14 C
Athens
Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΟνοματοδοσία ανήλικου τέκνου

Ονοματοδοσία ανήλικου τέκνου


Της Αγγελικής Μοντεσάντου,

Κάθε φυσικό πρόσωπο έχει ορισμένες πραγματικές ή νομικές ιδιότητες, γνωστές και ως καταστάσεις του προσώπου. Οι ιδιότητες αυτές μπορούν να είναι για παράδειγμα το όνομα, το φύλο και η χρησιμότητά τους έγκειται στην εξατομίκευση του προσώπου και τη διάκρισή του από άλλα φυσικά πρόσωπα. Το όνομα αποτελεί το κύριο μέσο εξατομίκευσης του προσώπου και κάθε φυσικό πρόσωπο είναι υποχρεωμένο να έχει ένα όνομα για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα, το όνομα είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει κύριο όνομα και επώνυμο. Με το τελευταίο γίνεται διάκριση από τα μέλη άλλων οικογενειών, ενώ με το κύριο όνομα μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας. Το πατρώνυμο επιστρατεύεται, όταν κύριο όνομα και επώνυμο συμπίπτουν σε διαφορετικά φυσικά πρόσωπα.

Ως προς το κύριο όνομα, αυτό αποκτάται με την ονοματοδοσία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία με τη σύμπραξη δημόσιας αρχής, δηλαδή του Ληξιαρχείου. Το δικαίωμα της ονοματοδοσίας φέρουν οι ασκούντες την γονική μέριμνα σύμφωνα με τα άρθρα 1510 – 1512 ΑΚ. Η ονοματοδοσία συνιστά αυτοτελές λειτουργικό δικαίωμα και διακρίνεται από την επιμέλεια. Είναι δικαίωμα διαρκές, μιας και ασκείται μια μόνο φορά και αποσβήνεται με τη δήλωση που το πραγματώνει. Επομένως, αμφότεροι οι γονείς πρέπει να αποφασίσουν σχετικά με το όνομα που θα λάβει το τέκνο τους.

Πηγή Εικόνας: taxheaven.gr

Σε περίπτωση διαφωνίας των ασκούντων τη γονική μέριμνα, αρμόδιο να αποφασίσει και να λύσει τη διαφωνία είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (681Β΄ ΚΠολΔ). Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη τόσο πριν από την πράξη της ονοματοδοσίας, όσο και μετά, ασκώντας αγωγή ονοματοδοσίας.

Αξίζει να τονισθεί ότι η χριστιανική βάπτιση ή τελετουργία άλλης θρησκείας διαφέρει από την ονοματοδοσία, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες. Η ονοματοδοσία γίνεται από αμφότερους τους γονείς και σε περίπτωση όπου ένας από αυτούς δεν δύναται να παραστεί ενώπιον του ληξίαρχου, τότε θα πρέπει να διαθέσει στον άλλο γονέα εξουσιοδότηση με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής από δημόσια αρχή. Με την ολοκλήρωση της παραπάνω διαδικασίας, το τέκνο αποκτά όνομα και καταχωρίζεται στους καταλόγους.

Η χριστιανική βάπτιση ή αντίστοιχη τελετουργία άλλης θρησκείας ωστόσο ακολουθεί διαφορετική διαδικασία καταχώρισης. Πρακτικά, η καταχώριση γίνεται στο περιθώριο της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως. Η καταχώριση της βάπτισης έχει ως συνέπεια την αναγραφή του θρησκεύματος και δεν επιδρά στο ήδη δηλωθέν ή ταυτοχρόνως δηλούμενο όνομα, το οποίο είναι και το σύνηθες συμβαίνον. Η σύμπραξη και των δύο γονέων στην καταχώριση της βάπτισης δεν είναι απαιτούμενη και μπορεί να γίνει χωρίς εξουσιοδότηση του μη παριστάμενου γονέα.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων σχετικά με το όνομα δεν δεσμεύεται από το γεγονός ότι το ανήλικο τέκνο είναι βαπτισμένο. Αυτό συμβαίνει διότι το μυστήριο του βαπτίσματος αποβλέπει στην απόκτηση θρησκείας και η κτήση ονόματος δεν συνιστά συστατικό στοιχείο αυτής. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ακόμη από τα αιτήματα ή την γνώμη των γονέων. Αντιθέτως, κύριο μέλημα αποτελεί το συμφέρον του τέκνου. Είναι δηλαδή δυνατόν να επιλεχθεί άλλο όνομα μη προτεινόμενο από τους γονείς ή να γίνει ακόμα και συνδυασμός ονομάτων από τα προτεινόμενα.

Πηγή Εικόνας: ekklisiaonline.gr

Με αφορμή την υπ’ αριθ. 754/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, γίνεται αντιληπτή η δυσκολία υιοθέτησης διπλού ονόματος για το ανήλικο τέκνο. Πρώτα απ’ όλα, φαίνεται να συνιστά επιλογή που αντί να επιλύσει τις διαφορές των γονέων μάλλον θα τις όξυνε. Το ανήλικο τέκνο, έπειτα από παρακολούθηση επιστημόνων ψυχικής υγείας, δεν κατανοεί την ανάγκη ύπαρξης διπλού ονόματος και αισθάνεται αμηχανία. Είναι δε προφανές πως ο κάθε γονέας-διάδικος και το περιβάλλον του θα προσφωνεί το ανήλικο τέκνο με το ένα από τα δύο ονόματα της προτίμησής του. Σαν αποτέλεσμα, θα δημιουργούσε κλονισμό  στον ψυχισμό του ανήλικου τέκνου και διάσπαση της προσωπικότητάς του. Με απλά λόγια, το τέκνο θα αποκαλούνταν Χ από τον ένα γονέα και Ψ από τον έτερο και τα αντίστοιχα οικογενειακά τους περιβάλλοντα.

Τέλος, ακόμα κι αν το τέκνο δεν έχει λάβει όνομα, το Ληξιαρχείο είναι αρμόδιο να καταχωρίσει αρχικά το επώνυμό του. Ως προς το κύριο όνομα, θα καταχωρισθεί η ένδειξη ΑΚΟ, δηλαδή Άνευ Κύριου Ονόματος έως ότου επέλθει ομαλοποίηση της κατάστασης είτε με συμφωνία των ασκούντων τη γονική μέριμνα, είτε δια της δικαστικής οδού.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Απόστολος Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2019
  • Απόστολος Γεωργιάδης, Οικογενειακό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2017
  • Η απόφαση διαθέσιμη εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αγγελική Μοντεσάντου
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αργοστόλι. Είναι ασκούμενη δικηγόρος, απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών καθώς και του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Την απασχολούν ζητήματα Διοικητικού και Ευρωπαϊκού Δικαίου, χωρίς όμως να παραμερίζει τους υπόλοιπους διακαιικούς κλάδους. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση και την εθελοντική διδασκαλία της γαλλικής. Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει αστυνομική λογοτεχνία, ταξιδεύει και παίζει τένις.