18.7 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΠροσοχή στο κέντρο!

Προσοχή στο κέντρο!


Του Κυριάκου Ζαχαράκη,

Η φράση «ακραίο κέντρο» αποτυπώνει συνοπτικά τις αντιφάσεις ενός σκέλους της πολιτικής σκέψης, που κατέχει κυρίαρχη θέση στην σύγχρονη πολιτική αντιπαράθεση. Περιγράφει την σύγκλιση των κυρίαρχων δυτικών πολιτικών κομμάτων σε ένα κοινό έδαφος, το οποίο αποκρύπτει την ολική τους πρόσδεση στο νεοφιλελεύθερο άρμα. Με την απουσία δυναμικών εναλλακτικών το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται το εύρος των πολιτικών επιλογών και, συνεπώς, να γίνεται ασφυκτικά μικρότερος ο δημοκρατικός χώρος για την επίτευξη ουσιαστικής αλλαγής.[1]

Σε αντίθεση με αυτό που στο δημόσιο διάλογο εκλαμβάνεται ως κέντρο και εντοπίζεται στο μέσο του αριστερού και δεξιού πολιτικού φάσματος, το ριζοσπαστικό κέντρο ξεπερνά την παραδοσιακή πολιτική διχοτόμηση· ο λόγος που διατυπώνει αρύεται θέματα, τα οποία διαπερνούν μεν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, συναρθρώνονται δε σε ένα ενιαίο αφήγημα.[2] Έχει υποστηριχθεί πως μετά από έντονες ανακατατάξεις στον χώρο της πολιτικής και της οικονομίας, οι κυβερνώντες τείνουν να δηλώνουν μετριοπαθείς, αλλά, τελικά, ρέπουν προς αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης και αποδεικνύονται θιασώτες του οικονομικού φιλελευθερισμού.[3]

Στο διάλογο που αναπτύσσεται μετά το 1990, τονίζεται ότι οι συνθήκες του μεταβιομηχανικού κόσμου απαιτούν μια νέα «παραγωγική» ριζοσπαστική πολιτική, που να εισχωρεί στη ζωή των ατόμων και να γίνεται σημείο αναφοράς των επιλογών τους. Η δημοκρατία πρέπει να αποκτήσει «διαλογική» μορφή και να αγγίξει τους διάφορους τομείς που απαρτίζουν την προσωπική ζωή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παραδοσιακή διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς παύει να ανταποκρίνεται στα νέα πολιτικά κελεύσματα, δεδομένου ότι υποκαθιστάται από ένα συνονθύλευμα ιδεών προερχόμενων τόσο από τον φιλοσοφικό συντηρητισμό όσο και από βασικές αξίες που σχετίζονται με τον σοσιαλισμό.[4] Και εφόσον η διαμάχη μεταξύ των δύο πόλων γίνεται παρωχημένη, προκύπτει ότι τα συγκρουσιακά στοιχεία της σύγχρονης πολιτικής ατονούν.

«Ο κοινός παρονομαστής της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας και της ελληνικής Δημοκρατικής Παράταξης δεν αυτοπεριορίζεται στην «Κεντροαριστερά» που εμφανίζεται ως μετριοπαθής Αριστερά και αφήνει ελεύθερο χώρο στη λεγόμενη «Κεντροδεξιά», αλλά επεκτείνεται σε όλο το χώρο του Κέντρου. Το Κέντρο είναι εξ ορισμού προοδευτικό και εκφράζει τους δημοκράτες προοδευτικούς πολίτες, και τη Σοσιαλδημοκρατία που ταυτίζεται αξιακά με τον ευρωπαϊκό δημοκρατικό και φιλελεύθερο σοσιαλισμό και εκφράζει τις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις κάθε κοινωνίας» Απόσπασμα από το άρθρο «Ευ. Βενιζέλος: Στρατηγικός στόχος το προοδευτικό κέντρο», Ναυτεμπορική, 18 Ιανουαρίου 2016. Πηγή εικόνας: naftemporiki.gr

Στον κίνδυνο διάτρησης της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συναίνεσης, ως μοναδική λύση διαφαίνεται η «μετριοπάθεια του διαφωτισμένου ευρωπαϊσμού». Βαφτίζοντας καθετί που απειλεί να διαρρήξει την πολιτική σταθερότητα ριζοσπαστικό και ακραίο, το κέντρο γίνεται το ίδιο άκρο και μάλιστα «αποκτά τον δικό του “λαϊκισμό”, αφού ενοποιεί κάποια χαλαρά σημαίνοντα και συγκροτείται το ίδιο ως ένα εκ δύο στρατοπέδων». Η τακτική αυτή ανιχνεύεται μέσα από τις επικλήσεις «της “ευρωπαϊκότητας”, του φιλελευθερισμού, του εκσυγχρονισμού κ.ο.κ., σε αντιδιαστολή προς τον “τριτοκοσμισμό”, τον λαϊκισμό και τις πελατειακές σχέσεις. Η επίκληση όμως αυτή είναι κίβδηλη […]». Γίνεται απλώς για να καλύψει την ανάγκη να αναφερόμαστε σε ένα ιδεολογικό και αξιακό πλαίσιο. «Αλλά η όποια πραγματική απήχηση των κομμάτων που επικαλούνται αυτό το πλαίσιο βασίζεται σε ένα άλλο άρρητο συμβόλαιο, σε ένα άλλο σύνολο υλικών πρακτικών άσχετο και πολύ συχνά αντίθετο προς τις αξίες που επικαλούνται».[5]

Γίνεται αντιληπτό πως το ριζοσπαστικό κέντρο δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει την σημασία μίας ανταγωνιστικής αντιπαράθεσης, πολύ περισσότερο όταν το ενοποιητικό αφήγημα που διατυπώνει δεν αφήνει περιθώρια στη σύγκρουση. Και πράγματι, οι τυχόν αντιθέσεις γίνονται αντιληπτές ως ανταγωνιστικά συμφέροντα, τα οποία εναρμονίζονται μέσω του διαλόγου. Η νομιμοποίηση της σύγκρουσης και η άρνηση να κατασταλεί αυτή με αυταρχικά μέσα δεν αναγνωρίζονται ως τα θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε συγκρουσιακή έκφραση κινδυνεύει να σπάσει την εύθραυστη κρούστα της πολιτικής συναίνεσης, έρχεται αντιμέτωπη με τα αυταρχικά αντανακλαστικά του ακραίου κέντρου.[6]

Μπορούμε, λοιπόν, να συναγάγουμε τη διαπίστωση ότι ο κορμός των απόψεων του παραπάνω πολιτικού χώρου ταυτίζεται με μία τυπική φιλελεύθερη ανάγνωση του πολιτικού παιχνιδιού. Η δημοκρατία θεωρείται ως ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι μεταξύ των ελίτ, που διεξάγεται σε ουδέτερο έδαφος. Και ως τέτοιο τέμνεται στην ανταλλαγή επιχειρημάτων και στην επίτευξη συμβιβασμών, με τη διατήρηση της πολιτικής ευστάθειας να είναι το κατ’ εξοχήν ζητούμενο.[7]

Πηγή εικόνας: slpress.gr

Σε πείσμα των απόψεων που οραματίζονται τη δημοκρατία αποκλειστικά και μόνο ως διάλογο, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε αφενός τον ρόλο των «μπλοκ εξουσίας» και αφετέρου τον ευρύτερο ανταγωνισμό, τα οποία διαποτίζουν το πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Ιδιαίτερα στην πολιτική αρένα, η αντιθετική σχέση Αριστεράς και Δεξιάς είναι αυτή που κωδικοποιεί και θεσμοθετεί την πολιτική σύγκρουση. Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι μία τέτοια διάκριση θα μπορούσε να ξεπεραστεί και ότι μία ριζοσπαστική πολιτική θα μπορούσε να υπάρξει, χωρίς να οριστεί κάποιος ως αντίπαλος. Ο ριζοσπαστισμός προϋποθέτει τον μετασχηματισμό των σχέσεων εξουσίας, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει χωρίς να χαράξουμε ευδιάκριτα πολιτικά σύνορα και να προσδιορίσουμε έναν αντίπαλο ή ακόμη και έναν εχθρό. Φυσικά, όμως, μία ριζοσπαστική πολιτική κίνηση δεν μπορεί να κριθεί επιτυχής, αν δεν κατορθώσει να μαγνητίσει ανθρώπους που ασπάζονται διαφορετικές πολιτικές απόψεις.[8]

Κυρίως, όμως, με το να πιστεύουμε ότι οι αντιθέσεις παίζουν λιγότερο σημαντικό ρόλο ή ακόμη ότι μέσα στους κόλπους ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου έχουν εξαλειφθεί, πέφτουμε θύματα του ηγεμονικού νεοφιλελεύθερου λόγου, που διακηρύσσει το τέλος της πολιτικής. Αντί να έχουν χάσει το νόημά τους, τα διακυβεύματα που προτάσσουν η Αριστερά και η Δεξιά είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την άνιση κατανομή του πλούτου. Ο Ταρίκ Αλί μας διαβεβαιώνει ότι η ανισότητα παραμένει βαθιά ριζωμένη σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής. Ο ίδιος δυσκολεύεται να φανταστεί ότι η ζυγαριά θα εξισορροπήσει χωρίς να δώσουν τον τόνο εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Παρά την ταχεία του παρακμή «ο καπιταλισμός δεν θα εξαφανιστεί από μόνος του». Και μολονότι έχει κηλιδωθεί από αλλεπάλληλες ιδεολογικές ήττες, η καλύτερη άμυνά του είναι «η έλλειψη απτής εναλλακτικής λύσης».[9]


[1] Tariq Ali, The Extreme Centre. A Warning, Verso, 2015

[2] Chantal Mouffe, The Radical Centre. A politics without adversary, Soundings, Issue 9, 1998

[3] Pierre Serna, La République des girouettes : 1789-1815 et au-delà : Une anomalie politique : la France de l’extrême centre, Champ Vallon, coll. « La chose publique », 2005

[4] Antony Giddens, Beyond Left and Right. The Future of Radical Politics, όπως παραδίδεται στο Chantal Mouffe, The Radical Centre κ.λπ.

[5] «Η πολιτική δεν ήταν ποτέ ζήτημα αξιών»: Μια συζήτηση για την πολιτική και το πολιτικό, Περιοδικό Unfollow, Δεκέμβριος 2017

[6] Chantal Mouffe, ό.π.

[7] Chantal Mouffe, ό.π.

[8] Chantal Mouffe, ό.π.

[9] Tariq Ali, ό.π., σελ. 135-139


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κυριάκος Ζαχαράκης
Γεννήθηκε το 2002 και είναι φοιτητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συμμετέχει συστηματικά σε σεμινάρια κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Κατέχει την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.