21.6 C
Athens
Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΠανελλαδικές εξετάσεις: Ένα αναχρονιστικό σύστημα

Πανελλαδικές εξετάσεις: Ένα αναχρονιστικό σύστημα


Του Γιώργου Γιαρμά,

Άλλος ένας κύκλος πανελλαδικών εξετάσεων φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του και οι υποψήφιοι φοιτητές όλων των ηλικιών μπορούν, επιτέλους, να πάρουν μια βαθιά ανάσα και να ξεκουραστούν, μέχρι τουλάχιστον να ξεκινήσει η επόμενη και, ίσως εξίσου αγχωτική περίοδος των αποτελεσμάτων και των μηχανογραφικών.  Άστοχες προβλέψεις για το πού θα κινηθούν φέτος οι βάσεις θα δημοσιευτούν, γονείς θα υπερηφανευτούν στην γειτονιά για το πόσο καλά έγραψε το «καμάρι» τους, νέοι θα κολλήσουν πάνω τους για χρόνια την ταμπέλα του «αποτυχημένου» απλώς επειδή δεν κατάφεραν να γράψουν αρκετά μόρια για να πετύχουν την σχολή πρώτης τους επιλογής. Όλα αυτά μέχρι να έρθει ο Σεπτέμβρης, οπότε και το κοντέρ θα μηδενίσει και ένας νέος κύκλος πανελλαδικών εξετάσεων θα ξεκινήσει. Το έχουμε ξαναδεί το έργο. Και ακριβώς εκεί έγκειται το πρόβλημα με τον συγκεκριμένο θεσμό. Τον έχουμε ξαναδεί πλέον πολλές φορές. Και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι στην πράξη δεν λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Τι δουλειά έχει, άραγε, ένα σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο της μακρινής δεκαετίας του 1960 στο υποτίθεται εκσυγχρονισμένο εκπαιδευτικό σύστημα του 2021; Γιατί παρόλο που έχουμε εντοπίσει όλες του τις δυσλειτουργίες, καμία κυβέρνηση δεν έχει τολμήσει να ανατρέψει αυτήν την αναχρονιστική παγιωμένη πρακτική;

Πηγή εικόνας: theodysseyonline.com

Οι περισσότεροι από εμάς που έχουμε σημαδευτεί από αυτή τη ψυχοφθόρα διαδικασία, ξέρουμε ακριβώς σε ποιες αστοχίες και δυσλειτουργίες αναφέρομαι παραπάνω. Ο τρόπος διεξαγωγής των εξετάσεων δεν προωθεί, στην πραγματικότητα, καμία εκπαιδευτική σκοπιμότητα και δεν ανταμείβει την ουσιαστική προσπάθεια, αλλά την μηχανική μελέτη και την παπαγαλία. Θα μπορούσε, ακόμα, κανείς να σκεφτεί πως τα αποτελέσματα είναι στην πραγματικότητα τα αντίθετα από τα θεμιτά, ότι δηλαδή ο θεσμός αποτελεί εμπόδιο στην επωφελή εκπαίδευση, αφού έχει γίνει πλέον σχεδόν παράδοση οι μαθητές από την Α’, κιόλας, λυκείου να ασχολούνται αποκλειστικά με τα 4 μαθήματα στα οποία θα κληθούν να εξεταστούν και να αγνοούν πλήρως οτιδήποτε άλλο αναγράφεται στο ωρολόγιο πρόγραμμά τους. Ακόμα, οι υποψήφιοι αντιμετωπίζονται σαν άβουλες μάζες και τα ιδιαίτερα ταλέντα τους, οι ικανότητες, οι κλίσεις τους, αποκλείονται πλήρως από την όλη διαδικασία. Ένα 65%-70% των μαθητών νιώθουν ότι η κατεύθυνση που έχουν επιλέξει, δεν ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα τους και τις φιλοδοξίες τους.

Δεν είναι λίγες και οι φορές που έχουμε δει την εξέταση να χρωματίζεται κομματικά από την εκάστοτε κυβέρνηση. Στην εξέταση του 2020 η μαθητική κοινότητα έμεινε άναυδη, όταν εξετάστηκε για πρώτη φόρα στο μάθημα της Κοινωνιολογίας και δεν κλήθηκε να απαντήσει σε κανένα ερώτημα (ούτε καν κλειστού τύπου!) για τον Γερμανό κοινωνιολόγο Karl Marx και το έργο του, όταν στο εξεταζόμενο βιβλίο οι ιδέες του εξετάζονταν σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο. Μάλλον οι τοποθετήσεις του συγκεκριμένου κοινωνικού επιστήμονα, αλλά και ο ίδιος ο Marx ως ιστορική φιγούρα, «παραήταν αριστερά» για την συντηρητική μας κυβέρνηση. Ανεξαρτήτως, όμως, της εμπλοκής του στην γέννηση του κομμουνισμού, η επιρροή αυτού του χαρισματικού επιστήμονα τους τελευταίους 2 αιώνες και η συμβολή του στην θεμελίωση του κοινωνιολογικού και την εξέλιξη του οικονομικού κλάδου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Γιατί, λοιπόν, τέτοιο «σνομπάρισμα» στις εξετάσεις; Η γνώση πρέπει να είναι πολύπλευρη μόνο όταν δεν είναι «αριστερή»; Τουλάχιστον η ευρηματική μας κυβέρνηση, έβγαλε τον εαυτό της από την δύσκολη θέση: «Δεν θα χρειαστεί οι μαθητές να ξανασχοληθούν με τον Marx και εμείς να τους εξετάσουμε σε αυτόν, αν αφαιρέσουμε την κοινωνιολογία ως εξεταζόμενο μάθημα και την αφαιρέσουμε από το σχολικό πρόγραμμα», ήταν, εικάζω, η συλλογιστική πορεία του Yπουργείου μας, πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Πίσω στην παπαγαλία των λατινικών, λοιπόν.

Πηγή εικόνας: Medium.gr

Όλα αυτά είναι γνωστά. Η μεγαλύτερη, όμως, από όλες τις αστοχίες αυτού του συστήματος είναι και εκείνη που συνήθως τείνουμε να αγνοούμε. Αναφέρομαι στο εξής θλιβερό γεγονός: Οι πανελλήνιες προωθούν τις ανισότητες στην εκπαίδευση. Όσο και αν το σύνολο της δημόσιας εκπαιδευτικής κοινότητας και η Κυβέρνηση αρνούνται να το παραδεχτούν, στατιστικά αποδεδειγμένα τα παιδιά που έχουν την οικονομική δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα σε ιδιωτικό φροντιστήριο έχουν, σαφώς, περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Στην προσπάθειά τους, λοιπόν, να δώσουν στην νέα γενιά μια ευκαιρία εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ακόμα και τα οικονομικά φορτωμένα νοικοκυριά καλούνται να καταβάλουν υπέρογκα ποσά σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Το εξεταστικό σύστημα, λοιπόν, που, κατά μια έννοια, αποτελεί το θεμέλιο ολόκληρης της εγχώριας εκπαιδευτικής πολιτικής, είναι προβληματικό και ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να το παραδεχόμαστε. Τι μπορεί, ωστόσο, να κάνει η Κυβέρνηση, για να βελτιώσει την κατάσταση; Στο ερώτημα αυτό μπορούμε να δώσουμε πληθώρα απαντήσεων τις οποίες θα κατηγοριοποιήσουμε ως εξής:

Θέλουμε το σύστημα να τροποποιηθεί και να βελτιωθεί; Τότε οι λύσεις είναι απλές και βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας. Οικονομική ενίσχυση για την κάλυψη εκπαιδευτικών αναγκών πρέπει να παρασχεθεί από την κυβέρνηση σε όποια οικογένεια το έχει ανάγκη, ώστε κανένας υποψήφιος να μην μείνει αποκλεισμένος από την δυνατότητα του φροντιστηρίου και να υπάρχει μια πραγματική και όχι φαινομενική ισότητα ευκαιριών. Εναλλακτικά, μπορούν να ιδρυθούν δημόσια φροντιστήρια ή να διοριστούν στα λύκεια καθηγητές που θα αναλαμβάνουν μεσημεριανά τμήματα ενισχυτικής διδασκαλίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να δοθεί στους μαθητές η δυνατότητα μιας ελεύθερης επιλογής των μαθημάτων στα οποία θα εξεταστούν. Και αυτή ήταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να κινηθεί η Κυβέρνηση σχετικά με το δίλλημα κοινωνιολογίας-λατινικών. Η επιλογή θα έπρεπε να είναι στο χέρι των μαθητών, οι οποίοι θα έπρεπε να έχουν την δυνατότητα να δηλώνουν σε ποιο από τα δύο μαθήματα θέλουν να εξεταστούν, ανάλογα με την σχολή που φιλοδοξούν να εισαχθούν αλλά και τις ιδιαίτερες ικανότητες και τα ενδιαφέροντά τους. Μιλώ ουσιαστικά για την δημιουργία δύο νέων πεδίων, ένα Θεωρητικών Κλασσικών Σπουδών, στο οποίο οι υποψήφιοι εξετάζονται στο μάθημα των Λατινικών, και ένα Θεωρητικών Ανθρωπιστικών Σπουδών, το οποίο προβλέπει την εξέταση της Κοινωνιολογίας.

Πηγή εικόνας: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Cnn greece

Θέλουμε το σύστημα να ανατραπεί πλήρως; Τότε, αδιαμφισβήτητα, υπάρχουν ορισμένες εναλλακτικές που θα μπορούσαν να συζητηθούν. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να δοθεί στα ίδια τα εκπαιδευτικά ιδρύματα η δυνατότητα να επιλέγουν τους σπουδαστές τους. Οι επίδοξοι φοιτητές, δηλαδή, να συντάσσουν και να αποστέλλουν μια αίτηση, που θα θυμίζει βιογραφικό σημείωμα, στην σχολή που επιθυμούν να εισαχθούν, η οποία θα περιλαμβάνει πέρα από τις μαθησιακές του επιδόσεις, μια παρουσίαση των ταλέντων, των επιτευγμάτων, των προσωπικοτήτων τους. Κατόπιν, μια επιτροπή κάθε τμήματος θα εξετάζει προσεκτικά τις αιτήσεις και θα επιλέγει ποιες από αυτές θα γίνουν δεκτές και ποιες θα απορριφθούν, ανάλογα φυσικά με τον χαρακτήρα του ιδρύματος.

Δεν χωράει πάντως αμφισβήτηση στο ότι λύσεις υπάρχουν, εφόσον υπάρχει και η πρόθεση να συζητηθούν. Ας ανοίξει, λοιπόν, ο διάλογος. Ας δοθεί προτεραιότητα από Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και από την εκπαιδευτική κοινότητα να γίνει το μεγάλο βήμα, για να απαλλαχθούν οι νέοι μας από το ασήκωτο βάρος αυτού του αναχρονιστικού θεσμού.


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Γιαρμάς
Γεννήθηκε το 2002 στην Αθήνα, ενώ ιδιαίτερη του πατρίδα είναι η Μυτιλήνη. Σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ταυτόχρονα παρακολουθεί μαθήματα Δημοσιογραφίας και Reporting σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αγαπά ιδιαίτερα το γράψιμο, καθώς το θεωρεί έναν τρόπο εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του και εκτόνωσης των κοινωνικών του προβληματισμών.