13.8 C
Athens
Τρίτη, 30 Νοεμβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΞαφνικά κληρονόμησα περιουσία... Τι μπορώ να κάνω;

Ξαφνικά κληρονόμησα περιουσία… Τι μπορώ να κάνω;


Της Φωτεινής Τζαννή,

Στην καθημερινή ζωή αποτελεί συχνό φαινόμενο κάποιος να κληρονομεί την περιουσία ενός δικού του ανθρώπου, είτε εντελώς ξαφνικά, είτε επειδή ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο ότι ο άνθρωπος αυτός θα έφευγε από τη ζωή. Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα φημίζεται για τις αργοκίνητες και χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτείται να ακολουθηθούν, για να καθοριστεί η τύχη της περιουσίας του λεγόμενου διαθέτη (έτσι ονομάζεται ο θανών, επειδή με το θάνατό του διαθέτει και την περιουσία του). Πώς μπορεί, λοιπόν, να αντιδράσει ο «υποψήφιος» κληρονόμος σε περίπτωση που έρθει αντιμέτωπος με το παραπάνω ενδεχόμενο;

Στο ελληνικό κληρονομικό δίκαιο και συγκεκριμένα στον Αστικό μας Κώδικα δύο είναι οι διέξοδοι που μπορεί να επιλέξει ο ενδιαφερόμενος ανάλογα με το εάν επιθυμεί ή όχι να αναλάβει την περιουσία που περιήλθε στα χέρια του.
Η πρώτη μεν είναι η λεγόμενη «αποποίηση» της κληρονομιάς του θανόντος, η δε δεύτερη είναι αυτή της «αποδοχής» της κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη.

Πηγή Εικόνας: motherblog.gr

Ως αποποίηση κληρονομιάς ορίζεται η ρητή δήλωση του κληρονόμου ότι δεν επιθυμεί την κληρονομιά του θανόντος. Ο θεσμός αυτός ρυθμίζεται στα άρθρα 1847 επ. ΑΚ, λαμβάνει χώρα ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου διέμενε ο θανών και πραγματοποιείται αυστηρά εντός τετράμηνης προθεσμίας από όταν ο κληρονόμος έμαθε για την περιέλευση της κληρονομιάς στα χέρια του (για τη επαγωγή της κληρονομιάς όπως ονομάζεται). Με άλλα λόγια, σε καμία περίπτωση η δήλωση αποποίησης δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά, όπως συμβαίνει με τη δήλωση της αποδοχής.

Η αποδοχή της κληρονομιάς του διαθέτη συνεπάγεται την εκ μέρους του κληρονόμου ανάληψη του συνόλου της περιουσίας του θανόντος και ως προς τα χρέη της (υποχρεώσεις κληρονομιάς) και ως προς το ενεργητικό της (δικαιώματα κληρονομιάς). Ρυθμίζεται στα ίδια άρθρα με αυτά της αποποίησης (1847 επ. ΑΚ) και δεν απαιτείται η τήρηση τύπου για να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματά της (όπως δηλαδή συμβαίνει με την αποποίηση).

Ακόμη, η αποδοχή διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες: στη ρητή αποδοχή, δηλαδή στην απλή εξωτερίκευση της επιθυμίας του κληρονόμου να αποδεχτεί την κληρονομιά του θανόντος, στη σιωπηρή αποδοχή, δηλαδή στην αποδοχή που συνάγεται συμπερασματικά από κάποιες ενέργειες του κληρονόμου οι οποίες φανερώνουν δίχως άλλο τη διάθεση αυτού να αποδεχτεί την περιουσία του θανόντος, λ.χ. υποβολή δήλωσης για φόρο κληρονομιάς, αίτηση για έκδοση κληρονομητηρίου κ.λπ. και τέλος στην πλασματική αποδοχή, δηλαδή όταν περνάει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης και ως εκ τούτου λογίζεται ότι ο κληρονόμος έχει αποδεχτεί.

Σημειωτέον ότι με τη δήλωση της αποδοχής αυτόματα η ατομική περιουσία του κληρονόμου ενώνεται με την κληρονομιαία περιουσία, αποτελώντας πλέον ένα ενιαίο σύνολο (σύγχυση περιουσιών). Αυτό σημαίνει ότι ο κληρονόμος διαδέχεται καθολικά τον κληρονομούμενο τόσο  στα δικαιώματα, όσο και στις υποχρεώσεις, ευθυνόμενος και με την προσωπική περιουσία.

Οι έννοιες της αποποίησης και η αποδοχής είναι δύο έννοιες αλληλοαποκλειόμενες. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά του διαθέτη είναι προσωρινό, αφού αυτό μπορεί να ανατραπεί, εάν ο πρώτος αποποιηθεί την κληρονομιά εντός της προθεσμίας που του δίνει ο νόμος. Όταν παρέλθει το τετράμηνο που έχει στη διάθεσή του ο ενδιαφερόμενος, τότε το δικαίωμά του στην περιουσία του θανόντος καθίσταται οριστικό.

Ειδική νομοθετική ρύθμιση προβλέπει ο νόμος στα άρθρα 1901 επ. ΑΚ, όπου γίνεται λόγος για αποδοχή με ευεργέτημα απογραφής (ή αλλιώς επ’ ωφελεία απογραφής). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο κληρονόμος έχει την ευχέρεια να περιορίσει την ευθύνη του μέχρι το ενεργητικό της κληρονομιάς και όχι να είναι υπόλογος με την ατομική περιουσία τόσο ως προς τα χρέη, όσο και ως προς τα οφέλη που αυτή μπορεί να περιλαμβάνει.

Πρόκειται για μια «ενδιάμεση» κατάσταση μεταξύ αποποίησης και αποδοχής κατά την οποία ο κληρονόμος, αντί είτε να αποδεχτεί την κληρονομιά του θανόντος στο σύνολό της, με κίνδυνο να φορτωθεί με χρέη που δεν μπορεί ο ίδιος να αποπληρώσει, είτε να την αποποιηθεί, χάνοντας το σύνολο της περιουσίας, περιορίζει την ευθύνη του απέναντι στους δανειστές του διαθέτη χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δική του περιουσία.

Στη αποδοχή επ’ ωφελεία απογραφής μπορεί να προβεί οποιοσδήποτε κληρονόμος, ενώ κατά το γράμμα του νόμου ο τελευταίος οφείλει να μην έχει αποποιηθεί όπως και να μην έχει αποδεχτεί την κληρονομιά με απλή αποδοχή  (1902 §1, εδ. α’).  Τονίζεται ότι, για τους ανηλίκους, όπως και για όσους τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση, γονική μέριμνα ή επιτροπεία η αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής είναι υποχρεωτική (άρθρο 1902 § 2 ΑΚ).

Πηγή Εικόνας: alfavita.gr

Η σχετική δήλωση γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς και συνάμα συντάσσεται σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις της υποχρεωτικής αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής δεν απαιτείται τέτοια δήλωση. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί ακόμη η εκ μέρους κληρονόμου απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας, δηλαδή η ακριβής και πιστή καταγραφή των στοιχείων της κληρονομιάς εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή της δήλωσης στο δικαστήριο. Σκοπός της απογραφής είναι να γίνουν γνωστά στους δανειστές του κληρονομούμενου τα στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας.

Τέλος, στο νόμο προβλέπεται ακόμη έκπτωση του κληρονόμου από το ευεργέτημα της απογραφής για τους ειδικότερους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 1911 επ. ΑΚ. Ενδεικτικά, η μη σύνταξη απογραφής, η ανακριβής απογραφή των κληρονομιαίων στοιχείων από δόλο συνιστούν λόγους έκπτωσης του κληρονόμου από το ευεργέτημα. Βεβαίως, αυτό μπορεί να συντελεστεί και με την ίδια τη βούληση του κληρονόμου, καθότι ο τελευταίος μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα, εφόσον το επιθυμεί (παραίτηση από το ευεργέτημα). Αποτέλεσμα της έκπτωσης είναι ο κληρονόμος να θεωρείται αναδρομικά και εξαρχής απλός κληρονόμος, καθώς και η αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων του ευεργετήματος, π.χ. ευθύνη του κληρονόμου με την προσωπική του περιουσία.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

  • Απ. Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, 2013

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Φωτεινή Τζαννή
Κατάγεται από την όμορφη Καλαμάτα Μεσσηνίας. Είναι 26 ετών και είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών. Το 2013 μετακόμισε στην Αθήνα για σπουδές, όπου και παραμένει μέχρι και σήμερα. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα ως μάχιμη δικηγόρος, μη μπορώντας να φανταστεί τον εαυτό της να κάνει κάτι άλλο. Η δύναμη του λόγου, γραπτού και προφορικού είναι ένα μεγάλο όπλο, ειδικά στα χέρια των νέων ανθρώπων που βρίσκονται στο ξεκίνημά τους, μεταξύ αυτών και η ίδια.