16.4 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορία1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και ΜνήμηςΤο Ανατολικό Ζήτημα και η Μεγάλη Ιδέα ως εκφραστές του Ελληνικού Αλυτρωτισμού

Το Ανατολικό Ζήτημα και η Μεγάλη Ιδέα ως εκφραστές του Ελληνικού Αλυτρωτισμού


Του Ζαχαρία Πάνου,

Η Ελληνική Παλιγγενεσία, εκφρασμένη μέσα από τις φλόγες της Επανάστασης του 1821, υπήρξε ένας φέρελπις, πλην ημιτελής, θρίαμβος. Παρά τη λυτρωτική de facto ίδρυση Κράτους, η λυκαυγή αυτής βρήκε την Ελλάδα πτωχή, αποκαρδιωτικά μικρή σε έκταση συγκριτικά με τα μεγέθη πληθυσμού που το ελληνικό έθνος κατείχε και πληγωμένη βαθιά μετά από μια δεκαετία αγώνα. Ωστόσο, ο ίδιος γενετήσιος σπόρος που όπλισε τα χέρια των Ελλήνων κατά του οθωμανικού ζυγού, πυροδότησε την ανάγκη της Εθνικής Αποκατάστασης, της πολυπόθητης, δηλαδή, ταύτισης των πληθυσμιακών και εδαφικών συνόρων Έθνους και Κράτους.

Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως η Μεγάλη Ιδέα προϋπήρχε πνευματικά στη συνείδηση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, ως αγαστή Λευκή Βίβλος. Εξάλλου, κοινός τόπος ανάλυσης της εξέλιξης αυτού, τόσο σε επίπεδα εξωτερικής όσο και εσωτερικής πολιτικής, είναι ο Ελληνικός Αλυτρωτισμός και η προσπάθεια εδαφικής επέκτασης με απότοκα αμφίδρομα στη διαμόρφωση της ελληνικής πολιτείας και συνείδησης.

Η Μεγάλη Ιδέα όπως εκφράστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών. Πηγή εικόνας: wikipedia.org

Παράλληλα, δικαίως η Ιστοριογραφία διεθνώς χαρακτηρίζει την Ελληνική Επανάσταση ως αφετηρία της κορύφωσης του Ανατολικού Ζητήματος (ο όρος καθιερώθηκε στη γλώσσα της Διπλωματίας το 1822, κατά τη Διάσκεψη της Βερόνας). Το Ανατολικό Ζήτημα ως όρος στοιχειοθετεί τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων για την εκμετάλλευση των εδαφών της πάλαι ποτέ κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία παρουσίαζε εγγενείς αδυναμίες στη διατήρηση της συνοχής της. Φυσικά, το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, δε θα μπορούσε παρά να φιλοδοξήσει να πρωταγωνιστήσει.

Η έλευση του Όθωνα, ως Βασιλέα των Ελλήνων, πυροδότησε άκρατο αρχικό ενθουσιασμό στον ελληνικό λαό, μετά από δύο χρόνια αναρχίας και εξαιρετικά πεπλεγμένης πολιτικής αστάθειας, ενώ τόσο ο Τύπος όσο και η λαϊκή συνείδηση φαντασιακά τον ανήγαγαν πρόσκαιρα σε μελλοντικό Απελευθερωτή του σκλαβωμένου ελληνισμού, ενώ ο Μύθος της ανακατάληψης της Κωνσταντινούπολης στάθηκε ως λάβαρο του ελληνικού Αλυτρωτισμού.

Ενδεικτικά, εντύπωση προκαλούν τα αρχικά σχέδια αγωνιστών της Επανάστασης, όπως του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη και του Τσάμη Καρατάσου, για την κατάληψη του Φρουρίου του Πλαταμώνα από δυνάμεις του νεοσύστατου τακτικού στρατού προς εφελκυσμό τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή και πυροδότηση εξέγερσης τριγύρω προς κύκλωση αυτών. Ακόμη, στη Λαμία συγκροτείται το σώμα των Φαλαγγιτών από κληρικούς, προεστούς και καπετάνιους, που αναζητούσε ερείσματα και εφορμήσεις για την έκρηξη της Επανάστασης στη Θεσσαλία. Παρά ταύτα, η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, οι πρώτες τριβές με την πολιτική των Βαυαρών και οι εσωτερικές παλινωδίες της χώρας απέτρεψαν την πραγμάτωση των παραπάνω.

Χαρτογράφηση των κινήσεων των Μακρυγιάννη και Καρατάσου από το 1830 ως το 1841 προς προετοιμασία των επαναστατικών πυρήνων. Πηγή εικόνας: ellinoistorin.gr

Το 1839, ξέσπασε ο Β΄ Τουρκοαιγυπτιακός πόλεμος, ως συνέχιση των αιγυπτιακών διεκδικήσεων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως προς τη Συρία και την Κρήτη δέκα χρόνια νωρίτερα. Το αμείωτο ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων για την πορεία και τα απότοκα του πολέμου αυτομάτως έθεσε υπό αμφισβήτηση το ισχύον status στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Πολλώ δε μάλλον, το παραπάνω στάθηκε πόλος απεμπλοκής των εσωτερικών αδιεξόδων του Ελληνικού Κράτους. Παρακολουθήθηκε από την Ελλάδα με αποκρυσταλλωμένο ενδιαφέρον ως προς τη δυνατότητα αναδίπλωσης στόχων, ενώ – ίσως αφελώς – θεωρήθηκε πως μια δεκαετία αυθυπαρξίας επαρκούσε για την επίτευξη των εθνικών βλέψεων.

Η αντίδραση έναντι της πλημμυρίδας των εξελίξεων του Ανατολικού Ζητήματος δύναται να διακριθεί σε δύο φάσεις. Καταρχάς, κατά τον Ιούνιο – Ιούλιο του 1839, ως και την οριστική επικράτηση των αιγυπτιακών όπλων, παρατηρείται κορύφωση της αποφασιστικότητας, καθώς και δράση και αναζωπύρωση του Ελληνικού Αλυτρωτισμού. Στη συνέχεια, διακρίνεται συγκράτηση και απογοήτευση, καθώς το Νοέμβριο του 1839, η εύθραυστη πλέον Πενταπλή Συμμαχία (Πρωσία, Γαλλία, Αυστρία, Αγγλία, Ρωσία) διακήρυξε σε σχετικό διάβημα την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμβόλιμη έναρξη αναγκαίων μεταρρυθμίσεων εντός της. Τον Απρίλιο, ωστόσο, του 1840, η γνωστοποίηση της Συνθήκης Ζωγράφου, που πραγματευόταν την πλήρη αποκατάσταση διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καταδικάστηκε απερίφραστα από την ελληνική κοινωνία και παρά τις επίσημες κρατικές αποστάσεις έναντι των εξυφαινόμενων αλυτρωτικών κινημάτων, αυτά γιγαντώνονται.

Ταυτόχρονα, η διάλυση της Πενταπλής Συμμαχίας, τον Ιούλιο του 1840, ανήγαγε το Ανατολικό Ζήτημα σε υπόθεση ιδιαζόντως περίπλοκη και η Αθήνα αντιλήφθηκε πως δύναται να εκμεταλλευτεί τυχόν συγκυρίες. Για πρώτη φορά, λοιπόν, το Ελληνικό Κράτος φαίνεται να αναγνωρίζει αλυτρωτικά κινήματα, εκπορευόμενα από το έδαφός του και με ιδιωτική πρωτοβουλία, χωρίς, ωστόσο, να τα παράγει, μηδέ να τα ποδηγετεί.

Σε δεύτερη φάση, η έναρξη της πρωθυπουργικής θητείας του Α. Μαυροκορδάτου, σε συνάρτηση με τον επηρεασμό του Όθωνα από το λαϊκό αίσθημα, φαίνεται να στέκεται καταλυτικά υπέρ της διεκδίκησης των εθνικών στόχων. Στα τέλη του 1840, ιδρύεται η Επιτροπή Αθηνών, με σκοπό την υποκίνηση επαναστατικής κίνησης στην Κρήτη, ως διπλωματικό μοχλό πίεσης για την ευόδωση των επίσημων κρατικών διεκδικήσεων ως προς τη Μεγαλόνησο.

Οι οπλαρχηγοί Χαιρέτης και Βασιλογιώργης κατά την επαναστατική δράση τους στην Κρήτη το 1841. Πηγή εικόνας: mydaimoncom.blogspot.com

Ταυτοχρόνως, παράτολμα αναλαμβάνεται ένοπλη επαναστατική δράση στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η σύλληψη της ιδέας περί ταυτόχρονης ανάφλεξης πολλών πυρήνων εξέγερσης, που θα επέφερε σύγχυση και κάμψη στις οθωμανικές δυνάμεις, παρουσίαζε στρατηγική ευφυΐα, ωστόσο η ανυπαρξία πόρων, σε συνάρτηση με την απειρία των εμπλεκόμενων δυνάμεων, οδήγησαν στην εύκολη καταστολή τους από τμήματα του τακτικού οθωμανικού Στρατού. Οι δύο βασικοί πυρήνες της Επανάστασης τερματίζονται με πικρία για τον ελληνικό λαό, ενώ το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, θορυβημένο από τη συγκέντρωση οθωμανικών μεραρχιών στη μεθόριο, δρομολογεί τον ταχύ κατευνασμό κάθε αναβίωσης αλυτρωτικής δράσης και η Κυβέρνηση Μαυροκορδάτου απομακρύνεται.

Συμπερασματικά, παρά την όξυνση της δρομολόγησης του Ανατολικού Ζητήματος κατά τα έτη 1839 – 1841, το νέο Ελληνικό Κράτος στάθηκε ανίκανο να εκμεταλλευτεί τις διεθνείς συγκυρίες και να επεκτείνει είτε τη μεθοριακή του υπόσταση είτε τη σφαίρα επιρροής του. Πολλώ δε μάλλον, τα παθήματα θα επαναληφθούν μοιρολατρικά επί τουλάχιστον μισό αιώνα, καθότι οι παθογένειες απέτρεψαν την αποτελεσματική οριοθέτηση και τήρηση εξωτερικής πολιτικής που θα έφερνε ουσιαστικά αποτελέσματα στην κατάτμηση του γειτνιάζοντος «Μεγάλου Ασθενή». Τέλος, παρά την κατάφωρη αποτυχία των πρώτων αλυτρωτικών εγχειρημάτων, οφείλει κανείς να μνημονεύσει το πάθος και τη φιλοπατρία εκείνων των μαρτύρων που «παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες» πότισαν με αίμα στα σκλαβωμένα εδάφη τον σπόρο της Απελευθέρωσης.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Σμπιλίρης, Γεώργιος Λ.  (1997), Ανατολικό Ζήτημα και Ελληνικός Αλυτρωτισμός (1839  – 1841), Αθήνα, Διδακτορική Διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφικής Σχολής, ΕΚΠΑ
  • Driault, Eduard (1997), Το Ανατολικό Ζήτημα, Αθήνα: Εκδ. Κάτοπτρο

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ζαχαρίας Δ. Πάνου
Γεννήθηκε το 1996 στην Καβάλα. Απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων. Ομιλεί γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Ασχολείται με την Ιστορία, τη Γεωστρατηγική και τις Διεθνείς σχέσεις. Επιμένει να αναρωτιέται "γιατί", να ερευνά και να νοηματοδοτεί.