11.5 C
Athens
Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΚοινωνίαΟι διαβρωτικές επιπτώσεις της ενδοοικογενειακής βίας στα παιδιά

Οι διαβρωτικές επιπτώσεις της ενδοοικογενειακής βίας στα παιδιά


Της Ιωάννας Κουτσομιχάλη,

Τι είναι αυτό που χρειάζονται τα παιδιά; Η απάντηση είναι απλή και δοσμένη εδώ και καιρό. Αρχικά, τα παιδιά χρειάζονται ένα ασφαλές σπίτι, χωρίς βία, και γονείς που θα τα αγαπούν και θα τα προστατεύουν. Χρειάζονται την ασφάλεια και τη σταθερότητα που τους παρέχει η οικογένεια, ώστε όταν τα πράγματα δεν βαίνουν καλώς στον έξω κόσμο, το σπίτι να λειτουργεί ως ένας τόπος βοήθειας, υποστήριξης και ασφαλείας. Για πολλά παιδιά, ωστόσο, το σπίτι δεν είναι το ασφαλές καταφύγιο που τόσο αποζητούν. Κάθε χρόνο, εκατομμύρια παιδιά εκτίθενται σε διάφορες μορφές ενδοοικογενειακής βίας, γεγονός που μπορεί να έχει ένα πολύ ισχυρό και βαθύ αντίκτυπο στη ζωή τους, καθώς και στο μέλλον τους. Από το φαινόμενο αυτό, επηρεάζονται παιδιά όλων των ηλικιών, από την προσχολική ηλικία μέχρι και την εφηβική. Ο ορισμός που δίνει η UNICEF για το φαινόμενο είναι ο εξής: είναι ένα μοτίβο επιθέσεων και καταναγκαστικών συμπεριφορών, συμπεριλαμβανομένων σωματικών, σεξουαλικών και ψυχολογικών επιθέσεων, καθώς και οικονομικού εξαναγκασμού που χρησιμοποιούνται από ενήλικες ή εφήβους.

«Εγώ και η αδελφή μου φοβόμαστε πάρα πολύ», δήλωσε ένα εννιάχρονο κορίτσι που κατοικεί σε ένα βίαιο σπιτικό στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Οι γονείς μας τσακώνονται και φοβόμαστε ότι θα χωρίσουν. Μαλώνουν, όταν είμαστε επάνω στα δωμάτιά μας. Νομίζουν ότι δεν ακούμε τι συμβαίνει». Μερικά από τα μεγαλύτερα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας είναι τα μικρότερα μέλη της οικογένειας, τα παιδιά.

Ας πάρουμε ως πρώτο παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο, η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζει τα παιδιά στην προσχολική ηλικία. Τα παιδιά που είναι μάρτυρες της βίας μεταξύ των γονέων τους ή κηδεμόνων τους, μπορεί να εμφανίσουν βρεφικές συμπεριφορές και να κάνουν πράγματα που συνήθιζαν να κάνουν, όταν ήταν νεογνά, όπως το να βρέχουν το κρεβάτι, να πιπιλίζουν τον αντίχειρα και να υπάρχει μια εμφανής αύξηση στο κλάμα. Τα άτομα τέτοιας ηλικίας είναι εξίσου πιθανό, να εμφανίσουν και σωματικά συμπτώματα όπως πονοκεφάλους, κοιλιακούς πόνους ή να αναπτύξουν διαταραχές στη συμπεριφορά τους πριν και κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία, καθώς δεν μπορούν ακόμα να καταλάβουν τι προκαλεί τη βίαιη συμπεριφορά των ενηλίκων, βρίσκονται σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου, περιμένοντας το επόμενο βίαιο περιστατικό που θα ξεσπάσει. Καθώς βρίσκονται στο στάδιο ανάπτυξης του «εγώ» στον χαρακτήρα και στην ψυχοσύνθεση τους, θεωρούν τον εαυτό τους υπεύθυνο για την κακοποίηση που υφίστανται από τους γονείς τους – φοβούνται ότι κάτι που είπαν ή έπραξαν, φταίει για την ουσιαστικά αδικαιολόγητη, βίαιη συμπεριφορά των γονιών τους απέναντι τους.

Το υποσυνείδητο αυτών των παιδιών κυμαίνεται ανάμεσα στην προσπάθεια μείωσης των αισθημάτων ντροπής που αναπτύσσουν, και στην ενδόμυχη επιθυμία να αντιληφθεί, κάποια στιγμή, κάποιος τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρίσκονται και να τα σώσει-βοηθήσει. Οι τραυματικές τους εμπειρίες υπονομεύουν και τσακίζουν την αυτοεκτίμηση και την αισιοδοξία τους για το μέλλον σε μια κρίσιμη περίοδο για την πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του χαρακτήρα τους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι τα αγόρια φαίνονται να έχουν τάσεις να αντιδρούν με βίαιο τρόπο, εκδηλώνοντας κυρίως μια πιο επιθετική συμπεριφορά από τα συνομήλικά τους κορίτσια. Ωστόσο, και τα δύο φύλα παρουσιάζουν σαφείς δυσκολίες στη δημιουργία σχέσεων με συνομηλίκους τους, διάσπαση προσοχής ή και προβλήματα μνήμης που οδηγούν σε μαθησιακές δυσκολίες.

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας μπορούν, επίσης, να εμφανίζουν σωματικά συμπτώματα και παλινδρομικές συμπεριφορές. Επιπλέον, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα σχολικής αποτυχίας αλλά και χρήσης της βίας από το ίδιο παιδί, προκειμένου να επιλύσει τα προβλήματα που προκύπτουν ή να επιβληθεί σε άλλο άτομο. Δεν είναι σπάνιες και οι εκδηλώσεις αντικοινωνικότητας, επιθετικότητας προς τους συνομήλικους ή νεανικής παραβατικότητας. Tα συγκεκριμένα παιδιά μπορούν, ακόμη, να εμφανίσουν προβλήματα στη σχολική τους επίδοση όπως είναι: Η χαμηλή συγκέντρωση, δυσκολία στην απομνημόνευση, αλλά και στη δημιουργία κοινωνικών σχέσεων.

Η Χριστίνα Ζαραφωνίτου, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Τμήματος Κοινωνιολογίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών στο Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ορίζει το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας ως «μια κακοποίηση που καταλύει τον ενωτικό ιστό της οικογένειας, την ομαλή αλληλεπίδραση των μελών, και αναιρεί την ανάληψη των οικογενειακών ρόλων, η οποία είναι απαραίτητη για μία ορθώς λειτουργούσα οικογένεια. Το παιδί ως ψυχικά και σωματικά αδύναμο ον, μπορεί εύκολα να γίνει αντικείμενο βίας των ενηλίκων».

Κατά την περίοδο της εφηβείας, οι κακοποιημένοι νέοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σοβαρά προβλήματα, τα οποία δύνανται να τους ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή. Οι έφηβοι είναι πιθανόν να ασκήσουν και οι ίδιοι βία στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, εφόσον έχουν καταστήσει τη βία ως πρότυπο επίλυσης προβλημάτων-συγκρούσεων, έχοντας παράλληλα την πεποίθηση, ότι το θύμα ευθύνεται για ό,τι του συμβαίνει. Μπορούν, επίσης, να εκδηλώσουν ανθυγιεινές και επικίνδυνα ψυχοφθόρες συμπεριφορές, όπως η χρήση ναρκωτικών ουσιών και η κατάχρηση αλκοόλ. Επιπρόσθετα, συχνό φαινόμενο αποτελεί η καλλιέργεια αισθημάτων άγχους, κατάθλιψης και επιθετικότητας σε αυτήν την ηλικία. Υπάρχει περίπτωση να ξεκινούν καβγάδες, να εκφοβίζουν συνομηλίκους τους, ενώ είναι πιθανότερο να παρουσιάζουν πρόβλημα με το νόμο.

Η εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς είναι πιο συχνή σε έφηβα αγόρια που κακοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας, από ότι στα κορίτσια. Τα κορίτσια, εντούτοις, είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν σημάδια διαφόρων τύπων κατάθλιψης και να αναπτύξουν, μια υπερβολική καχυποψία απέναντι στο ανδρικό φύλο, λόγω της κακοποίησης που μπορεί να έχουν βιώσει από την ανδρική-πατρική φιγούρα της οικογένειάς τους. Ως αποτέλεσμα, τα κορίτσια δύνανται να υιοθετήσουν μια αρνητική στάση σε σταθερές και μακροχρόνιες σχέσεις στην ενήλική τους ζωή ενώ είναι συχνά τόσο τα αισθήματα ντροπής και τύψεων όσο και η τάση να κατηγορούν τον εαυτό τους. Τέλος, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της πρόωρης εγκατάλειψης της οικογενειακής στέγης και η συμμετοχή σε διάφορες παράνομες συμμορίες, οι οποίες «αντικαθιστούν» την οικογένεια, δίνοντάς τους μια ψευδαίσθηση αποδοχής και ασφάλειας.

Τα παιδιά που είναι μάρτυρες ή βιώνουν καταστάσεις ενδοοικογενειακής βίας έχουν την ανάγκη να αισθάνονται ασφάλεια. Παράλληλα, χρειάζεται να έχουν στον κοινωνικό τους περίγυρο άτομα, που μπορούν να τους συμπαρασταθούν, να τους υποστηρίζουν ψυχολογικά και συναισθηματικά, όπως ένας σχολικός σύμβουλος, ένας θεραπευτής, ή ένας προσφιλής σε αυτά ενήλικας. Η παροχή συμβουλών από εξειδικευμένους θεραπευτές μέσω της Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας, μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα χρήσιμη στα παιδιά που είναι θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης και εμφανίζουν άγχος ή άλλα προβλήματα ψυχικής υγείας.

Συνολικά, η ενδοοικογενειακή βία ξεκινάει με ένα σκοπό. Ο θύτης θέλει να αισθανθεί ότι ελέγχει και ασκεί δύναμη στο θύμα. Η ενδοοικογενειακή βία δεν βλάπτει μόνο σωματικά το παιδί στο οποίο ασκείται, αλλά του προκαλεί και συναισθηματικό πόνο. Η κοινωνία, λοιπόν, έχει το χρέος να ελέγχει και να σταματάει τέτοιου είδους συμπεριφορές χάριν της γενιάς των μελλοντικών πολιτών που ανατρέφει.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Effects of domestic violence on children, womenshealth.gov, διαθέσιμο εδώ
  • Behind Closed Doors: The Impact of Domestic Violence on Children, unicef.org, διαθέσιμο εδώ
  • Domestic violence and abuse – the impact on children and adolescents, rcpsych.ac.uk, διαθέσιμο εδώ
  • Βία και παιδιά. Τα διαφορετικά της πρόσωπα, paidiatros.com, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ιωάννα Κουτσομιχάλη
Γεννημένη το 1999 στην Νέα Φιλαδέλφεια είναι δευτεροετής στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά καθώς και τη Νοηματική Γλώσσα. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με την μουσική, τον κινηματογράφο και την ανάγνωση βιβλίων.