18.7 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΔιεθνήΜέση Ανατολή: Ανακατατάξεις και συσχετισμοί ισχύος στην επαύριον της Αραβικής Άνοιξης

Μέση Ανατολή: Ανακατατάξεις και συσχετισμοί ισχύος στην επαύριον της Αραβικής Άνοιξης


Του Γιάννη Φίλιου, 

Η Μέση Ανατολή αποτελεί μια νευραλγική, κομβική γεωπολιτική περιοχή, καθώς εκτός από το ότι διαθέτει τα μεγαλύτερα ενεργειακά αποθέματα υδρογονανθράκων παγκοσμίως, διέρχονται μέσω αυτής και οι σημαντικότεροι θαλάσσιοι δίαυλοι του διεθνούς εμπορίου. Ως αποτέλεσμα, το υποσύστημα αυτό βρίθει από έναν κυκεώνα γεωπολιτικών συγκρούσεων ανάμεσα στα κράτη της περιφέρειας, τα συμφέροντα των οποίων θεωρούνται αλληλοσυγκρουόμενα.

Ποιες είναι, όμως, οι αλλαγές που έχουν προκληθεί την τελευταία δεκαετία και ποιοι οι ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες που τις έχουν προκαλέσει;

Στο υπό εξέταση πεδίο, κομβικό ρόλο στους δομικούς μετασχηματισμούς, που έχουν συντελεστεί, έχει διαδραματίσει η ολοένα και λιγότερο παρεμβατική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών από τη μία και η περαιτέρω δραστηριοποίηση από τις μοναρχίες του κόλπου, καθώς και από μια σειρά άλλων κρατών ως απότοκο της Αραβικής Άνοιξης από την άλλη. Συνεπώς, το υπό διαμόρφωση νέο στρατηγικό και πολιτικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, πόλωση και ρευστότητα ανάμεσα στους περιφερειακούς δρώντες. Προς τεκμηρίωση των παραπάνω, κρίνεται σκόπιμο να αναλυθούν και μια σειρά από παράγοντες που ενισχύουν τους ισχυρισμούς σχετικά με το ασταθές περιφερειακό και ανταγωνιστικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, ο τρόπος χάραξης της πολιτικής ασφάλειας του κάθε κράτους και η προτεραιοποίηση των απειλών, ο κατακερματισμός των ενδοκρατικών θεσμών και η εκτεταμένη ανάδυση εμπόλεμων πεδίων.

Πηγή εικόνας: CBS News

Αναφορικά με τα αίτια διαμόρφωσης ενός διαφορετικού στρατηγικού περιβάλλοντος, η ανάλυση εκκινεί έχοντας ως σημείο αναφοράς τη συγκρατημένη και ελεγχόμενη πολιτική των Η.Π.Α. στην περιοχή. Ο ηγετικός ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στο συγκεκριμένο γεωγραφικό πεδίο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία, αντιδιαστέλλεται πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές και προτεραιότητες που ακολουθεί η αμερικανική διοίκηση σήμερα. Μια πιο ενδελεχής βολιδοσκόπηση των εν λόγω στοιχείων καταδεικνύει πως η περιορισμένη παρουσία των Η.Π.Α. δεν οφείλεται σε απώλεια των στρατηγικών πλεονεκτημάτων και της στρατιωτικής ισχύος που διαθέτει, αλλά εδράζεται στο γεγονός ότι τα τεκταινόμενα του υποσυστήματος δεν επηρεάζουν άρρηκτα τα συμφέροντά της. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή υποβάθμιση της Μέσης Ανατολής σε παγκόσμιο επίπεδο και η εκ νέου ανάδυση των Η.Π.Α. ως ο ισχυρότερος ενεργειακός δρών τείνουν να συμβάλλουν περαιτέρω στην άμβλυνση της εμπλοκής της αμερικανικής διοίκησης. Ήδη σε πρώτη φάση, η απόσυρση των στρατευμάτων από το Ιράκ και η μη ανάμειξη στην εμφύλια διαμάχη της Συρίας υπό τη διοίκηση Obama, καθώς και τα αποτελέσματα από την προηγούμενη διοίκηση Trump, υποδεικνύουν το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας στην περιφέρεια της Μέσης Ανατολής.

Ως απόρροια του ασθενέστερου στρατηγικοπολιτικού ενδιαφέροντος των Η.Π.Α. στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, παρατηρείται η αυξημένη κινητοποίηση ορισμένων εξωτερικών, αλλά και ενδοπεριφερειακών δρώντων. Ένθεν κακείθεν, η έντονη παρέμβαση των Η.Π.Α. στο συγκεκριμένο πεδίο αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για τη διείσδυσή τους. Επιπρόσθετα, το ξέσπασμα των αραβικών εξεγέρσεων εξαιτίας της «Αραβικής Άνοιξης» πυροδότησε τη λήψη ενεργότερου ρόλου ενδοπεριφερειακών δρώντων, κυρίως των μοναρχιών του Κόλπου, ώστε να διατηρηθεί το status quo. Η ευρωστία των μοναρχικών καθεστώτων, καθώς και η στρατιωτική τους ισχύς, αποτέλεσαν αποτρεπτικό παράγοντα για την ανατροπή της εκάστοτε ηγεσίας, με εξαίρεση το Μπαχρέιν. Καταλυτική ήταν και η εμπλοκή τους στις λαϊκές εξεγέρσεις και σε άλλα κράτη της περιφέρειας, όπως στην Αίγυπτο. Στο συγκεκριμένο πεδίο συγκρούσεων, τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πέτυχαν την ανατροπή του εκλεγμένου κόμματος των Αδελφών Μουσουλμάνων από την εξουσία. Το υπάρχον κλίμα ρευστότητας οδήγησε στην αύξηση της δραστηριοποίησης και άλλων δρώντων, όπως του Ιράν και του Ισραήλ. Ο ρόλος του δεύτερου αν και περιορίζεται σε πιο διακριτικό ύφος, δε παύει να είναι σημαντικός σε αρκετά εμπόλεμα πεδία, ανταγωνιζόμενο το Ιράν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανταγωνισμού των δύο αποτελεί ο εμφύλιος της Συρίας. Συμπερασματικά, οι διαδράσεις ισχύος ανάμεσα στους δρώντες είναι αρκετά οξυμένες και επικαλυπτόμενες, καταδεικνύοντας την ήδη υπάρχουσα πολυπλοκότητα του υποσυστήματος  ανεξαρτήτως της παρουσίας των Η.Π.Α.

Πηγή εικόνας: I-Stock

Συνεπώς, κεντρικό γνώρισμα του υπό εξέταση πεδίου συνιστά η όξυνση των συγκρούσεων και ο πολλαπλασιασμός των δρώντων που εμπλέκονται σε αυτές. Η χαρακτηριστική περίπτωση ανταγωνισμού ανάμεσα στους Σουνίτες και στους Σιίτες, που αντανακλά την αντιπαράθεση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν μπορεί να θεωρηθεί ως βασική διαιρετική τομή, αλλά σε καμία περίπτωση ως μοναδική. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των αναλυτών, το ανταγωνιστικό περιβάλλον του υποσυστήματος λαμβάνει τα χαρακτηριστικά πολυπολικής μορφής. Οι προσεγγίσεις τους επικεντρώνονται πέρα από τον ρεαλισμό και τις αμιγώς εθνοκεντρικές αναλύσεις στη βάση άλλων προσεγγίσεων, όπως του πλουραλισμού και του κονστρουκτιβισμού. Πιο συγκεκριμένα, η έννοια της ισχύος δεν επικεντρώνεται μόνο στο στρατιωτικό, αλλά και στον οικονομικό και θεσμικό της ρόλο. Αυτό καθιστά τις αλληλεξαρτήσεις και τις διαδράσεις ισχύος εντονότερες και συνθετότερες σε πολλά πεδία ερίδων.

Όπως προαναφέρθηκε, το εν λόγω υποσύστημα χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό και πολωμένες αντιπαραθέσεις μεταξύ των δρώντων. Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να προσδιοριστούν τρεις παράγοντες που ενισχύουν το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Πρώτον, η αντίληψη περί των ζητημάτων ασφάλειας και απειλών από τους ηγέτες των κυρίαρχων δρώντων του υποσυστήματος συνιστά παράγοντα κεφαλαιώδους σημασίας στην ανάλυσή μας. Αποτελεί κοινή πρακτική των ηγετών η αντίληψη αναφορικά με τη μετατροπή ενός πολιτικού ζητήματος σε θέμα ασφάλειας, δικαιολογώντας έτσι τα ακραία μέσα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν από το καθένα για την αντιμετώπισή του. Για παράδειγμα, η αποχώρηση του Trump από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση δαιμονοποίησης του θεοκρατικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα έχει αρχίσει να περιορίζεται το ενδιαφέρον της αμερικανικής διοίκησης στην περιοχή. Παράλληλα, η δαιμονοποίηση του Ιράν από τη Σαουδική Αραβία οδήγησε στην εμπλοκή της δεύτερης στην Υεμένη εναντίον των Χούθι και του Ιράν, προκαλώντας ανθρωπιστική καταστροφή.

Πηγή εικόνας: JSTOR Daily

Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ επιδιώκει και αυτό την ανάσχεση της ιρανικής επιθετικότητας, καθώς το ιρανικό καθεστώς θεωρείται πλέον ως η μεγαλύτερη συμβατική και όχι μόνο απειλή. Αντίθετα, το Ιράν επικεντρώνεται στην προσπάθεια για εξάλειψη του κινδύνου που απορρέει από το Ισραήλ, εργαζόμενο ταυτόχρονα και σε άλλα πεδία ανταγωνισμού με αυτό.

Ως δεύτερος παράγοντας μπορεί να εκληφθεί η απουσία ισχύος των οργανωμένων πολυμερών δικτύων συνεργασίας και θεσμών ανάμεσα στα περιφερειακά κράτη. Συνεπώς, παρατηρήθηκαν φαινόμενα αδυναμίας συνεργασίας και συντονισμού των κρατών σε πολλούς τομείς. Χαρακτηριστική περίπτωση συνιστά ο Αραβικός Σύνδεσμος, η δράση του οποίου εκλαμβάνεται ως περιορισμένη και αναποτελεσματική. Παρόμοια κατάληξη είχε και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, το οποίο δεν απέτρεψε ενδοπεριφερειακές διαμάχες ανάμεσα στις μοναρχίες της περιοχής.

Ο τελευταίος παράγοντας συνδέεται άρρηκτα με το ξέσπασμα νέων συγκρούσεων. Οι εμφύλιες διαμάχες που προέκυψαν αποτέλεσαν πεδίο ανταγωνισμού όχι μόνο των εγχώριων πληθυσμών, αλλά και άλλων περιφερειακών δρώντων. Για παράδειγμα, ο πόλεμος της Υεμένης αποτέλεσε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Συμπερασματικά, εκτός από τις ανθρωπιστικές καταστροφές που προκύπτουν, υποδαυλίζεται η σταθερότητα του συστήματος και μεταβάλλονται οι διαδράσεις ισχύος, παροτρύνοντας τους δρώντες σε αέναο ανταγωνισμό.

Πηγή εικόνας: BBC

Εν τέλει, οι αραβικές εξεγέρσεις συνετέλεσαν σε ριζικές αλλαγές στη Μέση Ανατολή, οι δυναμικές των οποίων θα καθορίσουν και το μέλλον του υποσυστήματος. Όπως αντιληφθήκαμε, η απεξάρτηση από την κηδεμονία των Η.Π.Α. θα οδηγήσει στην εισχώρηση νέων περιφερειακών και διεθνών δρώντων στην περιοχή, επιδιώκοντας την ικανοποίηση των στρατηγικών και ενεργειακών συμφερόντων τους. Παρά την απουσία άμεσης μετωπικής επαφής μεταξύ των κυριότερων πόλων (Σαουδική Αραβία, Ισραήλ, Ιράν), οι δρώντες αρκούνται στη δράση μεταξύ τρίτων παραγόντων. Επιπροσθέτως, οι αδύναμοι συνεργατικοί θεσμοί και τα προσωποπαγή καθεστώτα συντελούν στην όξυνση των σύνθετων και δισεπίλυτων προβλημάτων. Ως αντίβαρο στα παραπάνω, τα κράτη της περιφέρειας οφείλουν να προσπαθήσουν να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω συνεργατικών θεσμών και να υπακούσουν στα κελεύσματα των διεθνών οργανισμών και επιτροπών.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Introduction: understanding the consequences of the Arab uprisings – starting points and divergent trajectories, Raymond Hinnebusch, Taylor & Francis Online, διαθέσιμο εδώ
  • Power, Identity and Securitization in Middle East: Regional Order after the Arab Uprisings, Helle Malmvig, Taylor & Francis Online, διαθέσιμο εδώ
  • Regional Powers and the Production of Insecurity in the Middle East, Academia.edu, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ιωάννης Φίλιος
Γεννημένος το 2000, με καταγωγή από τα Ιωάννινα, ο Ιωάννης Φίλιος είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με ειδίκευση στις Πολιτικές Σπουδές και Διπλωματία. Μελετητής και παρατηρητής των εγχώριων αλλά και διεθνών τεκταινομένων, με ιδιαίτερη ροπή στην ενασχόληση με τα πολιτικά, εκλογικά και κομματικά συστήματα των ευρωπαϊκών κρατών. Εργάζεται στη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ενώ επίσης, έχει συμμετάσχει σε ορισμένα ακαδημαϊκά προγράμματα και συνέδρια. Είναι γνώστης της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας.