7.6 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήDe Facto: Μήπως τελικά να το αφήσουμε για αργότερα;

De Facto: Μήπως τελικά να το αφήσουμε για αργότερα;


Του Γιώργου Πασσά,

Στο πρωτοσέλιδο της Παρασκευής (28/05), η εφημερίδα «Τα Νέα» αποκαλύπτει πως η κυβέρνηση όχι μόνο έχει δεύτερες σκέψεις περί της πανεπιστημιακής αστυνομίας, αλλά ότι σκοπεύει, μάλιστα, να αναβάλλει την εισαγωγή των σωμάτων της ΕΛ.ΑΣ. στα πανεπιστημιακά ιδρύματα τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του φθινοπώρου, ίσως και μετά το νέο έτος. Αυτό, πάντως, τη στιγμή που ο Άγγελος Συρίγος, υφυπουργός Παιδείας, τόνισε πως το σχέδιο για τα ΟΠΠΙ «προχωρά κανονικά», ενώ και η κυβερνητική εκπρόσωπος προέβη σε αντίστοιχες δηλώσεις, αναφέροντας χαρακτηριστικά, πως από την επόμενη εβδομάδα ξεκινούν κανονικά οι προσλήψεις, όπως είχε προγραμματιστεί. Όποια και αν είναι η αλήθεια, η πλέον κατάλληλη απόφαση ποια είναι;

Όσον αφορά τους σχεδιασμούς, οι επίσημες ανακοινώσεις ανέφεραν, αρχικά, πως τα ΟΠΠΙ θα εγκαθίσταντο στα ΑΕΙ ήδη από τον περασμένο Απρίλιο, πράγμα όμως που δεν συνέβη. Σύμφωνα με «Τα Νέα», η πανεπιστημιακή αστυνομία δεν αναμένεται να μπει στα πανεπιστήμια ούτε το φθινόπωρο, για λόγους που επισήμως διατυπώνονται ως διεκπεραιωτικοί: «καθυστερήσεις στην πρόσληψη των απαιτούμενων αστυνομικών, ψυχολόγων, αλλά και διεκπεραίωσης των τυπικών διαδικασιών που πρέπει να προηγηθούν της εφαρμογής του θεσμού», όπως αναφέρει και το Protagon. Πιθανώς, θα λειτουργήσουν κανονικά μόνο οι ομάδες φύλαξης των ΑΕΙ και οι Επιτροπές Ασφάλειας Πανεπιστημίου (ΕΑΠ).

Πηγή: Εργασιακά Νέα

Η κυβέρνηση, από την άλλη, αρνείται τα πάντα. Συρίγος, Πελώνη και Οικονόμου (υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη) δηλώνουν ευθαρσώς πως ουδεμία μετατροπή ή αναβολή υπάρχει στον σχεδιασμό, υπογραμμίζοντας ακόμη πως «τις επόμενες μέρες δημοσιεύεται η προκήρυξη για την πρόσληψη προσωπικού φύλαξης των Πανεπιστημίων, οι οποίοι θα είναι απόφοιτοι ΑΕΙ» (ρίχνοντας φυσικά και τις μπηχτές τους προς την αξιωματική αντιπολίτευση και τον Τσίπρα, κατηγορώντας τους πως επικαλούνται δημοσιεύματα των οποίων την ακρίβεια ουδέποτε διασταύρωσαν).

Οποιαδήποτε και αν είναι η αλήθεια, την οποία εν τέλει μονάχα ο χρόνος θα αποκαλύψει, αξίζει να γίνει ένας σχολιασμός επί της ενδεχόμενης αναβολής της εισόδου της ΕΛ.ΑΣ. στους πανεπιστημιακούς χώρους. Ξεκινώντας από τη ρίζα του προβλήματος, τρία τινά μπορούν να χαρακτηριστούν ως αδιαμφισβήτητα: πρώτον, η προβληματικότητα των συνθηκών που επικρατούν σε πολλά από τα ελληνικά πανεπιστήμια (από τους ξυλοδαρμούς φοιτητών από «ιδεολογικούς αντιπάλους», μέχρι το εμπόριο ναρκωτικών, μέχρι τις φθορές δημόσιας περιουσίας μικρότερες ή μεγαλύτερες), δεύτερον, η επίσης παθογενής συμπερίληψη των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στo πλαίσιo του στενού πυρήνα του κράτους και στην αρμοδιότητα ενός οργάνου που επανειλημμένως αποδεικνύει πως αδυνατεί να λειτουργήσει ορθά ή, πολύ περισσότερο, να αναλάβει ευθύνες και να επανορθώσει για τα σφάλματά του, και, τρίτον, η ανωμαλία των καταστάσεων που βιώνουμε, τόσο σε εγχώριο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά, τον τελευταίο ενάμισι χρόνο.

Λαμβάνοντας τα ανωτέρω ως δεδομένα, μπορούμε με ευκολία να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: ναι, μεν, οι συνθήκες στα ΑΕΙ απέχουν πολύ όχι από το ιδανικό, αλλά ενίοτε γενικώς από το θετικό, παρ’ όλα αυτά η λύση της παράδοσης του ελέγχου τους σε ένα προβληματικό όργανο, εν μέσω προβληματικών καιρών, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μία εξίσου προβληματική απόφαση. Και αυτό σίγουρα όχι μόνο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά και σε βραχυπρόθεσμο, μιας και ο δυναμιτισμός του κλίματος είναι βέβαιος (ήδη δυναμιτισμένο είναι, ούτως ή άλλως), ενώ σίγουρα, όπως και να το κάνουμε, είναι αφελές να βάζεις τον λύκο να φυλάξει την κοκκινοσκουφίτσα, όσο πολύ και αν προσπαθεί ο λύκος να σε πείσει πως είναι η γιαγιά της και θέλει να την προστατεύσει (ενώ τα όσα πράττει καθημερινά συνηγορούν διαρκώς υπέρ του αντιθέτου).

Εν προκειμένω, μάλιστα, η κυβέρνηση συντάσσει ταυτοχρόνως και νέο νομοσχέδιο για την ανώτατη εκπαίδευση, το οποίο προβλέπει τον περιορισμό των εισακτέων κατά περίπου 20.000-25.000 άτομα, καθώς θα υπάρξουν τμήματα που θα κλείσουν λόγω χαμηλού ενδιαφέροντος ή αμφίβολης επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων τους, νομοθετικές εξελίξεις που, είναι βέβαιο, θα ξεσηκώσουν, δικαίως ή αδικαιολογήτως, θύελλα νέων αντιδράσεων.

Με αυτά και με αυτά, στην παρούσα φάση, η αναβολή της εισόδου των ΟΠΠΙ στους πανεπιστημιακούς χώρους φαντάζει ως η πλέον ενδεδειγμένη λύση. Μετά από ενάμισι χρόνο με άδεια αμφιθέατρα, πρωτεύουσα σημασία θα έπρεπε να έχει η κατά το δυνατόν διατήρηση του ειρηνικού κλίματος, ο περιορισμός των προστριβών και η ενίσχυση της γιορτινής ατμόσφαιρας της «επιστροφής στην κανονικότητα». Να χρησιμοποιηθούν τα εκατομμύρια που προβλέπονται στον προϋπολογισμό αυτών των σωμάτων για τη βελτίωση των πανεπιστημιακών χώρων, για την αύξηση του προσωπικού, για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων που αφορούν τη διεξαγωγή των παραδόσεων και των εξεταστικών, όπως και, εν καιρώ κορωνοϊού, την παράδοση των συγγραμμάτων. Αντιθέτως, με τη διαρκή θέσπιση νομοσχεδίων που ξεσηκώνουν, ιδίως όταν η αντιπολίτευση «σε έχει στο χέρι» με τη δύναμή της να βγάζει τον κόσμο στους δρόμους, πολλώ μάλλον δε όταν ο ίδιος κόσμος και δη ο φοιτητικός είναι τόσο πιεσμένος μετά από τα όσα πέρασε τους τελευταίους 16 μήνες, η κυβέρνηση δεν εκμεταλλεύεται απλώς την αυτοδυναμία της, αλλά επιλέγει να περιφρονήσει τις λοιπές απόψεις, μία περιφρόνηση που, σε μία πολυσχιδή πολιτική σκηνή όπως η ελληνική, νομοτελειακά θα της προκαλέσει ζημιά σε πολιτικό επίπεδο.

Πηγή: Εφημερίς Δημοπρασιών & Πλειστηριασμών

Με την είσοδο των ΟΠΠΙ στα πανεπιστήμια, καθίσταται πλέον οριστικό: αστυνομία και εκπαίδευση βρίσκονται σε άμεση και ταυτοχρόνως άρρηκτη σύνδεση μέχρι νεωτέρας. Οι σκηνές βίας και παρανομίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, πράγματι, είναι αισχρές. Ας αναλογιστούμε όμως όλοι αυτό: έχουμε λάβει τόσες εγγυήσεις, εμπράκτως, ώστε να είμαστε βέβαιοι πως μία τέτοια απόφαση, που θα επιφέρει τόσο σημαντικές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες μεταβολές στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας μας, παρέχοντας τόσο ευρύ πεδίο δράσης στην αρμόδια πλέον αστυνομία, είναι η κατάλληλη λύση την προκείμενη στιγμή; Είμαστε άπαντες βέβαιοι πως εμπιστευόμαστε αυτό το κράτος, το τόσο παρασιτικό, όπως λέμε όλοι διαρκώς, να φυλάξει τις ιδέες, τις επιστήμες και την ακαδημαϊκή ελευθερία μας; Εμπιστευόμαστε αυτήν την κυβέρνηση; Και, πολύ περισσότερο, αυτήν την αστυνομία;

Πέρα από τη μουτζούρα στο image της, που αναφέρθηκε ανωτέρω, το πιο σημαντικό είναι πως η κυβέρνηση αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας κάτι που όλοι μας ουσιαστικά γνωρίζουμε, κάτι πολύ βαθύτερα προβληματικό, το οποίο πάντως αποτελεί παγίως κυβερνητική τακτική, ανεξαρτήτως κυβερνώντος κόμματος: λεφτά για τη ριζική αναδιαμόρφωση και βελτίωση των πανεπιστημίων μας υπάρχουν. Απλώς αποφασίζουμε είτε πως δεν θα τα επενδύσουμε καθόλου εκεί, είτε πως θα τα επενδύσουμε, όχι όμως σε ανακαινίσεις, ακαδημαϊκό προσωπικό, βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής κ.ο.κ., αλλά, εν προκειμένω, για την ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας. Και ακριβώς αυτή η προτεραιότητα που δίνεται στα αστυνομικά σώματα, εις βάρος όλων των λοιπών μικρών στοιχείων που συναποτελούν την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, αποτελεί την πλέον περίτρανη απόδειξη πως, όχι, δεν νοείται να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη μας αυτή η κυβέρνηση, ούτε προφανώς και αυτή η αστυνομία.

Διαρκώς η συζήτηση επί των πανεπιστημίων μού φέρνει στον νου ένα ρητό του Βενιαμίν Φραγκλίνου: «όσοι θυσιάζουν στοιχειώδεις ελευθερίες για λίγη ασφάλεια, δεν αξίζουν ούτε ελευθερία, ούτε ασφάλεια». Ακόμη και αν, όμως, υποθέσουμε πως τις αξίζουμε, το ερώτημα που θα έπρεπε να μας ανησυχεί είναι άλλο: πόση ελευθερία θα καταλήξουμε να θυσιάσουμε για αυτήν την πολυπόθητη δόση ασφάλειας; Ίσως, τελικά, να είναι καλύτερα αν δεν το μάθουμε ποτέ.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Πασσάς
Γεννήθηκε το 2001 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και κατέχει δύο ξένες γλώσσες, την αγγλική και τη γερμανική. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Νομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και φιλοδοξεί να ασχοληθεί με τις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Ασχολείται αρκετά χρόνια με τη μουσική, τον αθλητισμό και μεγάλη του αγάπη είναι τα ταξίδια.