3.5 C
Athens
Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΟ Ιόνιος Αστικός Κώδικας υπό το πρίσμα της Νομολογίας

Ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας υπό το πρίσμα της Νομολογίας


Της Αγγελικής Μοντεσάντου,

Με τη Συνθήκη των Παρισίων στις 17/11/1815 δημιουργήθηκε στο Ιόνιο το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων (Stati Uniti delle Isole Ionie). Αυτό το κρατικό μόρφωμα, το οποίο τυπικά βρισκόταν υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας και ουσιαστικά κάτω από την επικυριαρχία της, θα διαρκέσει μέχρι το 1864, όπου και θα καταργηθεί με την ένωσή της με την Ελλάδα. Την 1η Μαΐου 1841 και σε μια προσπάθεια νομοθετικών μεταρρυθμίσεων, το Ζ’ Κοινοβούλιο του Ιονίου Κράτους με την ΜΓ’ πράξη του έθεσε σε ισχύ τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα που έφερε τον τίτλο “Codice Civile degli Stati uniti delle Isole Ionie”.

Ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας ή και γνωστός ως Ιόνιος Πολιτικός Κώδιξ, συντάχθηκε στην επίσημη γλώσσα της Ιονίου Πολιτείας, τα ιταλικά, και συγκροτείτο από 2.111 άρθρα. Το 1851 μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ακολούθησε τον γαλλικό Code Civil και τον Codice Civile του Βασιλείου των δύο Σικελιών. Ωστόσο, οι διατάξεις σχετικά με τον γάμο, την εξ αδιαθέτου διαδοχή και τα περί προικός διέφεραν ουσιωδώς από το γαλλικό δίκαιο αφού προτιμήθηκαν τα Ενετικά θέσμια (Statuta Veneta).

Πηγή εικόνας: Παραχώρηση από το αρχείο της δικηγόρου Μαρίας Λασκαράτου – Μοντεσάντου, φωτογραφίες Ιόνιου Αστικού Κώδικα (1901)

Έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς υπήρξε ο πρώτος αστικός κώδικας του ελληνικού χώρου και με τις διατάξεις του αντικατέστησε τους ενετικούς νόμους και τα τοπικά έθιμα που ίσχυαν μέχρι τότε. Μετά την ένωση με την Ελλάδα, ίσχυσε μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 5 ΕισΝΑΚ) αλλά μόνο για όποιο ζήτημα ρύθμιζε. Έτσι όριζε ο Νόμος ΡΝ/1866. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: «εις τας Ιονίους Νήσους διατηρούσι προσωρινώς το κύρος αι διατάξεις του Ιονίου αστικού κώδικος αι κανονίζουσαι αντικείμενα, περί ων δεν προνοούσιν οι λοιποί νόμοι του Βασιλείου». Γι’ αυτό ακριβώς, όπου υπήρχαν κενά στον Ιόνιο Κώδικα και εν γένει όταν ο Κώδικας αυτός δεν ρύθμιζε κάποιον θεσμό, εφαρμοζόταν το δίκαιο που ίσχυε στη λοιπή χώρα. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια δικαιϊκή πολυμορφία διατοπικού χαρακτήρα (ΙΑΚ, Σαμιακός και Κρητικός Κώδικας).

Η αξία μελέτης του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, ωστόσο, δεν είναι απλώς ιστορική. Οι διατάξεις του Κώδικα μνημονεύονται στο διατακτικό δεκάδων αποφάσεων των δικαστηρίων της χώρας. Για παράδειγμα, η υπ’ αριθ. 857/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου ανατρέχει στις διατάξεις των άρθρων 629, 638 και 667 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, προκειμένου να εξετάσει το ορισμένο της αγωγής ως προς τις επικαλούμενες κληρονομικές διαδοχές.

Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Κληρονόμοι του κληρονομούμενου που πέθανε  αδιάθετος, δηλαδή χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη, ήταν μόνο τα αρσενικά τέκνα του ή οι κατιόντες τους, κατά ίσα μέρη και κατά κεφαλή σε περίπτωση που ήταν όλοι πρώτου βαθμού. Έπειτα, σε περίπτωση που ο κληρονομούμενος δεν είχε πλησιέστερους συγγενείς όπως παιδιά, εγγόνια ή γονείς, έπρεπε να κληθούν στην κληρονομική διαδοχή άλλα πρόσωπα. Αυτά ήταν μόνο οι άντρες αμφιθαλείς αδελφοί του κληρονομούμενου και οι άντρες κατιόντες των πρώτων σε περίπτωση που οι αμφιθαλέις αδελφοί είχαν αποβιώσει. 

Η θέση της γυναίκας στην κληρονομική διαδοχή είναι εξόχως προβληματική ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ελάμβανε μέρος της πατρικής περιουσίας μέσω του προικοσυμφώνου. Η πατρογονική περιουσία περνάει από το ένα ανδρικό χέρι στο άλλο. Κι επομένως, για τους άντρες κληρονόμους έπρεπε να λάβει χώρα, όπως συμβαίνει και σήμερα υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα, αποδοχή της κληρονομίας. Αυτή μπορούσε να είναι ρητή αλλά και σιωπηρή. Στην ρητή αποδοχή κληρονομίας συντάσσεται σχετική πράξη όχι μόνο σε δημόσιο αλλά και ιδιωτικό έγγραφο. Στη σιωπηρή ή σιωπηλή αποδοχή κληρονομιάς, όμως, είναι αναγκαίο να γίνουν ορισμένες πράξεις ανάμιξης του κληρονόμου στην κληρονομιά. Οι κληρονόμοι με εμφανείς υλικές πράξεις ή παραλείψεις, για παράδειγμα χρησιμοποιώντας το κληρονομιαίο πράγμα σαν δικό τους, υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προκατόχου τους.

Εκτός, όμως, από τις διατάξεις κληρονομικού δικαίου που σήμερα δικαίως φαντάζουν αναχρονιστικές, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ιδιωτικών δασών ευρισκομένων στα Επτάνησα σε συνδυασμό με τις διατάξεις για την έκτακτη χρησικτησία, όπως θα αναλυθούν εν συντομία παρακάτω.

Για να γίνει αντιληπτό το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα είναι αναγκαίο να τονιστεί πως η Επτάνησος Πολιτεία, η οποία διαδέχτηκε την Ενετική, ήταν κράτος αυτόνομο και ομοσπονδιακό, αποτελούμενο απο τις επτά νήσους και καθεμία από τις οποίες συνιστούσε επαρχία με ανεξάρτητη εγχώρια Κυβέρνηση και δική της δημοσιονομική υπόσταση. Από αυτό καθίσταται σαφές, ότι τα δημόσια κτήματα και κατά συνέπεια τα δημόσια δάση ως ιδιοκτησία του Κράτους δεν υπήρχαν αλλά μόνο ως περιουσία του κάθε νησιού. Όταν, λοιπόν, έπαυσε το 1866 η ισχύς της νομοθεσίας του Ιονίου Κράτους, η διοίκηση της περιουσίας κάθε νησιού ανατέθηκε σε Επιτροπή.

Πηγή εικόνας: Παραχώρηση από το αρχείο της δικηγόρου Μαρίας Λασκαράτου – Μοντεσάντου, φωτογραφίες Ιόνιου Αστικού Κώδικα (1901)

Το Ελληνικό Δημόσιο, λοιπόν, δεν έχει δικαίωμα επί των δασών της Επτανήσου, καθώς δεν έλαβε τίποτα απο την λεγόμενη επιχώρια περιουσία μετά την ένωση αυτής και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το από 16-11-1836 β.δ. «περί ιδιωτικών δασών». Αυτή η ερμηνευτική άποψη καθιερώθηκε νομοθετικά με το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β` του ν. 998/1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» (ήδη άρθρο 37 παρ. 1 ν. 4280/2014) στο οποίο ορίζεται ότι το κατά την παράγραφο 1 εδάφιο α’ του ιδίου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων «δεν ισχύει στις περιφέρειες του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων». 

Κατά συνέπεια, το Δημόσιο δεν δύναται να επικαλείται και να αποδεικνύει μόνο τη δασική μορφή της ένδικης έκτασης. Θα πρέπει  σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει, όταν αμφισβητείται, ότι κατέστη κύριο με έναν από τους τρόπους κτήσης της κυριότητας του Ιόνιου ή του Αστικού  Κώδικα ή άλλου ειδικότερου νόμου. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι Γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (721/1991, 336/2000). Και τέλος, για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 2063 Ιόνιου Κώδικα) απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και επί λόγω κυριότητας. Ο όρος «αναμφίβολη διακατοχή» προσομοιάζει στον σημερινό όρο της καλόπιστης νομής.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ε. Παπαγιάννη, Ιστορία Δικαίου, Repository Kallipos
  • Η δικαστική απόφαση διαθέσιμη στη βάση δεδομένων ΝΟΜΟS

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αγγελική Μοντεσάντου
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αργοστόλι. Είναι ασκούμενη δικηγόρος, απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών καθώς και του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Την απασχολούν ζητήματα Διοικητικού και Ευρωπαϊκού Δικαίου, χωρίς όμως να παραμερίζει τους υπόλοιπους διακαιικούς κλάδους. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση και την εθελοντική διδασκαλία της γαλλικής. Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει αστυνομική λογοτεχνία, ταξιδεύει και παίζει τένις.