16.6 C
Athens
Παρασκευή, 23 Απριλίου, 2021
Αρχική Ιστορία 1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και Μνήμης Μάχη του Μαραθώνα: Μια νίκη εν μέσω καταστροφών

Μάχη του Μαραθώνα: Μια νίκη εν μέσω καταστροφών


Του Βασίλη Δημόπουλου,

Κατά τη δύστροπη περίοδο των δύο ελληνικών Εμφυλίων, που ανέρχεται στα μέσα του Επαναστατικού αγώνα, υπήρξαν ελάχιστες μεν, δυναμικές όμως, προσπάθειες νίκης έναντι των οθωμανικών στρατευμάτων που πίεζαν τις δυνάμεις των επαναστατών. Οι λόγοι που οδήγησαν στους εμφύλιους σπαραγμούς ποικίλλουν και δύναται να αναζητηθούν σε όλες τις εκφάνσεις της Ελληνικής Επανάστασης. Ωστόσο, δε λειτούργησαν ως τροχοπέδη στην πραγματοποίηση ενεργειών τέτοιου βεληνεκούς  από τα ελληνικά στρατεύματα, κάτι που τεκμηριώνεται από την ιδιαίτερη μάχη στην περιοχή του Μαραθώνα, το 1824.

Τον Ιούνιο του 1824, λοιπόν, ο πασάς της Καρύστου, Ομέρ, αποφάσισε να στραφεί έναντι των ελληνικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αθήνα. Αναμφισβήτητα, ένας από τους λόγους που τον ώθησαν να λάβει τη συγκεκριμένη απόφαση υπήρξε η φημολογούμενη εμφύλια διαμάχη που είχε ήδη ξεσπάσει στο στρατόπεδο των επαναστατημένων Ελλήνων. Για αυτόν το λόγο, την ίδια περίοδο που ο Ομέρ Πασάς παρασκεύαζε την εφόρμησή του στη Στερεά Ελλάδα, ο επικεφαλής του Εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης όρισε φρούραρχο της Ακρόπολης τον αγωνιστή Ιωάννη Γκούρα.

Ο Ιωάννης Γκούρας, γεννημένος το 1791 στην περιοχή Γκουρίτσα Παρνασσίδας, πλησίον της Φωκίδας, υπήρξε μία από τις πιο ιδιαίτερες μορφές της Επανάστασης. Από νεαρή ηλικία, είχε επιλέξει να ακολουθήσει ληστρική ζωή, προτιμώντας την αίσθηση της ελευθερίας και διαθέτοντας περίσσιο ψυχικό σθένος. Το 1818, συναντάει τον αγωνιστή Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον οποίο, μάλιστα, ακολούθησε πιστά ως μέλος του μπουλουκιού του. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί στην περιοχή της Στερεάς Ελλάδας, επιλέγοντας να συνταχθεί με τις δυνάμεις τόσο του Ανδρούτσου, όσο και του Πανουργιά. Ο τελευταίος υπήρξε αγαπημένος του φίλος και πιθανολογείται πως τον μύησε στις ιδέες και τα ιδανικά της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Γιάννης Γκουρας. Έργο του Φίλιππου Μαργαρίτη. Λάδι σε μουσαμά. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Πηγή εικόνας: nationalgallery.gr

Πειθαρχημένος και ευπροσήγορος, ο Γκούρας γρήγορα κατέστη ένας από τους γενναιότερους αγωνιστές της Στερεάς Ελλάδας που συμμετείχαν στον Αγώνα για την ανεξαρτησία. Ως πρώτη του ενέργεια ήταν η στρατολόγηση εφτακοσίων περίπου ανδρών, στην περιοχή της Άμφισσας, όπου σε συνεργασία με τους άνδρες του Πανουργιά, επιτέθηκε στα τέλη Μαρτίου του 1821 σε υπέρτερες οθωμανικές δυνάμεις, κατορθώνοντας να καταφέρει ένα πρώτο αποφασιστικό χτύπημα στον εχθρό. Στη συνέχεια, κινήθηκε προ το Χάνι της Γραβιάς και συμμετείχε, στο πλευρό του Οδυσσέα Ανδρούτσου, στη θρυλική ομώνυμη μάχη, στις 8 Μάιου του 1821. Ως επιστέγασμα της λαμπρής του πορείας στα πεδία των μαχών, μπορεί να θεωρηθεί η νικηφόρα μάχη των Βασιλικών, στα τέλη του Αυγούστου του 1821, στην οποία διακρίθηκε για τις στρατηγικές του αποφάσεις. Διαθέτοντας ακριβολογία στις ομιλίες του και με ταχεία και ορθή σκέψη, ο Γκούρας έμεινε γνωστός μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων, κερδίζοντας το θαυμασμό τους.

Ορίζεται, λοιπόν, φρούραρχος της Ακρόπολης από το Γεώργιο Κουντουριώτη προς τα τέλη του 1821, σε μία προσπάθεια του τελευταίου να τον ευχαριστήσει για τη γενναιότητα που χαρακτήριζε τον αγωνιστή. Μολαταύτα, η περίοδος της θητείας του ως φρούραρχου της Ακρόπολης, υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη, όσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης που προσπαθούσε να προωθήσει στην πόλη. Θεωρούταν αυταρχικός προς τους πολίτες, προκαλώντας ουκ ολίγες φορές αντιδράσεις, ενώ οι αποφάσεις του δύνανται να χαρακτηριστούν τυραννικές και άδικες. Σαφές παράδειγμα του προαναφερθέντος, ήταν η διαταγή που εξέδωσε το 1823 περί θανάτωσης του προκρίτου και αγωνιστή Νικόλαου Σαρρή, με μόνη αιτιολογία την αντίθεση του τελευταίου στις θέσεις και τις απόψεις του Γκούρα. Με το ξέσπασμα, μάλιστα, του Εμφύλιου σπαραγμού, προσπαθώντας να ξεφύγει από την άμεση επιρροή του Ανδρούτσου, επιχείρησε να αναπτύξει τις δικές του ηγετικές φιλοδοξίες, δημιουργώντας ένα σώμα εξακοσίων ανδρών και περνώντας τον Ισθμό της Κορίνθου, ώστε να συνδράμει στο πλευρό των «Κυβερνητικών», απέναντι στους «Αντικυβερνητικούς του Μοριά».

Ωστόσο, εξαιρώντας την ιδιότροπη συμπεριφορά του ως επικεφαλής μίας πόλης, κάτι που τεκμηριωνόταν από τους αρκετούς άσπονδους εχθρούς που είχε, ο Γκούρας υπήρξε αναμφισβήτητα ένας γενναίος αγωνιστής των Επαναστατικών χρόνων. Για αυτόν το λόγο, δεν αποτέλεσε έκπληξη κανενός ο διορισμός του ως φρούραρχος στην Ακρόπολη από τον Κουντουριώτη, ακόμα και αν κάτι τέτοιο πήγαζε από εμφύλιες έριδες.

Ο Γούρας καταθραύει τους εχθρούς περί τον Μαραθώνα. Έργο του Peter von Hess. Πηγή εικόνας: commons.wikimedia.org

Την ίδια περίοδο, λοιπόν, ο Ομέρ Πασάς καταφθάνει στη σημερινή περιοχή του Ωρωπού, διαθέτοντας 3.000 άνδρες, με συνοδεία ισχυρού πυροβολικού και ιππικού. Ξεκινώντας από την εν λόγω περιοχή, ο Ομέρ λεηλάτησε τις γύρω περιοχές και χωριά, προχωρώντας προς το εσωτερικό των Αθηνών. Εκεί ήταν αναγκαία η επέμβαση του Γκούρα, ο οποίος όφειλε να αποφασίσει πού θα αντιμετωπίσει το ισχυρό οθωμανικό στράτευμα. Δικαιολογώντας για ακόμη μία φορά τον πολεμικό χαρακτηρισμό του οξύνου, αποφάσισε να δώσει τη μάχη στο Μαραθώνα, διακόπτοντας ουσιαστικά την πορεία του Οθωμανού πασά προς την Αθήνα.

Έχοντας στρατοπεδεύσει στο χώρο που κάποτε ο Μιλτιάδης υπερκέρασε το εμπόδιο των Περσών, έχοντας περίπου 600 άνδρες, ο Γκούρας περίμενε καρτερικά την εφόρμηση του Ομέρ. Κάτι που έγινε, όπως ακριβώς είχε προβλέψει, στις 5 Ιουλίου του 1824. Η ισχυρή επίθεση του Ομέρ με τους έντονους πυροβολισμούς και την επιτηδευμένη χρήση του ιππικού, περιόριζαν αρκετά το Γκούρα στις αμυντικές του ενέργειες. Όταν ακολούθησε, μάλιστα, η επίθεση από τους γενίτσαρους του Ομέρ, οι απώλειες αυξάνονταν για τους Έλληνες αγωνιστές. Ο Γκούρας, σε μία προσπάθεια ενίσχυσης του ηθικού των στρατιωτών του, επιχείρησε να φέρει στις μνήμες τους σχετικά με τον άθλο του Μιλτιάδη έναντι των Περσών, όπου οι ελληνικές δυνάμεις υστερούσαν αριθμητικά, αλλά κατόρθωσαν να φθάσουν στη νίκη.

Το προαναφερθέν φάνηκε να λειτούργησε ευεργετικά στις τάξεις των καταπονημένων στρατιωτών του, οι οποίοι κατάφεραν να αποκρούσουν το επόμενο κύμα της επίθεσης του Ομέρ Πασά. Σημαντική συμβολή σε αυτό διαδραμάτισε ο ερχομός του αγωνιστή Διονύσιου Ευμορφόπουλου, από την Κόρινθο, ο οποίος είχε μάθει για την επίθεση των Οθωμανών και αποφάσισε να συνδράμει στο έργο του Γκούρα και των ανδρών του. Τότε, ο Γκούρας, αντιλαμβανόμενος την παρεχόμενη βοήθεια από τον Ευμορφόπουλο και παρατηρώντας τη βελτίωση του ηθικού των αγωνιστών του, πρόσταξε τους τελευταίους σε μία ολική επίθεση στις ήδη κουρασμένες οθωμανικές δυνάμεις. Οι τελευταίοι, αν και υπεράριθμοι συγκριτικά με τους Έλληνες, αδυνατούσαν να αμυνθούν ικανοποιητικά των θέσεών τους, και άρχισαν να υποκύπτουν μπροστά στην επιθετική ορμή των Ελλήνων. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η άτακτη υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι άφησαν στο πεδίο της μάχης περίπου 300 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και ο αρχηγός των Γενίτσαρων Ιμπραήμ, καθώς και πλούσια λάφυρα.

Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος. Ελαιογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Πηγή εικόνας: eptanisos.blogspot.com

Ο Γκούρας, μετά την τέλεση της μάχης, αποφάσισε να κόψει τριάντα κεφάλια από τους Τούρκους πεσόντες, αποστέλλοντάς τα στην Αθήνα, ώστε να σφραγιστεί ο θρίαμβός του, τεκμηριώνοντας την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του. Παράλληλα, έστειλε επιστολή στους δημογέροντες της Αθήνας, απαριθμώντας αναλυτικά τα γεγονότα της μάχης και κλείνοντας χαρακτήρισε τη νίκη του εφάμιλλη με εκείνη του σπουδαίου Μιλτιάδη, καθώς οι αγωνιστές του «Πολέμησαν και ενίκησαν εκεί όπου ενίκησε πάλαι ποτέ και ο Μιλτιάδης».

Συνοψίζοντας, η μάχη του Μαραθώνα, το 1824, αν και βαθιά κρυμμένη στις χαραμάδες της ιστορικής έρευνας, διαθέτει σημαντική θέση στα επαναστατικά γεγονότα. Με την οξυδέρκεια και τη χαρακτηριστική ταχεία σκέψη του αγωνιστή Ιωάννη Γκούρα, οι διχασμένοι, εξαιτίας των εμφύλιων διαμαχών, Έλληνες, κατόρθωσαν να νικήσουν έναν απαιτητικό στρατό, όπως εκείνος που συγκρότησε ο Ομέρ Πασάς για να προελάσει μέσα από την Αθήνα, ενέργεια που δεν τελεσφόρησε, λόγω της ήττας του στην πεδιάδα του Μαραθώνα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Α. Σ. Αγαπητού (1877) Οι ενδοξότεροι Έλληνες της Επανάστασης. Πάτρα.
  • Συλλογικό Έργο (1975) Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τόμος ΙΒ΄. Αθήνα:Εκδοτική Αθηνών
  • Σ.Τρικούπης (2010) Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης Τόμος Γ Αθήνα:Εκδόσεις Λιβάνη.
  • Β. Κρεμμυδάς (2016), Η Επανάσταση του 1821. Αθήνα:GUTENBERG

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Η επίλυση της θαλάσσιας διαμάχης Ινδονησίας-Σιγκαπούρης: Ένα ανερχόμενο ‘‘success story’’ του Ειρηνικού;

Της Ειρήνης Μπούλια, Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως οι μεγάλες διακρατικές διαμάχες προκύπτουν κατά κανόνα μεταξύ όμορων χωρών. Τα κράτη έχουν πολλά να χωρίσουν με τους...

Το ψυχολογικό προφίλ ενός τρομοκράτη

Της Διαμάντως Γεωργακοπούλου, «Ποια θα είναι η τελευταία μου σκέψη;», είπε ένα από τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης που έλαβε χώρα την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου...

After Covid Era

By Timoleon Palaiologos, It has been more than a year since the beginning of the ongoing pandemic that has completely altered the reality of our...

Η πρώτη φάση της Β΄ Πολιορκίας του Μεσολογγίου: Η αρχή του τέλους

Της Ιωάννας Μήτση, Η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, η αφετηρία της οποίας τοποθετείται το έτος 1825, χαράσσεται στη μνήμη των ανθρώπων ως ένα υψίστης...
Βασίλης Δημόπουλος
Γεννημένος το 1998, μεγάλωσε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής. Είναι τελειόφοιτος του τμήματος Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, στην πόλη της Καλαμάτας. Από τα σχολικά του χρόνια μέχρι και σήμερα, αφιερώνει σημαντικό κομμάτι του ελεύθερου του χρόνου στην μελέτη της Νεότερης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας και στην συμμετοχή του σε Ιστορικές και Φιλολογικές ημερίδες. Του αρέσει ο αθλητισμός και ιδιαίτερα η καλαθοσφαίριση, η μαγειρική, η παρακολούθηση σειρών και η συναναστροφή με τους κοντινούς του ανθρώπους.