8.7 C
Athens
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΙστορία1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και ΜνήμηςΗ ενηλικίωση και η ανάληψη της εξουσίας από τον Όθωνα

Η ενηλικίωση και η ανάληψη της εξουσίας από τον Όθωνα


Της Μαριαλένας Κασαπάκη,

Μετά την παραίτηση του πρίγκιπα Λεοπόλδου του Σαξ-Κόμπουργκ από τον θρόνο της Ελλάδος τον Μάιο του 1830, οι Μεγάλες Δυνάμεις κλήθηκαν να επιλέξουν νέο ηγεμόνα για το νεοελληνικό κράτος. Παράλληλα, ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α’, ο οποίος έχαιρε έντονης αποδοχής και κύρους στην Ελλάδα λόγω της φιλελληνικής στάσης του, επιδίωξε να διορισθεί κάποιος Βαυαρός πρίγκιπας στον θρόνο της χώρας. Έτσι, στη διάσκεψη του Λονδίνου, με το πρωτόκολλο της 13ης Φεβρουαρίου 1832, προτάθηκε ως ηγεμόνας της Ελλάδας ο γιος του Λουδοβίκου, πρίγκιπας Όθωνας, το αξίωμα του οποίου κατοχυρώθηκε επίσημα, έπειτα από συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων και του Βαυαρού βασιλιά, στις 11 Μαΐου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν συμμετείχε στις συνομιλίες που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση, καθώς δεν είχε αποκτήσει ακόμη διεθνή αναγνώριση ως κυρίαρχη κρατική οντότητα. Επιπλέον, η συνθήκη δεν προέβλεπε ότι η εκλογή του Όθωνα έπρεπε να επικυρωθεί από κάποιο όργανο του ελληνικού κράτους.

Ελαιογραφία του Λουδοβίκου Α’ από τον Joseph Karl Stieler. Πηγή εικόνας: wikipedia.org

Ο Όθωνας έφθασε με τη συνοδεία του στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833 με την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τους Έλληνες, καθώς ήλπιζαν ότι επρόκειτο να φέρει στη χώρα ειρήνη, τάξη και αίσθημα ασφάλειας. Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, ο Όθωνας παρέμεινε εξαρτημένος από τις Μεγάλες Δυνάμεις και η διαρκής εμπλοκή του ξένου παράγοντα λειτούργησε με τρόπο αποσταθεροποιητικό για τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Μαζί με τον Όθωνα έφθασε στο Ναύπλιο και η τριμελής Αντιβασιλεία, η οποία ανέλαβε τη διοίκηση της χώρας μέχρι την ενηλικίωση του. Η Αντιβασιλεία συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες, χωρίς να παραχωρήσει Σύνταγμα, ενώ η κυβέρνηση που διόριζε δεν είχε διατακτική ισχύ. Ταυτόχρονα, προκλήθηκε μεγάλη δυσαρέσκεια στον ελληνικό λαό λόγω του ότι στις θέσεις ισχύος του κρατικού μηχανισμού τοποθετήθηκαν αποκλειστικά Βαυαροί αξιωματούχοι. Η κατάσταση αυτή έμεινε γνωστή ως Βαυαροκρατία και οδήγησε σε ένοπλες εξεγέρσεις από την πλευρά των Ελλήνων.

Όταν ο Όθωνας ανέλαβε την εξουσία επίσημα την 1η Ιουνίου του 1835, σε ηλικία 20 ετών, η κοινή γνώμη ήλπιζε ότι θα επέφερε ουσιαστικές αλλαγές στο υπάρχον καθεστώς. Οι προσδοκίες αυτές, όμως, διαψεύστηκαν, διότι ο Όθωνας είχε ως στενό σύμβουλο ένα από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας, τον Joseph Ludwig von Armansperg, ο οποίος μάλιστα διορίστηκε στη θέση του αρχικαγκελλάριου με πλήρεις εξουσίες. Καθώς, όμως, αυτή η απόφαση προκάλεσε έντονη δυσφορία στον ήδη δυσαρεστημένο ελληνικό λαό, ο Όθωνας προχώρησε στην εφαρμογή ορισμένων μέτρων. Αρχικά δόθηκαν με διάταγμα στις ελληνικές οικογένειες εκτάσεις από τις εθνικές γαίες. Επιπλέον, έδωσε χάρη στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Παραχώρησε επίσης αμνηστία στους λιποτάκτες του Στρατού και του Ναυτικού. Τέλος, προχώρησε στην ίδρυση της βασιλικής φάλαγγας, η οποία αποτελούνταν μόνο από Έλληνες, και του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο είχε νομοθετική εξουσία, ενώ παράλληλα, λειτουργούσε ως ανώτατο δικαστήριο και τα μέλη του διορίζονταν απευθείας από τον μονάρχη.

Λιθογραφία του Armansperg από τον Franz Hanfstaeng. Πηγή εικόνας: wikipedia.org

Τα μέτρα αυτά, ωστόσο, δεν ήταν αρκετά, για να εκτονωθεί το κλίμα δυσαρέσκειας στην ελληνική κοινωνία. Η κατάσταση επιδεινώθηκε, όταν ο Όθωνας αναχώρησε για τη Γερμανία τον Μάιο του 1836 για τον γάμο του με τη δούκισσα Αμαλία, καθώς τον αντικατέστησε ξανά ο Armansperg ως Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της Ελλάδας (Πρωθυπουργός). Ο απολυταρχικός τρόπος άσκησης εξουσίας από τον Βαυαρό αξιωματούχο οδήγησε σε τόσο γενικευμένη κατακραυγή, ώστε, όταν ο Όθωνας επέστρεψε με τη σύζυγό του στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1837, τον έπαυσε από τα καθήκοντά του. Στη θέση του Armansperg διορίστηκε ο Ignaz von Rudhard, Βαυαρός νομικός και πολιτικός, ο οποίος ωστόσο μετά από μερικούς μήνες παραιτήθηκε. Ο πρώτος Έλληνας που διορίστηκε πρωθυπουργός της Ελλάδος από τον Όθωνα ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος το 1841, με σκοπό την άμβλυνση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Την ίδια χρονιά και ο Μαυροκορδάτος παραιτήθηκε, λόγω των προστριβών που δημιουργήθηκαν με τον μονάρχη. Εν τέλει, ο ίδιος ο Όθωνας έγινε πρωθυπουργός, καθώς επιθυμούσε πάση θυσία μια κυβέρνηση απόλυτα εξαρτημένη από εκείνον.

Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των πολιτικών εξελίξεων, οι παρεμβάσεις του ξένου παράγοντα ήταν διαρκείς. Αυτό αποτελούσε το επίκεντρο της έντονης κριτικής σε βάρος του μονάρχη, όπως αποτυπώθηκε και στον Τύπο της εποχής. Εξαιρετικά κρίσιμη στάθηκε η κατάσταση που επικράτησε στη χώρα τον Ιανουάριο του 1843, όταν η Ελλάδα ανακοίνωσε στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της για το δάνειο που είχε λάβει και ζήτησε νέο δάνειο με δική τους εγγύηση. Έπειτα από έντονη πίεση των προστάτιδων Δυνάμεων υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο οικονομική συμφωνία, η οποία καθόριζε τον τρόπο απόσβεσης του δανείου και όριζε ότι ξένοι πρεσβευτές θα επέβλεπαν την συνολική διαδικασία. Με τη συμφωνία αυτή καταλύθηκε η οικονομική αυτονομία της Ελλάδας, καθώς όλα ορίζονταν και ελέγχονταν από τον ξένο παράγοντα.

Πορτραίτο του βασιλιά Όθωνα. Πηγή εικόνας: thetoc.gr

Η διαρκώς αρνητικά εξελισσόμενη κατάσταση και το κλίμα δυσαρέσκειας μεταξύ των Ελλήνων οδήγησε στην σταδιακή οργάνωση της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 από την Αντιπολίτευση, η οποία έκρινε ότι η βία αποτελούσε πλέον το μοναδικό μέσο για την υλοποίηση αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Στόχος των συνωμοτών ήταν να ασκήσουν πίεση στον μονάρχη, για να παραχωρήσει σύνταγμα και να απομακρύνει τους Βαυαρούς αξιωματούχους από τις δημόσιες θέσεις.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Σ. Παπαγεωργίου (2004),  Από το Γένος στο Έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, 1821-1862, Αθήνα: εκδ. Παπαζήσης
  • Συλλογικό έργο (2010), Η Ελλάδα την εποχή του Όθωνα, Αθήνα: Εκδ. Περισκόπιο


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Ελένη Κασαπάκη
Γεννήθηκε το 1997. Απoφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας Α.Π.Θ. Ζει και εργάζεται ως καθηγήτρια στη Θεσσαλονίκη. Έχει ενεργή συμμετοχή σε εθελοντικά προγράμματα, επιμορφώσεις και συνέδρια. Αγαπάει τη λογοτεχνία, την ιστορία της τέχνης και καθετί που συνδέεται με τον πολιτισμό και αντικατοπτρίζει το ανθρώπινο βίωμα. Την απασχολούν ιδιαίτερα τόσο ζητήματα διακειμενικότητας και πρόσληψης όσο και ο τρόπος που η τεχνολογία επαναπροσδιορίζει τον κλάδο των ανθρωπιστικών επιστημών.