18.5 C
Athens
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαSelf-tests για μαθητές: Είναι συνταγματικά ή όχι;

Self-tests για μαθητές: Είναι συνταγματικά ή όχι;


Της Ιωάννας Μπινιάρη,

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πανδημία Covid-19 έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τα τωρινά δεδομένα στην Ελλάδα σε διάφορους τομείς της ζωής μας, με αποτέλεσμα όχι μόνο η κοινωνία αλλά και η ελληνική έννομη τάξη να καλείται να βρει λύσεις. Για το συμφέρον της δημόσιας υγείας έχουμε κληθεί όλοι να υποστούμε τον περιορισμό των συνταγματικών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων μας, με την κατάσταση αυτή να συνεχίζεται – ποιος ξέρει, άραγε, για πόσο ακόμα;

Βέβαια, με τα ποσοστά των εμβολιασμένων να αυξάνονται και με το να δίνεται η δυνατότητα στον καθένα από εμάς για αυτοδιαγνωστικό έλεγχο νόσησης (self-tests), θα λέγαμε ότι ως ένα σημείο αυτή η δύσκολη κατάσταση ελέγχεται, χωρίς, βέβαια, να μπορεί να δαμαστεί πλήρως. Ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει πρόσφατα την ελληνική νομολογία, μιας και προαναφέρθηκε, είναι η συνταγματικότητα των selftests στους μαθητές Λυκείων ως προϋπόθεση συμμετοχής στη δια ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία, πράγμα το οποίο αποτελεί και την προβληματική του παρόντος άρθρου.

Πηγή Εικόνας: ethnos.gr

Μάλιστα, τον Μάιο προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας τρεις εκπαιδευτικοί, δύο δικηγόροι και ένας ιερέας στη Θεσσαλονίκη, όλοι γονείς ανήλικων παιδιών, ζητώντας να ανασταλεί το συγκεκριμένο μέτρο του υποχρεωτικού διαγνωστικού ελέγχου δύο φορές την εβδομάδα ως αντισυνταγματικό και παράνομο. Οι προσφεύγοντες έκαναν λόγο για παραβίαση σειράς συνταγματικών διατάξεων, της διεθνούς σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, της ευρωπαϊκής σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών και της ΕΣΔΑ. Επίσης, χαρακτήρισαν την υποχρεωτική αυτοδιαγνωστική διαδικασία ως ανεπίτρεπτη επέμβαση και προσβολή του σώματος των παιδιών, ενώ σχετικά με την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας περί απαγόρευσης εισόδου στο σχολείο των μαθητών, που δεν υποβάλλουν τεστ, θεωρούσαν πως προσβάλλει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της εκπαίδευσης στον πυρήνα του. Τέλος, επισήμαναν πως παραβιάζεται η διεθνής σύμβαση του Oviedo για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου ορίζεται πως «η επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνο αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής ενημέρωσής του».

Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι η υποχρεωτική πράξη του self-test για την παρακολούθηση των σχολικών μαθημάτων παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα των παιδιών; Προκειμένου να απαντήσουμε στο συγκεκριμένο ερώτημα, θα πρέπει, αρχικά, να εξετάσουμε αν το self-test είναι ιατρική πράξη. Ιατρική πράξη είναι εκείνη που έχει ως σκοπό τη με οποιοδήποτε επιστημονική μέθοδο πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας του ανθρώπου, οπότε, ακόμα και ένα self-test εμπίπτει σε αυτόν τον ορισμό. Πολύ σημαντικό, βέβαια, σε κάθε περίπτωση, είναι να υπάρχει ενημερωμένη συναίνεση, χωρίς η άρνησή της να οδηγεί σε καταναγκασμό, αλλά να μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες, όταν διακυβεύεται η προστασία της υγείας των άλλων. Είναι, επίσης, ευρέως γνωστό ότι οι ιατρικές πράξεις μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο παρεμβατικές αλλά, εν προκειμένω, πρόκειται για μια θεμιτή παρέμβαση από τη στιγμή που δεν γίνεται από τρίτο και δεν μπορεί να έχει καμία παρενέργεια.

Αξίζει, επιπλέον, αναφοράς ότι η προστασία της υγείας των άλλων από συγκεκριμένες ασθένειες αποτελεί θεμιτό λόγο για την επιβολή περιορισμών στην αυτονομία και τον αυτοκαθορισμό του ατόμου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 του Συντάγματος και το άρθρο 5 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Άρα, ο περιορισμός δικαιωμάτων για την προστασία της δημόσιας υγείας στην εποχή της πανδημίας τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, καθώς υπάρχει γενικότερα η τάση στις περιπτώσεις σύγκρουσης ορισμένων δικαιωμάτων να κλίνει η ζυγαριά υπέρ των δικαιωμάτων των άλλων. Αυτό, μάλιστα, πρέπει να αναλογιστεί κανείς και στην περίπτωση των μαθητών που αρνούνται να κάνουν self-test, για τους οποίους προβλέπεται η μη δυνατότητά τους να μπουν στο σχολείο, καθώς η συγκεκριμένη πρόβλεψη σταθμίζει το δικαίωμά τους στην εκπαίδευση με το αντίστοιχο δικαίωμα των άλλων μαθητών, την προστασία της υγείας τους καθώς και της υγείας του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Πηγή Εικόνας: i2.prth.gr

Συνεπώς, θα λέγαμε ότι το μέτρο του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου νόσησης συνιστά ήπια παρέμβαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, στην ιδιωτική ζωή και στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των μαθητών, ειδικά, μάλιστα, αν το συγκρίνει κανείς με ενδεχόμενο υποχρεωτικό εμβολιασμό, για τον οποίο τίθενται άλλα συνταγματικά όρια. Η συγκεκριμένη παρέμβαση είναι, ακόμα, συνταγματικώς ανεκτή, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 περ. 3 του Συντάγματος, δηλαδή προβλέπεται από ειδική νομοθεσία (άρθρο 96 του Ν. 4790/2021), επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος (η προστασία της δημόσιας υγείας), και είναι κατάλληλη, πρόσφορη για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού (σύμφωνα με γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού Covid-19).

Κλείνοντας, λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι από τη στιγμή που δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας τόσο σε ενωσιακό όσο και σε συνταγματικό επίπεδο, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ειδικά όταν αυτή πραγματοποιείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, στους οποίους προέχουσα θέση κατέχει η δημόσια υγεία.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • “Προσφυγή στο ΣτΕ κατά των υποχρεωτικών self test σε μαθητές και εκπαιδευτικούς”, διαθέσιμο εδώ
  • “ΔΠρΧαν 19/2021: Συνταγματικότητα της υποχρεωτικότητας του μέτρου του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου νόσησης (self test) στους μαθητές Λυκείων ως προϋπόθεση συμμετοχής στη διά ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία”, διαθέσιμο εδώ
  • Αλκμήνη Φωτιάδου, “Η συνταγματικότητα των self-tests για τους μαθητές”, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ιωάννα Μπινιάρη, Αρχισυντάκτρια Κοινωνικών Θεμάτων
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997 και κατάγεται από την Επίδαυρο, όπου και μεγάλωσε. Είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών και εργάζεται ως ασκούμενη δικηγόρος. Το πάθος της, από μικρή ηλικία, είναι η εκμάθηση ξένων γλωσσών και τα ταξίδια. Στον ελεύθερό της χρόνο απολαμβάνει την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων, την παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων, συναυλιών και κινηματογραφικών ταινιών αλλά και την ενασχόληση με τη γυμναστική.