14.5 C
Athens
Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΗ ήττα του Γουιλσονιανισμού στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού

Η ήττα του Γουιλσονιανισμού στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού


Της Σοφίας Τάνα,

Όλα ξεκινούν στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 1919. Τότε συνήλθε η συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων, με τη συμμετοχή αντιπροσώπων τριάντα περίπου κρατών. Η Σύνοδος Ειρήνης του Παρισιού ή Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1919 ήταν μία πολυεθνής σύνοδος, η οποία τέθηκε σε ισχύ από τις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ και των ΗΠΑ, μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Απώτερος σκοπός ήταν η σύσταση ενός παγκοσμίου συνδέσμου των εθνών, που θα ονομαζόταν επίσημα Κοινωνία των Εθνών. Εκεί τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση οι συνθήκες ειρήνης μεταξύ των ηττημένων Κεντρικών Δυνάμεων και των νικητήριων δυνάμεων της Αντάντ. Σημαντικό ρόλο στη σύνοδο αυτή κατείχε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson. Η σύνοδος οδήγησε στην ένδοξη υπογραφή πέντε συνθηκών ειρήνης (Συνθήκη των Βερσαλλιών, Συνθήκη του Αγίου Γερμανού, Συνθήκη του Νεϊγύ, Συνθήκη του Τριανόν, Συνθήκη των Σεβρών).

Ο Woodrow Wilson (1856-1924), Bettmann Archive/Getty Images. Πηγή εικόνας: history.com

Την περίοδο εκείνη (1919-1920), παρά τα επείγοντα προβλήματα εσωτερικής πολιτικής που μάστιζαν τις ΗΠΑ και τις τιτάνιες προσπάθειες των συνεργατών του να τον πείσουν για το αντίθετο, ο πρόεδρος Wilson, έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητες του, εύλογα αποφάσισε να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στην Ευρώπη, με απώτερο σκοπό τη «δίκαιη και μόνιμη ειρήνη». Πολύ γρήγορα όμως έκανε δύο αρκετά δυσάρεστες διαπιστώσεις. Αρχικά, δεν μπορούσε να διανοηθεί πως, στη διαμάχη που είχε ξεσπάσει μεταξύ της «νέας» ανανεωμένης διπλωματίας, που απλόχερα πρόσφερε ο ίδιος προκειμένου να βοηθήσει το κόσμο να αλλάξει σελίδα, και της παλιάς «αντιδραστικής», φορείς της οποίας ήταν πολλοί εκ των συγκεντρωμένων αντιπροσώπων στο Παρίσι, τα ηνία θα κρατούσε ισχυρά η δεύτερη. Αυτό όμως που έφερε στα όρια του τον Wilson και αποτέλεσε τροχοπέδη στη προσπάθεια του να χαρακτηριστεί καινοτόμος, ήταν η δυσπιστία της κοινής γνώμης, αλλά και πληθώρας πολιτικών παραγόντων των ΗΠΑ, οι οποίοι αδυνατούσαν να δεχθούν ως αρκετά υποσχόμενη και εν δυνάμει επιτυχή την «Πολιτική των 14 σημείων»  που πρέσβευε ο πρόεδρος.

Η συνδιάσκεψη συνήλθε με πλήρη ολομέλεια στις 18 Ιανουαρίου 1919. Ως συνακόλουθο αποτέλεσμα όμως, τα προβλήματα που απεγνωσμένα επιζητούσαν επίλυση και χρειάζονταν εκ θεμελίων συζήτηση και διαπραγμάτευση, αφήνονταν στο έλεος ειδικών επιτροπών, ενώ όλα τα υπόλοιπα καταλογιζόταν στις μεγάλες δυνάμεις. Ως αφετηρία, είχε συγκληθεί «Το Συμβούλιο των Δέκα», που απαρτιζόταν από δύο ανώτατους αντιπροσώπους καθεμιάς από τις πέντε μεγάλες δυνάμεις που ουσιαστικά κρατούσαν τα ηνία (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ιταλία και Ιαπωνία). Όμως, καθώς κυλούσε το 1919 και συγκεκριμένα στα μέσα του Μαρτίου, η Ιαπωνία είχε στο έπακρο ρυθμίσει τα ζητήματα που την αφορούσαν άμεσα, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον της για τη συμμετοχή στα δρώμενα της συνδιάσκεψης και τις αποφάσεις του συμβούλιου σταδιακά να μειώνεται, με γοργό και σταθερό ρυθμό. Αποτέλεσμα της προαναφερθείσας κατάστασης αποτέλεσε η ένδοξη αποχώρηση της Ιαπωνίας, με τους «μεγάλους» να χάνουν μέρος του κύρους τους, μένοντας τέσσερις. Η φθίνουσα πορεία όμως, δε είχε συναντήσει ακόμα το τέλος της. Έπειτα από μία σφοδρή σύγκρουση μεταξύ των Ιταλών με τους Άγγλους, τους Γάλλους και τους Αμερικανούς, οι Ιταλοί αντιπρόσωποι αποχώρησαν από τη συνεδρίαση του τετραμελούς συμβουλίου, με μετενέργεια την αναγωγή των «τεσσάρων», σε «τρεις».

Το συμβούλιο των Μεγάλων. Από αριστερά προς δεξιά: David Lloyd George (Μεγάλη Βρετανία), Vittorio Orlando (Ιταλία), George Clemenceau (Γαλλία) και Woodrow Wilson (ΗΠΑ) (27 Μαΐου 1919). Πηγή εικόνας: wikimedia.org

Οι εργασίες που πλαισίωναν τη συνδιάσκεψη καθ’ όλη τη διάρκειά της, μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις βασικές φάσεις. Η πρώτη από αυτές ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1919 και διήρκησε έως τα μέσα Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς, όταν ο αποφασιστικός πρόεδρος Wilson με περίσσιο θάρρος έκανε τη πρώτη του επίσκεψη, για τέσσερις περίπου εβδομάδες, στις ΗΠΑ. Τότε εκδηλώθηκαν και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των συμμάχων. Για τον Wilson, πρωτεύον ζήτημα που απεγνωσμένα έχρηζε επίλυσης ήταν το καταστατικό της Κοινωνίας των Εθνών. Ήθελε δηλαδή «να θέσει τα θεμέλια» (Κοινωνία των Εθνών) και «έπειτα να οικοδομήσει την ειρήνη». Η γαλλική αντιπροσωπία όμως συγκεκριμένα, λειτουργώντας ως αντίβαρο, υποστήριζε τη δημιουργία ενός διεθνούς στρατού, επιφορτισμένου με τη διατήρηση της ειρήνης και ασφάλειας. Ο πρόεδρος Wilson πρωτοστατώντας, απέκρουε τη πρόταση αυτή όχι μόνο χαρακτηρίζοντας την ανέφικτη, αλλά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «δεν θα έπρεπε να αντικαταστήσουμε τον εθνικό μιλιταρισμό από διεθνή μιλιταρισμό». Κύριο θέμα για τον Wilson θεωρούνταν, επίσης, η λεπτομερής εξέταση των εδαφικών ζητημάτων. Όμως, για τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Ιταλούς και τους Ιάπωνες, η ιεράρχηση θεμάτων ήταν ακριβώς αντίθετη. Η δεύτερη φάση διήρκησε από τα μέσα Φεβρουαρίου ως τα μέσα Μαρτίου, ενώ η τρίτη από τα μέσα Μαρτίου ως την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών, στις 28 Ιουνίου 1919.

Μία από τις κρισιμότερες ρυθμίσεις της συνδιάσκεψης, που έχρηζε λεπτού χειρισμού, ήταν εκείνη των πολεμικών αποζημιώσεων. Η ρύθμιση αυτή υπόκειντο διαρκώς σε σκληρή, συγκροτημένη και εντυπωσιακή επίθεση,  κυρίως από τον νέο τότε οικονομολόγο John Maynard Keynes (μέλος της βρετανικής αντιπροσωπείας που παραιτήθηκε). Κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου, ο Wilson έθεσε ως καίριο επιχείρημα την ικανότητα της Γερμανίας να διεκπεραιώσει με επιτυχία την τις ενδεχόμενες υπέρογκες απαιτήσεις. Υποστήριζε όμως, πως το πλέον ορθό και δίκαιο θα ήταν να περιορισθούν αποκλειστικά και μόνο σε επανορθώσεις για όσες ζημιές κρίθηκαν ως αποτελέσματα του πολέμου. Το αντίπαλο δέος απάρτιζαν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι που, έχοντας θέσει άπιαστους στόχους και τάζοντας ανέφικτα πράγματα στη κοινή γνώμη, επέμεναν για την καταβολή, από μέρους της Γερμανίας, όλων των δαπανών του πολέμου, συμπεριλαμβανομένων και των αποζημιώσεων και των συντάξεων σε αναπήρους, χήρες και ορφανά. Όμως, με την απαίτηση αυτή, το ήδη υπέρογκο ποσό διπλασιαζόταν.

Παρόλη την προσπάθεια του Wilson να καθοριστεί στο κείμενο της συνθήκης ειρήνης ακριβές ποσό αποζημιώσεων και επανορθώσεων, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμμάχων να ανατεθεί σε ειδική επιτροπή η τελική εκτίμηση και, στο μεταξύ, να απαιτηθεί από τη Γερμανία μία σημαντική προκαταβολή. Οι νικητές είχαν θέσει ως στόχο από τη μία να γονατίσουν την ηττημένη Γερμανία σαν δύναμη της Ευρώπης και από την άλλη να τη βάλουν να πληρώσει σαράντα δισεκατομμύρια δολάρια της εποχής εκείνης. Για να μπορέσει όμως η Γερμανία να σταθεί αντάξια της δεύτερης αυτής απαίτησης, θα έπρεπε ή να ανελιχθεί στην πρώτη δύναμη της Ευρώπης, ή να παραβιάσει τη συνθήκη ειρήνης. Ως προς τις απαιτήσεις των Άγγλων και των Γάλλων για τις αποζημιώσεις, ο Wilson δεν κατόρθωσε να τους συνετίσει, παρόλο που επανειλημμένα υπογράμμισε τους κίνδυνους που συνεπάγονταν για την ειρήνη η οικονομική κατάρρευση της Γερμανίας.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Ε. Ρουκούνα (1978) Εξωτερική Πολιτική 1914-1923. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
  • Α. Κοραντή. (1968) Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης 1919-1955, Ι: Η χωλαίνουσα ειρήνη. Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
  • Henry Kissinger (2014), World Order, UK: Penguin Random House

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Σοφία Τάνα
Γεννήθηκε το 2000 και ιδιαίτερη πατρίδα της η Λάρισα. Αποτελεί προπτυχιακή φοιτήτρια του παιδαγωγικού τμήματος δημοτικής εκπαίδευσης του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στόχος της η βαθύτερη και πολύπλευρη κατανόηση της κοινωνίας μας και η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο μέσα από το κόσμο του εθελοντισμού. Όνειρο της η ενασχόληση με τα παιδιά με τη συνακόλουθη συμβολή της στο να αγγίζουν τα όνειρα τους.