30.9 C
Athens
Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηDe Facto: Σκέψεις για την κρατική προσέγγιση στη θρησκεία

De Facto: Σκέψεις για την κρατική προσέγγιση στη θρησκεία


Του Γιώργου Πασσά,

Σε πρόσφατη εξέταση μαθήματος για τα συνταγματικώς προστατευόμενα θεμελιώδη δικαιώματα, η συζήτηση πήγε στη θρησκευτική ισότητα και ελευθερία, με το εξής ερώτημα να ανακύπτει: εάν θεσπιζόταν ένας νόμος ο οποίος θα προέβλεπε την απαγόρευση όλων των θρησκευτικών συμβόλων στις δημόσιες υπηρεσίες και, συνακόλουθα, τη χρήση τους από δημοσίους υπαλλήλους εν ώρα υπηρεσίας, θα ήταν αυτός πρώτον θρησκευτικά ουδέτερος και δεύτερον, κατ’ επέκταση, σύμφωνος με το Σύνταγμα, ίσως και ευκταίος; Ένα ερώτημα που ξεκινάει μεγάλες συζητήσεις περί θρησκείας και δικαιωμάτων, ενώ αποτελεί ακόμη ερώτημα όχι απλώς ενδιαφέρον από νομική, ίσως και πιο θεωρητική, φιλοσοφική σκοπιά, μα επιπλέον αρκετά κρίσιμο, σε μία εποχή που δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς τον πλουραλισμό θρησκειών που παρουσιάζεται σχεδόν σε κάθε κράτος της υφηλίου και τα ανακύπτοντα ζητήματα, ιδίως για τη στάση του σκοπεύοντος στη θρησκευτική ουδετερότητα κράτους.

Πηγή: The Analyst

Η σχέση του ελληνικού κράτους με τον ορθόδοξο χριστιανισμό είναι, αναμφισβήτητα, ισχυρότατη. Από το «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» Σύνταγμα και το κατά καιρούς πολυσυζητημένο άρθρο 3 αυτού, όπου ορίζονται οι σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας, στην παγκόσμια πρωτοπορία του ελληνικού Υπουργείου «Παιδείας και Θρησκευμάτων», το ελληνικό κράτος έχει επανειλημμένως και καταφανώς αποφασίσει και δράσει μεροληπτώντας υπέρ της «επικρατούσας θρησκείας», της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Και, εάν εξετάσει κανείς τα ιστορικά δρώμενα και την εξέλιξη της θρησκευτικής συνείδησης εν Ελλάδι, τα έθιμα και τις παραδόσεις, τα προαναφερθέντα επέρχονται απολύτως φυσικά, σαν απολύτως ταιριαστή συνέχεια του παρελθόντος μας και προοίμιο του μέλλοντός μας. Από κάποιο σημείο και έπειτα, όμως, ορισμένα ζητήματα πρέπει να αρχίσουν να διευθετούνται, ζητήματα που άμα τη επιλύσει τους θα μας επιτρέψουν πρωτίστως να ακολουθήσουμε την πορεία που χαράζουν τα τελευταία χρόνια τα ευρωπαϊκά κράτη στη συντριπτική τους πλειονότητα και, δευτερευόντως, να βάλουμε μία τελεία στις κατ’ εξακολούθηση καταδίκες εις βάρος μας σε σχετικές με τη θρησκευτική ελευθερία υποθέσεις από το Ε.Δ.Δ.Α. (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), αλλά και εν γένει στην πεποίθηση πολλών πως η Ελλάδα στο εν λόγω θέμα είναι τουλάχιστον οπισθοδρομική (που όντως είναι). Ζητήματα όπως η επιδίωξη και επίτευξη μίας ουσιώδους, όχι προσχηματικής, θρησκευτικής ισότητας και ουδετερότητας.

Ο δημόσιος διάλογος απασχολείται ενίοτε με τέτοιου είδους θέματα, με πλέον πρόσφατη τη συζήτηση, λίγους μήνες πριν την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, περί τροποποίησης του επίμαχου άρθρου 3 του Συντάγματος και εγκαθίδρυσης ενός «γερμανικού» τύπου μοντέλου ουδετερότητας στη σχέση κράτους – εκκλησίας. Στο εν λόγω σύστημα προβλέπεται η ύπαρξη ενός ταμείου τροφοδότησης της Καθολικής Εκκλησίας από το γερμανικό κράτος, πλην όμως στο ταμείο αυτό συμμετέχει ο Γερμανός πολίτης οικειοθελώς, με τη διαφορά κόστους αυτής της συνεισφοράς να υπολογίζεται περί τα 800 ευρώ ετησίως ανά φορολογούμενο. Στην Ελλάδα, τελικά, υπεγράφη συμφωνία στις αρχές του ’19, η οποία προβλέπει την ίδρυση του Ταμείου Μισθοδοσίας της Εκκλησίας, το οποίο ετησίως πληρώνει κληρικούς και λαϊκούς υπαλλήλους της Εκκλησίας με κρατικές δαπάνες.

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Πέρα πάντως από το καθεστώς στις σχέσεις Ελληνικής Πολιτείας – Εκκλησίας, υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα που αποδεικνύουν τη θρησκευτική «μεροληψία» εκ μέρους του κράτους, όπως οι σχολικές αίθουσες με τις εικόνες της Παναγίας ή του Ιησού στη συντριπτική πλειοψηφία των δημοσίων σχολείων. Αντίστοιχα φαινόμενα υπήρχαν, προφανώς, και σε άλλα κράτη, με τη νομολογία όμως να τείνει περισσότερο προς την άποψη πως τέτοιες πρακτικές αντίκεινται στη θρησκευτική ουδετερότητα που οφείλει να υιοθετεί το κράτος: τέτοιο σκεπτικό είχε ακολουθήσει το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, ήδη από το 1973, στην υπόθεση BVerfGE 35, 366 – Kreuz im Gerichtssaal, όπου κρίθηκε, πολύ σπουδαιότερα, πως τέτοια συμπεριφορά υποδηλώνει την «ταύτιση του κράτους με μία θρησκεία», ενώ σε ακριβώς ίδια συμπεράσματα κατέληξε και το Supreme Court των Η.Π.Α. στην υπόθεση McCreary County v. American Civil Liberties Union of Kentucky, το 2005 (μοναδική διαφορά πως το σύμβολο, εν προκειμένω, ήταν οι Δέκα Εντολές). Όσον αφορά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., εκεί το ζήτημα δεν είναι τόσο ξεκάθαρο, με το Δικαστήριο να κρίνει κατά περίπτωση τις σχέσεις κράτους – θρησκείας (βλ. υπόθεση Leyla Şahin κατά Τουρκίας και τον ρόλο που διαδραμάτισε η αρχή του κοσμικού κράτους), μη διστάζοντας μάλιστα να αλλάζει τη γνώμη του σε ορισμένες περιπτώσεις (βλ. υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, όπου το 2009 κρίθηκε η τοποθέτηση του Εσταυρωμένου σε σχολικές αίθουσες ως αντικείμενη στη θρησκευτική ουδετερότητα, ενώ το 2011 το Δικαστήριο αποφάσισε διαφορετικά επί της ιδίας υποθέσεως, δικαιώνοντας την Ιταλία και αιτιολογώντας αυτή τη μεταστροφή, όπως εκφράζεται στη σκέψη 70 της σχετικής απόφασης, με το επιχείρημα ότι αυτή η πρακτική αποτελεί εθνική παράδοση και εμπίπτει στο περιθώριο εκτίμησης του κράτους, ελέω και της έλλειψης ευρωπαϊκής συναίνεσης επί του ζητήματος).

Καθίσταται εμφανές πως, παντού στον κόσμο, σύμβολα της επικρατούσας θρησκείας σε χώρους του Δημοσίου έχουν κριθεί κατά περιπτώσεις ως θρησκευτική τοποθέτηση εκ μέρους του κράτους (ή και σχεδόν σε όλες, θα μπορούσε κανείς ίσως να πει, απλώς αυτή η τοποθέτηση κρίνεται κατά περίπτωση ως έννομη ή έκνομη). Αντιστοίχως, όσον αφορά στους δημοσίους υπαλλήλους, πιο συγκεκριμένα, πώς θα μπορούσε η περίπτωση να είναι διαφορετική; Σε αυτήν την ειδικότερη πτυχή του θέματος το Ε.Δ.Δ.Α. έχει κρίνει, στην υπόθεση Ebrahimian κατά Γαλλίας (το κράτος δεν ανανέωσε τη σύμβαση εργασίας της προσφεύγουσας νοσηλεύτριας, λόγω του ότι εκείνη αρνήθηκε επανειλημμένως να αφαιρέσει τη μαντίλα της εν ώρα υπηρεσίας), πως η θρησκευτική ουδετερότητα παραβιάζεται από τη χρήση θρησκευτικών συμβόλων από δημοσίους υπαλλήλους, ενώ, ταυτοχρόνως, σχετική απαγόρευση δεν θίγει το άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) περί θρησκευτικής ελευθερίας. Ας αφήσουμε, όμως, στην άκρη τις ευρωπαϊκές νομοθετικές προβλέψεις, εξελίξεις και δικαστικές αποφάσεις επί του εν λόγω ζητήματος και ας εστιάσουμε στα όσα προβλέπει ο νόμος στη χώρα μας.

Αρχικά, η αρχή της αμεροληψίας και ουδετερότητας (με τη θρησκευτική ουδετερότητα καταφανώς εμπίπτουσα στο πλαίσιο των εν λόγω αρχών) εκ μέρους του κράτους, όπως και η απαγόρευση πάσης φύσεως διακρίσεων σε βάρος των διοικουμένων, διέπει ως θεμελιώδης αρχή την ελληνική έννομη τάξη, τόσο όσον αφορά στο Σύνταγμα (άρθρο 5 παρ. 2 ως lex generalis) όσο και στους λοιπούς τυπικούς και ουσιαστικούς νόμους. Την ίδια στιγμή, προς την ουσιαστική θρησκευτική ουδετερότητα και ισότητα, παρά τα στραβοπατήματα, έχουν συντελεσθεί θεμελιώδεις αλλαγές, με χαρακτηριστικότερες τις απαγορεύσεις αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες (ΣτΕ 2281/2001) και στα σχολικά απολυτήρια (ΣτΕ 1759-1760/2019), καθώς και το επιτρεπόμενο της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών. Όσον αφορά ειδικότερα στους δημοσίους υπαλλήλους, το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 1735/1987 προβλέπει ρητά πως «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή χρησιμοποιώντας την ιδιότητά τους οι δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να διαδίδουν τις πολιτικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ούτε να κάνουν διακρίσεις σε όφελος ή βάρος των πολιτών εξαιτίας των οποιωνδήποτε πεποιθήσεών τους». Η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρο 107 παρ. 1 Υπαλληλικού Κώδικα), γεγονός που καθιστά προφανές πως το νομοθετικό μας σύστημα αντιλαμβάνεται τη (θρησκευτική) μεροληψία εκ μέρους των δημοσίων υπαλλήλων ως μία αξιόμεμπτη και τιμωρητέα παράβαση. Τα δε θρησκευτικά σύμβολα αποτελούν κατεξοχήν έκφραση και διάδοση θρησκευτικής πεποιθήσεως, άρα και μεροληπτική στάση προς την εκάστοτε θρησκεία.

Πηγή: Hellas-Now

Επομένως, δεδομένου κιόλας ότι αναμφισβήτητα το κράτος ως κράτος απαγορεύεται ρητά και απερίφραστα να μεροληπτεί, το κρίσιμο ερώτημα πιθανώς να είναι το εξής: ένας δημόσιος υπάλληλος που φέρει θρησκευτικά σύμβολα προσβάλλει την αρχή της (θρησκευτικής) ουδετερότητας που οφείλει το κράτος ή αυτό αποτελεί μέρος του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματός του στη θρησκευτική ελευθερία; Και η απάντηση φαντάζει στα μάτια μου σχεδόν προφανής: ο δημόσιος υπάλληλος, λόγω ακριβώς της φύσης της εργασίας του και των συνεπαγομένων υποχρεώσεών του, βρίσκεται σε μία άρρηκτη σύνδεση με το κράτος και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να νοηθεί ως ανεξάρτητος ιδιώτης. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από πάσα προσέγγιση της έννοιας του «δημοσίου υπαλλήλου», αυτός δρα ως υπηρέτης του συνόλου του λαού, ως εκφραστής και εκτελεστής της θέλησης του κράτους και μάλιστα, για τη διασφάλιση αυτού, η συμπεριφορά του υπόκειται σε πολύ αυστηρότερους περιορισμούς και προδήλως πιο ενδελεχείς προσδιορισμούς των υποχρεώσεών του, ακριβώς επειδή ο εκάστοτε δημόσιος υπάλληλος, εν ώρα εργασίας, μετουσιώνει το ίδιο το κράτος. Θα μπορούσε κάποιος να αντιλέξει πως, παρ’ όλα αυτά, ένας νόμος – απαγόρευση των θρησκευτικών συμβόλων στις δημόσιες υπηρεσίες προβαίνει ούτως ή άλλως σε διάκριση, δεδομένου ότι «ευνοεί» όσους δεν επιθυμούν να φέρουν θρησκευτικά σύμβολα και χειρίζεται δυσμενώς όσους τα θεωρούν ως αναπόσπαστα στοιχεία του forum externum τους. Και εκεί όμως, η απάντηση που δίδεται μπορεί να είναι η ίδια, μιας και ένας τέτοιος νόμος θα αφορούσε αποκλειστικά τις δημόσιες υπηρεσίες και τους δημοσίουυς υπαλλήλους: στη σύγκρουση κρατικού – ιδιωτικού στοιχείου το πρώτο υπερτερεί και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πολιτικές, θρησκευτικές, οπαδικές, κομματικές πεποιθήσεις και η εξωτερίκευσή τους, εν ώρα και σε χώρο εργασίας, περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος, ένα κράτος το οποίο σέβεται τον εαυτό του και επιθυμεί να παρουσιάζει τη μέγιστη δυνατή συνάφεια μεταξύ λόγων και έργων, πρέπει να υπακούει στις αρχές που το ίδιο έχει θεσπίσει. Είτε πρόκειται για τη διακόσμηση των δημοσίων υπηρεσιών είτε πάλι για την εμφάνιση των δημοσίων υπαλλήλων, το κράτος οφείλει να πρεσβεύει την ουδετερότητα. Μία ουδετερότητα που δεν αποδέχεται μία στάση απορριπτική των θρησκειών, αλλά, αντιθέτως, δηλώνει ευθαρσώς κάτι που θα έπρεπε να είναι προφανές: πως το κράτος επιλέγει να παραμείνει θρησκευτικά αμέτοχο, ακριβώς επειδή το κράτος και όσα αυτό πρεσβεύει είναι υπεράνω του οποιοδήποτε θρησκευτικού διαχωρισμού ή στιγματισμού.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Πασσάς
Γεννήθηκε το 2001 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και κατέχει δύο ξένες γλώσσες, την αγγλική και τη γερμανική. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Νομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και φιλοδοξεί να ασχοληθεί με τις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Ασχολείται αρκετά χρόνια με τη μουσική, τον αθλητισμό και μεγάλη του αγάπη είναι τα ταξίδια.