7.9 C
Athens
Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορία1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και ΜνήμηςΟ Δεύτερος Εμφύλιος Πόλεμος 1824-1825: Η Ρούμελη ισοπεδώνει το Μοριά

Ο Δεύτερος Εμφύλιος Πόλεμος 1824-1825: Η Ρούμελη ισοπεδώνει το Μοριά


Του Κωνσταντίνου Βασιλείου,

Εμφύλιος σπαραγμός. Ένα από τα πλέον δυσάρεστα, αλλά συνάμα και συχνά φαινόμενα σε καταστάσεις πολιτειακής αστάθειας και εν γένει αναταραχών και συγκρούσεων. Δυστυχώς, ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, με βίαιες και μακροχρόνιες εμφύλιες διαμάχες να ταλανίζουν και να λειτουργούν ως τροχοπέδη στην επίτευξη της πολυπόθητης ελευθερίας των Ελλήνων, ήδη από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Στην προκειμένη περίπτωση, θα γίνει προσπάθεια να αναλυθούν συνοπτικά, αλλά και με περιεκτικότητα και σαφήνεια, τα σημαντικότερα γεγονότα, που έλαβαν χώρα στο στρατόπεδο των επαναστατημένων, κατά τη διάρκεια του 2ου Εμφυλίου Πολέμου.

Ήδη από το φθινόπωρο του 1823, οι έντονες διαμάχες των στρατιωτικών με τους πολιτικούς δημιούργησαν τριγμούς και είχαν ως αποτέλεσμα να ξεσπάσει η Πρώτη Εμφύλια σύρραξη, η οποία έληξε στις 22 Μαΐου του 1824, με τον Κολοκοτρώνη να αναγνωρίζει τελικά την κυβέρνηση του Γεώργιου Κουντουριώτη και τον Υδραίο πλοιοκτήτη αντιστοίχως να χορηγεί αμνηστία στους πολιτικούς του αντιπάλους. Ωστόσο, η περίοδος της ειρήνης θα έχει βραχύβιο χαρακτήρα. Από το καλοκαίρι του 1824 παρατηρείται διάσπαση στο στρατόπεδο των νικητών του 1ου εμφυλίου. Πιο συγκεκριμένα, ο Κουντουριώτης σε μεγάλο βαθμό βρήκε ερείσματα στην Πελοπόννησο. Από την πλευρά τους οι Πελοποννήσιοι, όμως, άρχισαν να νιώθουν ότι ουσιαστικά είχαν δράσει υπέρ της κυριαρχίας των νησιωτών (Υδραίων, Σπετσιωτών), οι οποίοι ήταν πλέον σε κυρίαρχη θέση, έχοντας συγχρόνως και την πλήρη στήριξη των οπλαρχηγών της Ρούμελης. Συνεπώς, παρατηρείται η τάση για τη δημιουργία δύο αντίπαλων στρατοπέδων, χωρισμένων μέσω γεωγραφικών ορίων, ήτοι ένα στη Ρούμελη και ένα στο Μοριά, που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, τόσο για την κοινοβουλευτική όσο και για τη στρατιωτική υπεροχή.

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Λιθογραφία σε χαρτί, 28,7×23,9 (1828) Έργο του Karl Krazeisen Πηγή εικόνας: nationalgallery.gr

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τεταμένου κλίματος αποτελεί η διαμόρφωση των τριών ένοπλων σωμάτων της Πελοποννήσου. Τα σώματα αυτά απαριθμούσαν περίπου 3.500 άνδρες και τοποθετήθηκαν στην Αχαΐα, στη Μεσσηνία και την Ηλεία, με σκοπό να αντιμετωπίσουν την αιγυπτιακή απειλή. Στη διοίκηση των σωμάτων αυτών ναι μεν συμμετείχαν ο Ζαΐμης και οι γιοί του Κολοκοτρώνη, ο πρώτος, όμως, υποβαθμίστηκε, ενώ ο ίδιος ο «Γέρος του Μοριά» αποκλείστηκε από τη στρατιωτική διοίκηση. Μάλιστα ο Ιωάννης Κωλλέτης, είχε στείλει ως πληροφοριοδότη του στο Μοριά, τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη, με τη λειτουργία του φροντιστή. Μέσα στο κλίμα καχυποψίας, που επικρατούσε, ο Κολοκοτρώνης θα συμμαχήσει στις 17 Ιουλίου με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Εξίσου απογοητευμένος με την τροπή των πραγμάτων ήταν και ο Νικηταράς, αλλά και ολόκληρο το στράτευμα της Αχαΐας, καθώς ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι τα χρήματα του δανείου, που είχε παρθεί από την κυβέρνηση λίγους μήνες νωρίτερα, κάθε άλλο παρά για τις ανάγκες του Αγώνα χρησιμοποιούνταν. Η κοινοβουλευτική κρίση θα φτάσει στο απόγειό της, κατά τη διάρκεια των εκλογών για το σχηματισμό της τρίτης επαναστατικής Κυβερνήσεως. Αφού ακυρωθούν, εν μέσω αναταραχών, ήδη οι εκλογικές διαδικασίες τις 25ης και 27ης Σεπτεμβρίου, ο Κουντουριώτης θα εκλεχθεί Πρόεδρος του Εκτελεστικού στις 3 Οκτωβρίου, με τον Κωλλέτη να αποτελεί τον αντιπρόεδρο. Η εκλογική ήττα του Ζαΐμη και η επικράτηση, εκ νέου, της αντιπελοποννησιακής παράταξης, θα σβήσουν τις ελπίδες για εκτόνωση της περιρρέουσας κατάστασης.

Αντιθέτως, τα πνεύματα επρόκειτο να οξυνθούν ακόμα περισσότερο. Ο Κουντουριώτης, με τα χρήματα του δανείου, επιχειρούσε διαρκώς να δωροδοκήσει όσο το δυνατόν περισσότερους οπλαρχηγούς, ώστε να μπορεί να ασκεί επιρροή στην κρίση τους. Ο Παπαφλέσσας μάλιστα με ένα στρατό αποτελούμενο από Μακεδόνες, Θεσσαλούς, Ρουμελιώτες, αλλά και Βούλγαρους θα κινηθεί εναντίον της Αρκαδίας, με απώτερο σκοπό να πλήξει την οικογένεια του Κολοκοτρώνη. Οι Πελοποννήσιοι θα καταφέρουν να αντικρούσουν την απειλή, όμως το κυβερνητικό μίσος συνέχιζε να πλανάται σα «Δαμόκλειος Σπάθη» από πάνω τους. Οι συνεχείς προσπάθειες του Πελοποννήσιου Ασημάκη Φωτήλα, μέλους της Κυβερνήσεως, να βρεθεί μια λύση, αποδείχθηκαν μάταιες. Ο Φωτήλας μάλιστα θα ζητήσει από το Ζαΐμη να μη δράσει εναντίον των Ρουμελιωτών, υπό τις σκληρές πιέσεις του Κωλλέτη, όμως, θα αναγκαστεί να παραιτηθεί, μη μπορώντας να ανατρέψει την κατάσταση. Η εμφύλια σύρραξη ήταν προ των πυλών των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στις 13 Νοεμβρίου έμελλε να συμβεί ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της ελληνικής επανάστασης. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιός του Θεόδωρου, ενώ κινούταν για την κατάληψη της Τριπολιτσάς, εξαιτίας ψευδούς είδησης, θα αναγκαστεί να πάρει πάλι το δρόμο της επιστροφής προς τη Σελίμνα, που ήταν ο πατέρας του. Ωστόσο, δε θα φτάσει ποτέ στον προορισμό του, καθώς θα δολοφονηθεί σε ενέδρα βουλγαρικού σώματος, με επικεφαλής τον Κότζιο. Ο «Γέρος του Μοριά», συντετριμμένος από αυτό το τραγικό γεγονός, θα αποτραβηχτεί από τα γεγονότα, θα τεθεί σε εκούσια εξορία στη Βυτίνα, αδιαφορώντας πλέον για την έκβαση της διαμάχης.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη. Πηγή εικόνας: sansimera.gr

Στα τέλη του Νοεμβρίου του 1824, δυνάμεις από τη Ρούμελη, με αρχηγό το Γκούρα, θα διαβούν τον Ισθμό της Κορίνθου με απειλητικές διαθέσεις. Οι άνδρες του Γκούρα, με την ανοχή του, επιδόθηκαν σε μια σειρά από λεηλασίες, βασανισμούς και ληστρικές επιδρομές, χωρίς την ύπαρξη οίκτου. Συγχρόνως ο Κωλλέτης θα διατάξει τον Καραϊσκάκη, τον Τζαβέλα, αλλά και άλλους Σουλιώτες οπλαρχηγούς να επιτεθούν στην Κερπίνη, που βρισκόταν το αρχοντικό του Ζαΐμη. Κι εκείνοι με τη σειρά τους θα καταστρέψουν συθέμελα και θα λεηλατήσουν την κωμόπολη, ενώ ο Ζαΐμης με τους συντρόφους του θα καταφύγουν άρον άρον στη Δυτική Στερεά.

Οι καταστροφικές επιδρομές των Ρουμελιωτών συνεχίζονταν αδιάκοπα στην Πελοπόννησο, με τα παλικάρια του Γκούρα να υποτάσσουν δια της βίας τους αντικυβερνητικούς και να επιβάλλουν την «τάξη». Ο οπλαρχηγός Δημήτρης Πλαπούτας, αν και πιστός φίλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, είχε παραμείνει ουδέτερος καθ’ όλη τη διάρκεια της εμφύλιας διαμάχης. Με δικές του προσπάθειες επιχείρησε να μεσολαβήσει και τελικά θα επιτύχει να πεισθεί ο Κολοκοτρώνης να παρουσιαστεί ενώπιον της Κυβέρνησης στο Ναύπλιο, με αντάλλαγμα και αυτήν τη φορά την αμνηστία των αντικυβερνητικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι διαθέσεις του Κουντουριώτη ήταν διαφορετικές. Δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση τη συμφιλίωση, αλλά αντιθέτως, την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων. Ο «Γέρος του Μοριά», αυτό το σπουδαίο στρατιωτικό μυαλό, η «ψυχή» της Επανάστασης, θα υποστεί τη μέγιστη ταπείνωση. Έχοντας χάσει το γιό του, έχοντας δεχθεί να παραδοθεί στους αντιπάλους του για το καλό του Έθνους του, τελικά θα φυλακισθεί στις 6 Φεβρουαρίου του 1825, στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Λίγους μήνες μετά θα φυλακισθεί στην Ακρόπολη και ο άλλος σπουδαίος αγωνιστής, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο ήρωας της Γραβιάς, θα δολοφονηθεί στις 5 Ιουνίου, με την έγκριση του παλιού του πρωτοπαλίκαρου, του Γκούρα.

Ο Ασημάκης Φωτήλας. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Πηγή εικόνας: Συλλογικό Έργο (1975)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ίσως να είχε κι εκείνος παρόμοια μοίρα, αν οι ικανότητές του δεν ήταν τόσο πολύτιμες για τον Αγώνα. Με τον Ιμπραήμ να προελαύνει με μεγάλη άνεση στην Πελοπόννησο, ήταν φανερό ότι η Επανάσταση και το Όνειρο της Ανεξαρτησίας, θα ήταν αδύνατο να γίνει πραγματικότητα χωρίς τη συμβολή του Κολοκοτρώνη. Έστω και την ύστατη ώρα, ο Πελοποννήσιος οπλαρχηγός θα απελευθερωθεί και θα λάβει την ηγετική θέση που του αξίζει. Ωστόσο, οι πληγές που αφήνει στους Έλληνες το τέλος του 2ου Εμφυλίου ήταν δυσβάστακτες. Οι επαναστάτες έβγαιναν από έναν πόλεμο που μόνο χαμένοι θα μπορούσαν να είναι και θα έπρεπε να ανασυγκροτηθούν αμέσως, για να αντιμετωπίσουν τη σφοδρή οθωμανική αντεπίθεση. Η Πελοπόννησος είχε γνωρίσει με τον πιο σκληρό τρόπο το μίσος των κυβερνώντων, με τις λεηλασίες πολλές φορές να ξεπερνούν σε βαρβαρότητα εκείνες των Οθωμανών! Από την άλλη πλευρά, το ελληνικό κράτος βρισκόταν ήδη χρεωμένο, χωρίς ακόμα να κατακτήσει την Ανεξαρτησία του! Εξάλλου, τα χρήματα από το δάνειο χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο για τις ανάγκες του εμφυλίου, παρά για την ίδια την Επανάσταση. Ανάμεσα στους οπλαρχηγούς κυριαρχούσε  η αμφισβήτηση και η καχυποψία, την ίδια στιγμή που είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους πολλοί από αυτούς. Δεν είναι τυχαίο ότι τα μετεμφυλιακά πάθη θα ακολουθήσουν τους Έλληνες για πολλά χρόνια ακόμη, φτάνοντας έως και αρκετά χρόνια ύστερα από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Συλλογικό Έργο (1975), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΒ’. Η ελληνική επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους. Αθήνα: «Εκδοτική Αθηνών» Α.Ε.
  • Ε. Α. Βακαλόπουλος (1980), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829). Τόμος Ε‘. Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της (1813-1822). Θεσσαλονίκη: Τυπογραφείο Στ. & Ιωαν. Σφακιανάκη
  • Ε. Α. Βακαλόπουλος (2005), Νέα Ελληνική Ιστορία: 1204-1985. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βανιάς.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Βασιλείου
Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στο Περιστέρι. Είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με κατεύθυνση Αρχαιολογίας. Μιλάει την αγγλική και διδάσκεται την κινεζική γλώσσα. Πάθος του ο αθλητισμός και τα ταξίδια.