήματα Δημοσιογραφίας και Reporting σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αγαπά ιδιαίτερα το γράψιμο, καθώς το θεωρεί έναν τρόπο εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του και εκτόνωσης των κοινωνικών του προβληματισμών.