16.4 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορία1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και ΜνήμηςΗ μάχη της Πέτρας: Το επιμύθιο του Aγώνα

Η μάχη της Πέτρας: Το επιμύθιο του Aγώνα


Της Εμμανουέλας Μπουλταδάκη,

Η μάχη της Πέτρας αποτελεί τη τελευταία μάχη της Ελληνικής Επανάστασης. Η νίκη των Ελλήνων στην Πέτρα, ένα χωριό της Βοιωτίας στην περιφέρεια της Στερεάς Ελλάδας, είχε καθοριστική σημασία για την απόκτηση της ανεξαρτησίας. Κοντά στην Πέτρα υπάρχει ένα ομώνυμο στενό πέρασμα, μια διάβαση που είχε σχηματιστεί από ένα πέτρινο βουνό και τη λίμνη της Κωπαΐδας. Σε αυτό το στενό πέρασμα έλαβε χώρα η τελευταία πράξη του Αγώνα. Πριν τη μάχη είχαν προηγηθεί κάποια γεγονότα τα οποία επηρέασαν την έκβασή της.

Η δράση του ελληνικού τακτικού στρατού στη Ρούμελη και ο μεγάλος αριθμός των Ρώσων που κατευθύνονταν στην Αδριανούπολη κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου ανάγκασαν το σουλτάνο να αποφασίσει την απόσυρση του στρατού του από την Ανατολική Στερεά. Ο Ασλάν μπέης Μουχουρδάρης είχε ως διαταγή πρώτον να ανεφοδιάσει τη φρουρά στην Αθήνα και δεύτερον να συνοδεύσει πίσω στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τα εναπομείναντα τούρκικα στρατεύματα από την Αττική και τη Βοιωτία. Ωστόσο, κατάφερε να φέρει εις πέρας μόνο το πρώτο. Η απορρόφηση μεγάλου αριθμού Τούρκων στρατιωτών στο μέτωπο με τη Ρωσία είχε ως αποτέλεσμα η τουρκική πλευρά να καταλήξει με λιγότερες δυνάμεις από τις αρχικές της.

Παρόλα αυτά, ακόμα και αυτές ξεπερνούσαν τις αντίστοιχες ελληνικές σε κάποιο βαθμό. Όσον αφορά το πεζικό, οι τουρκικές δυνάμεις ανέρχονταν σε 5.000 στρατιώτες, ενώ οι τάξεις τους διέθεταν ιππικό και 4 κανόνια.  Οι ελληνικές δυνάμεις ανέρχονταν σε 3.000. Οι ελληνικές δυνάμεις, παρά το γεγονός ότι υπολείπονταν σε οργάνωση, παρέμεναν καλά εφοδιασμένες, καθώς η Σαλαμίνα, που ήταν η βάση του ανεφοδιασμού τους, βρισκόταν πολύ κοντά. Είναι φανερό λοιπόν το γεγονός ότι η θέση του Ασλάν μπέη γινόταν δυσμενέστερη με τον καιρό, καθώς οι δικές του δυνάμεις εξασθενούσαν και οι ελληνικές χιλιαρχίες πλησίαζαν επικίνδυνα το στρατό του. Η γρήγορη αντίδραση του Υψηλάντη κατάφερε να εγκλωβίσει τον Ασλάν ανάμεσα στην Αθήνα και τη Λειβαδιά. Οι προϋποθέσεις για την επικείμενη νίκη είχαν εξασφαλιστεί.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης. Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Πηγή εικόνας: paletaart.wordpress.com

Η μάχη έλαβε χώρα το πρωί της 12ης Σεπτεμβρίου του 1829. Ο αρχηγός του τακτικού οθωμανικού στρατού Οσμάναγας Ουτσιάκαγας μαζί με τον αρχηγό των Τουρκαλβανών ατάκτων Ασλάν μπέη κατευθύνθηκαν στη Βοιωτία με προορισμό τη Θεσσαλία. Ο Υψηλάντης έμαθε τις προθέσεις του εχθρού και επέλεξε να τον αποκρούσει στη στενή δίοδο στη περιοχή της Πέτρας. Έφυγε λοιπόν με το στρατό του από τον Κουτσομούλα με κατεύθυνση την Πέτρα στις 28 Αυγούστου και εγκατέστησε τη βάση του στη μονή του Αγίου Νικολάου που βρίσκονταν πάνω από το στενό πέρασμα. Επίσης, εγκατέστησε συνολικά έξι οχυρώματα στα κατάλληλα σημεία της περιοχής. Μετά από 12 μέρες αναμονή, έφτασε ο πολυάριθμος τουρκικός στρατός. Οι Έλληνες είχαν αντιληφθεί ότι από αυτή τη μάχη εξαρτιόνταν η τύχη της  Στερεάς Ελλάδας και ήταν αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν με κάθε κόστος.

Ο τουρκικός στρατός υποτιμώντας τις ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις, αποφάσισε να στρατοπεδεύσει σε κοντινή απόσταση από τους Έλληνες. Στον αντίποδα, οι Έλληνες, σε συνεχή επαγρύπνηση, προσπάθησαν να βελτιώσουν τις οχυρώσεις τους και να καλύψουν τυχόν αδυναμίες. Στις 12 Σεπτεμβρίου, τα χαράματα, οι δυνάμεις του Ασλάν μπέη κινήθηκαν εναντίον αυτών του Υψηλάντη. Ο προμαχώνας του Γεωργίου Σκουρτανιώτη δέχθηκε τους συνεχείς κανονιοβολισμούς των Οθωμανών, οι οποίοι διαίρεσαν τις δυνάμεις τους σε τρεις «κολώνες». Παρά τα σφοδρά πυρά που εξαπέλυσαν και την ορμητικότητα των Αλβανών, η έφοδος τους αποκρούσθηκε. Με τα συνεχόμενα και συγκροτημένα πυρά των οχυρωμένων Ελλήνων ήρθαν να ενωθούν αυτά της εφεδρείας, που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση και διέκρινε ρήγμα στους βραδυπορούντες Οθωμανούς. Σύντομα, οι Οθωμανοί υποχώρησαν στο στρατόπεδό τους, αφήνοντας πίσω τους κάποια από τα μπαϊράκια τους, με το τακτικό στράτευμα να επιδεικνύει υποδειγματική πειθαρχία. Σύμφωνα με την αναφορά του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, οι Έλληνες υπέστησαν 3 απώλειες και είχαν 12 τραυματίες. Αντίθετα, οι τουρκικές απώλειες έφταναν τους 100 νεκρούς.

Κύριο μέλημα της οθωμανικής πλευράς ήταν πλέον να φτάσουν όσον το δυνατόν γρηγορότερα στη Μακεδονία και στη Θράκη εκτελώντας έτσι τη διαταγή της Πύλης για επιστροφή, λόγω του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Ωστόσο, τόσο ο Οσμάναγας όσο και οι Έλληνες  αγνοούσαν το γεγονός ότι η σύρραξη με τους Ρώσους είχε λάβει τέλος ήδη από τις 2 Σεπτεμβρίου με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης. Συνεπώς, ο Οσμάναγας θεωρούσε ότι ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να διεκπεραιώσει την αποστολή του ήταν μέσω συνθηκολόγησης με τους Έλληνες. Έτσι, έστειλε το συνταγματάρχη του ιππικού Αχμέτ μπέη να διαπραγματευτεί με τους Έλληνες. Από την ελληνική πλευρά ορίστηκαν ως εκπρόσωποι από τον Υψηλάντη ο Γεώργιος Λασσάνης και ο Ιωάννης Φιλήμονας.

Αναθυματική πλάκα στο χώρο της μάχης Πέτρας. Πηγή: exploringgreece.tv

Οι Έλληνες δέχτηκαν να επιτρέψουν τη προέλαση των Οθωμανών από την Πέτρα υπό τον όρο ότι θα παρέδιδαν τη περιοχή από τη Λειβαδιά ως τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα. Ωστόσο, ο Ασλάν μπέης αντιδρούσε και οι Οθωμανοί πρότειναν την παράδοση μόνο της Λειβαδιάς και όχι τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα. Ο Υψηλάντης όμως ήταν ανένδοτος για αυτές τις δύο περιοχές και έτσι ο Ασλάν μπέης αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Η συνθήκη υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου και εφαρμόστηκε πλήρως. Ο Υψηλάντης έγινε λοιπόν στρατάρχης της Ανατολικής Ελλάδας και το οθωμανικό στράτευμα αναχώρησε την επομένη. Η Στερεά Ελλάδα,, εκτός από τις περιοχές της Αθήνας, της Εύβοιας και του φρουρίου του Καράμπαμπα, ήταν ελεύθερη.

Η μάχη της Πέτρας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μία από τις σημαντικότερες μάχες του Αγώνα, διότι για πρώτη φορά ο εχθρικός στρατός αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει. Η Ελλάδα είχε κερδίσει τόσο στο στρατηγικό όσο και στο ηθικό επίπεδο, καθώς αυτή η νίκη επέκτεινε την ελληνική επικράτεια και ταυτόχρονα ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων. Αναδείχθηκαν επίσης, πέρα από τις στρατιωτικές, και οι διπλωματικές ικανότητες του Υψηλάντη, καθώς κατάφερε να συνδιαλλαχθεί με τους αντιπάλους με τους δικούς του όρους. Καταλήγοντας, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει τον γεγονός ότι η Επανάσταση ξεκίνησε με έναν Υψηλάντη και τέλειωσε με έναν Υψηλάντη. Ο Αγώνας ξεκίνησε με την επίθεση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και τελείωσε με τη νίκη του αδελφού του Δημήτρη στην Πέτρα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αρχεία Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας (1942) Νικόλαου Κ. Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833. (Επιμ. Φ. Σ. Δραγούμη) Αθήνα: Χορηγεία Παγκείου Επιτροπής
  • Χ. Στασινόπουλος (1979). Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Τόμος 4ος. Αθήνα: Εκδ. Δεδεμάνης
  • Σ. Τρικούπης, (1993). Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης Τόμος Δ΄. Αθήνα: Λιβάνης

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Εμμανουέλα Μπουλταδάκη
Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1999. Είναι φοιτήτρια του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, με κατεύθυνση τα ευρωπαϊκά και ιστορικά ζητήματα. Έκανε Erasmus στο Βέλγιο στο Τμήμα Πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Louvain.