27.5 C
Athens
Πέμπτη, 30 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΠροσπαθώντας να διασωθεί το κύρος της διαθήκης

Προσπαθώντας να διασωθεί το κύρος της διαθήκης


Της Δήμητρας Κουφωλιά,

Είναι σύνηθες στην πράξη το άτομο πριν τον θάνατό του να συντάσσει ιδιόγραφη διαθήκη προκειμένου να ρυθμίσει την τύχη της περιουσίας του κατά το δοκούν. Η ιδιόγραφη διαθήκη, που αποτελεί έναν από τους νόμιμους τύπους διαθήκης, σύμφωνα με την ΑΚ 1721 γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν, ενώ από τη χρονολογία θα πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας κι το έτος. Κατά την ορθότερη ερμηνεία της διάταξης, η υπογραφή θα πρέπει να τίθεται στο τέλος προκειμένου να έχει το ρόλο της «επικύρωσης» όλων όσων αναγράφηκαν ανωτέρω. Επιπλέον, απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο πρέπει να υπογράφονται από τον διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί. Φαίνεται λοιπόν πως η ιδιόγραφη διαθήκη είναι απλή, μυστική και αδάπανη, όμως για το κύρος της απαιτούνται συγκεκριμένα τυπικά στοιχεία, που πολλές φορές ο διαθέτης δε γνωρίζει, κι μάλιστα συχνά προκαλεί ερμηνευτικά προβλήματα λόγω της άγνοιας του διαθέτη ορισμένων νομικών ζητημάτων.

Ως προς το πρώτο σκέλος, δηλαδή τα τυπικά στοιχεία που θα πρέπει να περιλαμβάνει προκειμένου να είναι έγκυρη, γίνεται προσπάθεια να σωθεί το κύρος της διαθήκης, αν από το σύνολο του περιεχομένου της προκύπτει η βούληση του διαθέτη. Για παράδειγμα, είναι έγκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη που συντάχτηκε υπό τύπον επιστολής προς τρίτον ή κληρονόμο, εφόσον προκύπτει η αληθής και σοβαρή βούληση του διαθέτη (animus testandi) κι όχι ανακοίνωση κάποιου προσχεδίου διαθήκης ή ακόμα και εάν λείπει η ημερομηνία, αλλά αυτή προκύπτει με σαφήνεια από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης, η διαθήκη σώζεται.

Πηγή εικόνας: Odigostoupoliti.eu

Στην προσπάθεια διάσωσης του κύρους των ιδιόγραφων διαθηκών βοηθούν οι γενικές αρχές ερμηνείας των δηλώσεων βουλήσεως κι ιδιαίτερα το άρθρο 173 ΑΚ. Βάσει αυτού, «κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις». Ο κανόνας αυτός πάντα διαβάζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 200 ΑΚ το οποίο ορίζει πως «οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Ωστόσο, στην ερμηνεία των διαθηκών, το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή, καθώς καταβάλλεται από τον ερμηνευτή του δικαίου η μέγιστη προσπάθεια προκειμένου να ισχύσει η βούληση του διαθέτη. Έτσι, ακόμα και αν η βούληση του διαθέτη είναι αντίθετη με τους κανόνες της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών, θα υπερισχύσει η βούληση του διαθέτη κι αυτό που ο ίδιος έγραψε στο κείμενο της διαθήκης του. Στο πλαίσιο αυτό, η τυπικότητα και η αρχή της γραμματοπάγειας προκαλεί προβλήματα, τα οποία ο νομοθέτης προσπαθεί να επιλύσει με πάρα πολλούς ερμηνευτικούς κανόνες, οι οποίοι βαίνουν όσο το δυνατόν εγγύτερα προς τη βούληση του διαθέτη. Παρά ταύτα, μπορεί να μην βγαίνει νόημα από πουθενά. Αν η διαθήκη, δηλαδή, έχει κενά που δεν καλύπτονται ούτε από το γράμμα της ούτε από ερμηνευτικό κανόνα, ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να καλύψει το κενό με αναγωγή στην εικαζόμενη βούληση του διαθέτη.

Αρκεί να αναφερθεί ένα απλό παράδειγμα: Ο Δ γράφει στη διαθήκη του: «εγκαθιστώ το παιδί μου Α κληρονόμο», και κατόπιν αποδεικνύεται με ληξιαρχικά έγγραφα πως δεν είχε παιδί. Εν προκειμένω, υπάρχει κενό που πρέπει χάριν ισχύος της διαθήκης να ερμηνευθεί κατά τρόπο φιλάγαθο (σε σχέση με τον διαθέτη). Για τη συνταγματική εφαρμογή της ελευθερίας του διατιθέναι ο ερμηνευτής θα πρέπει να κάνει τα πάντα για να ανακαλύψει το κανονιστικό της νόημα. Το να τη θέσει εκποδών και να περάσει στην εξ αδιαθέτου διαδοχή θα πρέπει να είναι η τελευταία του επιλογή. Έτσι, στο παράδειγμα που αναφέραμε με συμπληρωτική ερμηνεία θα πρέπει να γίνει αναγωγή στην εικαζόμενη βούληση (π.χ. μήπως είχε αναθρέψει κάποιον ως παιδί του;) [αναγωγή στα συγκείμενα]. Η ερμηνεία είναι υποκειμενική και απαιτείται κάθε φορά προσαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Κληρονομικό Δίκαιο, Α. Γεωργιάδης
  • Κληρονομικό δίκαιο, Δ. Βαρελάς

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Κουφωλιά
Βρίσκεται στο τρίτο έτος της Νομικής Σχολής Αθηνών κι από πάντα την γοήτευε ο κόσμος της συγγραφής και των κειμένων. Παράλληλα με την αφοσίωση στη νομική επιστήμη και το διάβασμα λογοτεχνικών κειμένων, λατρεύει τον χορό και θεωρεί πως συνδέεται άμεσα με την πνευματική καλλιέργεια, εφόσον αποτελεί κι αυτός έκφραση της ανθρώπινης ψυχής. Πιστεύει πως ό,τι κι αν επιλέξει κάποιος να κάνει στη ζωή, πρέπει να επιδεικνύει ζήλο, να στοχεύει ψηλά, έχοντας όμως πάντα στο νου του από πού ξεκίνησε κι τηρώντας πάντα τον «αξιακό» κώδικα.