12.7 C
Athens
Τρίτη, 30 Νοεμβρίου, 2021
ΑρχικήΠαρατηρητήριο Αμερικανικής ΠολιτικήςΟι εμπορικές σχέσεις Η.Π.Α.-Κίνας και η πολιτική δασμών από την κυβέρνηση Τραμπ

Οι εμπορικές σχέσεις Η.Π.Α.-Κίνας και η πολιτική δασμών από την κυβέρνηση Τραμπ


Της Μαριάννας Κώστα,

[Θα ήθελα να εκφράσω τη βαθύτατη θλίψη μου για τις πυρόπληκτες περιοχές καθώς και τους πολίτες, τα ζώα και τα δάση που υπέστησαν ζημιές. Επίσης, ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους προσφέρουν αδιάκοπα τη βοήθειά τους σε αυτές τις περιοχές. Εύχομαι αυτή η τραγωδία να λήξει το συντομότερο. Καλή δύναμη σε όλους και να φροντίζετε τον εαυτό σας και τους γύρω σας.]

Το 1971, ο πρόεδρος Νίξον απέσυρε τους οικονομικούς περιορισμούς που σύναψε η κυβέρνηση Τρούμαν στην Κίνα, και από το 1973 η Κίνα κατατάσσονταν ως ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός έταιρος των Η.Π.Α. σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μετά τον θάνατο του Μάο Τσετούνγκ (1976), η κυβέρνηση του Χούα Γκούο Φενγκ προσπάθησε να υιοθετήσει πολιτικές μεταρρυθμίσεις για τη μετάβαση της Κίνας στην οικονομία της αγοράς, γεγονός που προσέλκυσε το ενδιαφέρον των Η.Π.Α. Το 1979, πραγματοποιήθηκε η πρώτη συμφωνία διμερούς εμπορίου με την μείωση δασμολογίων στις εισαγωγές καθώς και τη διευκόλυνση των αμερικανικών επιχειρήσεων να επενδύσουν στην Κίνα.

Μετά τη συμφωνία, η οικονομική αλληλεξάρτηση των δύο χωρών αυξάνεται συνεχόμενα. Πολλές αμερικανικές εταιρείες μετέφεραν την παραγωγή τους στην Κίνα λόγω του χαμηλού εργατικού κόστους που προσφέρει η χώρα για την κατασκευή προϊόντων που προορίζονται για εξαγωγές. Οι αμερικανικές εταιρείες ευνοήθηκαν σε διεθνές επίπεδο, καθώς οι καταναλωτές των Η.Π.Α. είχαν την ευχέρεια ποικιλίας προϊόντων χαμηλού κόστους.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Morrison (2018), οι εξαγωγές εμπορευμάτων Η.Π.Α. προς την Κίνα το 2017 ήταν 115,6 δισεκατομμύρια δολάρια, με αύξηση 12,8% σε σύγκριση με το 2016. Η Κίνα ήταν η τρίτη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά των Η.Π.Α. και η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά αγροτικών εξαγωγών των Η.Π.Α. το 2017, με 19,6 δισεκατομμύρια δολάρια, όπου το 63% αυτών αποτελούνται από σόγια. Το μερίδιο των συνολικών εξαγωγών των Η.Π.Α. προς την Κίνα αυξήθηκε από 2,1% σε 8,4% από το 2000 μέχρι το 2017.

Πηγή: Global Times

Οι βασικότεροι λόγοι που οδήγησαν σε εμπορικές διαμάχες μεταξύ Η.Π.Α. και της Κίνας είναι το εμπορικό έλλειμμα που διέπει τις Η.Π.Α., η εξέλιξη της Κίνας σε τεχνολογική υπερδύναμη και τα επιχειρήματα των Η.Π.Α προς την Κίνα ότι παραβιάζει την πνευματική ιδιοκτησία και τα πνευματικά δικαιώματα των αμερικανικών προϊόντων. Παράλληλα, οι Η.Π.Α. υποστηρίζουν πως η Κίνα συμβάλλει στην επιδείνωση του εμπορικού ελλείματος των Η.Π.Α. μέσω της χειραγώγησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και της μετεγκατάστασης των παραγωγικών μονάδων από αμερικανικές επιχειρήσεις στην Κίνα.

Το εμπορικό έλλειμμα των Η.Π.Α. με την Κίνα από το 2001 μέχρι το 2018 παρουσιάζει μια σταδιακή άνοδο. Η υψηλότερη τάση του εμπορικού ελλείμματος σημειώθηκε το 2018 με 419,162 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το 2019 και το 2020 παρατηρείται μια πτωτική τάση με 345,616 δισεκατομμύρια δολάρια και 310,800 δισεκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τις βιβλιογραφικές αναφορές, ο Woo (2008) ισχυρίστηκε ότι τόσο η κυβέρνηση των Η.Π.Α. όσο και οι πολίτες της αγοράζουν σε υπερβολικό βαθμό, με αποτέλεσμα στη χώρα να επικρατούν ανεπαρκείς αποταμιεύσεις τη στιγμή που η Κίνα παρουσιάζει υψηλές αποταμιεύσεις, ως επακόλουθο να οδηγήσει στη δημιουργία του διμερούς εμπορικού ελλείμματος των Η.Π.Α. με την Κίνα. Η Κίνα παρουσιάζει υψηλές αποταμιεύσεις, καθώς τόσο οι δαπάνες του ίδιου του κράτους όσο και οι δαπάνες του πληθυσμού της είναι μικρότερες σε σύγκριση με τον αριθμό των δαπανών των Η.Π.Α.

Η προεκλογική εκστρατεία του πρώην προέδρου Τραμπ προωθούσε το “Αmerica first“, όπου πρακτικά εννοούταν ως προστατευτισμό της χώρας. Η αρχή της εμπορικής σύγκρουσης Η.Π.Α.-Κίνας ήταν τον Ιανουάριο του 2018, με την επιβολή δασμών στις εισαγωγές των ηλιακών πάνελ και των πληντυρίων από την Κίνα της τάξης 30% και 20% αντίστοιχα. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους, ο Τραμπ επέβαλε πρόσθετους δασμούς στις εισαγωγές σε αγαθά χάλυβα και αλουμινίου από την Κίνα.

Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε το Άρθρο 232 του νόμου που αφορά την επέκταση του εμπορίου του 1962, το οποίο εγκρίνει την επιβολή δασμών σε περίπτωση που επιβάλλει το 25% δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και 10% στις εισαγωγές αλουμινίου. Τον Απρίλιο, το γραφείο εμπορικού εκπροσώπου των Η.Π.Α. δημοσίευσε μια λίστα επιβολής δασμών σε 1.300 κινεζικά προϊόντα, όπως οι τηλεοράσεις, δορυφόροι, όπλα, ιατρικές συσκευές, μπαταρίες και ανταλλακτικά αεροσκαφών. Στον αντίποδα, η Κίνα επέβαλε δασμούς σε 128 προϊόντα των Η.Π.Α., όπως είναι τα αυτοκίνητα, τα αεροπλάνα και η σόγια, ύψους 25%.

Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, οι δασμολογικές επιθέσεις συνεχίστηκαν και από τις δύο χώρες. Σύμφωνα με τον Wiseman (2018), η κυβέρνηση των Η.Π.Α. κυκλοφόρησε στις 15 Ιουνίου του 2018 μια λίστα με κινεζικά αγαθά. δτα οποία επιβλήθηκαν φορολογικοί δασμοί αξίας 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με δημιουργία εκκίνησης στις 23 Αυγούστου του ίδιου έτους. Ως αντίποινα, η Κίνα ανακοίνωσε τη δική της λίστα με τους δασμούς που επέβαλλε εκείνη σε αμερικανικά αγαθά αξίας 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με τους Bown και Kolb (2018), στη νέα λίστα η Κίνα συμπεριέλαβε γεωργικά και άλλα χημικά προϊόντα τα οποία εισάγονται από τις Η.Π.Α.

Πηγή: Financial Times

Ο Itakura (2020) αναφέρει ότι τον Σεπτέμβριο του 2018, οι Η.Π.Α. επέβαλλαν δασμούς της τάξης του 10% σε κινεζικές εισαγωγές αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων, και η Κίνα επέβαλε δασμούς σε επιπλέον 60 δισεκατομμύρια δολάρια από τις εισαγωγές που προέρχονται από τις Η.Π.Α. Σύμφωνα με τους Lynch (2018), η επιβολή δασμών αύξησε το κόστος χιλιάδων καταναλωτικών προϊόντων, όπως κλιματιστικά, έπιπλα, λαμπτήρες, ηλεκτρονικές συσκευές, ποδήλατα, ελαστικά, παιχνίδια, ρούχα και υποδήματα.

Τον Δεκέμβριο του 2018, οι πολιτικοί αρχηγοί των δύο χωρών στην συνάντησή τους στη Σύνοδο των G20 συμφώνησαν στην αποκλιμάκωση των εμπορικών τους διαφορών και στη βελτίωση των σχέσεών τους. Στην πράξη, όμως, οι χώρες προέβησαν στην επιβολή νέων δασμών, με τις Η.Π.Α. να αυξάνουν τους δασμούς σε προϊόντα που εισάγονται από την Κίνα αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων, από το 10% σε 25% τον Μάϊο του 2019, και τη Κίνα να ακολουθεί την τακτική των Η.Π.Α. και την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Ειδικότερα, όπως αναφέρει ο Sun (2020), η Κίνα ανακοίνωσε ότι οι επιχειρήσεις σχεδιασμού ολοκληρωμένων κυκλωμάτων και οι επιχειρήσεις λογισμικού θα απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος τα πρώτα δύο χρόνια, και στη συνέχεια θα μειωνόταν κατά το ήμισυ τα επόμενα τρία χρόνια, από τον Μάϊο του 2019.

Τα δύο έτη που ακολούθησαν είχαν μια σειρά επιβολής δασμών μεταξύ των δύο χωρών. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, η κυβέρνηση Μπάιντεν-Χάρρις δηλώνει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν τις σχέσεις τους με την ΛΔΚ, υπερασπίζοντας πρωτίστως τα οικονομικά συμφέροντα των Αμερικανών, καθώς η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να αναλάβει τις καταχρηστικές πρακτικές της ΛΔΚ. Επιπλέον, δεσμεύονται πως η ανάπτυξη μιας κοινής αντζέντας σε συνεργασία με άλλων χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο, θα βοηθήσει στην καταπολέμηση των καταχρηστικών και εξαναγκαστικών οικονομικών πρακτικών της ΛΔΚ στο διεθνές εμπόριο, στην τεχνολογία και την καινοτομία και στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με πρόσφατες εξελίξεις, η κυβέρνηση Μπάιντεν αύξησε τις κυρώσεις της εναντίον της Κίνας, ιδίως για το ζήτημα του Χονγκ Κονγκ, εκδίδοντας μια «προειδοποίηση» στις 16 Ιουλίου σχετικά με τους «κινδύνους και εκτιμήσεις για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στο Χονγκ Κονγκ» και επιβάλλοντας κυρώσεις σε επτά  διευθυντές του Γραφείου Διασύνδεσης της κεντρικής κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση Μπάιντεν υιοθέτησε μια προσέγγιση για την  αντιμετώπιση μιας εξελισσόμενης Κίνας, επιβάλλοντας μια σειρά κυρώσεων για διάφορα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Χονγκ Κονγκ.

Πηγή: ORF

Η πρώην θητεία του Τραμπ διαμόρφωσε τις βάσεις για την πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση Μπάιντεν. Υποστηρίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την προκαθορισμένη ευθύνη να διατηρήσουν μια σταθερά ισχυρή στάση απέναντι στην Κίνα σε θέματα που αφορούν τις θεμελιώδεις αξίες και τις πολιτικές πεποιθήσεις των Η.Π.Α. Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να αναλάβει την ηγεσία στο να απωθήσει το Πεκίνο, για παράδειγμα στα ζητήματα του Σιντζιάνγκ, της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, της Ταϊβάν, και ιδιαίτερα του Χονγκ Κονγκ.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Αγγελίδης Γ., Ιωαννίδης Ε., Βαρσακέλης Ν., «Εμπορικός πόλεμος Η.Π.Α.–Κίνας: Ποιος κερδίζει;, Απρίλιος 2021», διαθέσιμο εδώ
  • Γκόφας Ανδρέας (επιμ.), «Οι παράγοντες διαμόρφωσης των σχέσεων Η.Π.Α.-Κίνας: Θεωρητική χαρτογράφηση και εμπειρική θεμελίωση», διαθέσιμο εδώ
  • Κοσμίδου Κ. (επιμ.), «Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ των Η.Π.Α. και της Κίνας και ο αντίκτυπός του στην παγκόσμια οικονομία», Θεσσαλονίκη 2021, διαθέσιμο εδώ
  • Κυρικλής Δ. (επιμ.), «Εμπορικοί πόλεμοι και προστατευτισμός στην εποχή της παγκοσμιοποίησης – Εξηγώντας την πολιτική δασμών του προέδρου Τραμπ», Θεσσαλονίκη 2019, διαθέσιμο εδώ
  • Jin Kai, The Biden Administration’s China Sanctions Dilemma, Washington, διαθέσιμο εδώ
  • The Guardian, Biden grants ‘safe haven’ to Hongkongers in the US amid China crackdown-President signs memo allowing people from Hong Kong currently residing in the US to live and work in the country for 18 months, διαθέσιμο εδώ
  • U.S. DEPARTMENT of STATE, U.S. Relations With China, Washington, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαριάννα Κώστα
Γεννήθηκε το 2000 και κατάγεται από την Πέρδικα Θεσπρωτίας. Σπουδάζει στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντός της εστιάζει στις εξελίξεις της αγοράς εργασίας και σε διεθνή θέματα που επηρεάζουν τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις μεταξύ των κρατών. Στον ελεύθερο χρόνο της αναζητά θέματα που αφορούν τις επενδύσεις στο πλαίσιο του εμπορίου και της ναυτιλίας. Γνωρίζει Αγγλικά και μαθαίνει Μανδαρινικά Κινέζικα. Μακροπρόθεσμα, φιλοδοξεί να κάνει μεταπτυχιακό στην Ναυτιλία.