Απαρτχάιντ: Όταν ο ρατσισμός έγινε νόμος. Η δράση του θεμελιωτή του, Hendrik Verwoerd, και η δολοφονία του από τον Δημήτρη Τσαφέντα

51

Της Δήμητρας Ροδοβίτου,

Η Διεθνής Διάσκεψη στο Βερολίνο την περίοδο 1884-1885 αποτέλεσε ορόσημο τόσο για την παγκόσμια ιστορία, όσο και ολόκληρη την Αφρικανική ήπειρο, καθώς μέσω αυτής, η ήπειρος θα διαιρούνταν σε σφαίρες επιρροής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Οι κύριοι δρώντες της γεωπολιτικής τούτης στρατηγικής ήταν η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ολλανδία. Στην περιοχή της Νοτίου Αφρικής, λοιπόν, η βρετανική και συνάμα ολλανδική κυριαρχία ήτο αυτή που έμελλε να διαμορφώσει το πολιτικό status quo της επικείμενης ζώνης επιρροής, με πρωταρχικό στόχο τον διαχωρισμό μεταξύ των αποικιοκρατών και των αυτοχθόνων.

Ήταν το 1948, όταν ο Daniel Francois Malan ηγήθηκε Πρόεδρος του Εθνικού Κόμματος, κι έπειτα από τη νίκη του στις εκλογές, διετέλεσε Πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής έως το 1953. Σε μια περιοχή όπου οι φυλετικές διακρίσεις προϋπήρχαν, ο όρος «Apartheid» (διαχωρισμός, στην τοπική διάλεκτο), νομιμοποιήθηκε αποτελώντας την κύρια πολιτική και ιδεολογική γραμμή του Εθνικού Κόμματος. Με την πάροδο λοιπόν των ετών, η νομοθεσία του Απαρτχάιντ ενσωματώθηκε πλήρως τόσο στην εσωτερική πολιτική όσο και την κοινωνική και πολιτισμική πτυχή του κράτους, στοχεύοντας στον πλήρη διαχωρισμό των φυλετικών ομάδων, ενώ παράλληλα επικύρωσε τη στέρηση σειράς δικαιωμάτων στους μη λευκούς, παρά το γεγονός πως παραβίαζε με τον τρόπο αυτό θεμελιώδεις αρχές των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως διαμορφώθηκαν από  την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 1948.

Όταν το 1958 την Πρωθυπουργία αναλαμβάνει ο Hendrik Frensch Verwoerd, πρώην Υπουργός Ιθαγενών Υποθέσεων, ο οποίος ευθυνόταν για το μεγαλύτερο βαθμό νομικής στοιχειοθέτησης του Απαρτχάιντ, εκείνο εφαρμόζεται στο έπακρον. Το νομοθετικό του πλαίσιο περιλαμβάνει τη φυλετική διαίρεση των κατοίκων της περιοχής σε τέσσερις κατηγορίες: λευκοί, μαύροι, μιγάδες και Ινδο-Ασιάτες. Αυτό βέβαια απαιτούσε την ομαδική και εξαναγκαστική μετακίνηση των πληθυσμών προς τη δημιουργία ομάδων ή συνοικιών, με ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης. Άγαν επηρεασμένος από την τακτική του Χίτλερ, έντονα αντισημίτης και φιλοναζί, ο Verwoerd νομιμοποιεί και επισήμως τον ρατσισμό, ξεκινώντας έναν πόλεμο εναντίων των μαύρων, των κομμουνιστών, της ίδιας της ζωής.

Εισερχόμενοι σε λεπτομερή ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου του Απαρτχάιντ, διακρίνουμε μερικούς από τους βασικούς νόμους που θεσπίστηκαν ανά δεκαετίες: Νόμος απαγόρευσης των μικτών γάμων αλλά και καθαυτής της σεξουαλικής συνεύρεσης μεταξύ λευκών και μη, νόμος καταστολής των υπαρχόντων κομμουνιστικών κομμάτων, νόμος ξεχωριστών κατοικιών που οριοθετούσε τις ζώνες κατοίκισης, νόμος για ξεχωριστή χρήση δημοσίων χώρων (πλατείες, σιντριβάνια, ΜΜΜ). Με την πάροδο των χρόνων, ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, το Απαρτχάιντ ενσωματώθηκε στις βαθύτερες πτυχές του κράτους. Έτσι θεσπίσθηκαν μεταξύ άλλων, η απαγόρευση απεργιών και αντίστασης για τους μαύρους εργάτες, καθώς και η επισημοποίηση των φυλετικών διακρίσεων στο χώρο εργασίας, νόμος απαγόρευσης επαγγελματικής κατάρτισης για τους μαύρους, κλπ.

Παρά το γεγονός της νομιμοποιημένης χρήσης κατασταλτικής βίας από μέρους του κράτους, αρκετοί ήταν εκείνοι που εξεγείρονταν ενάντια της θεσμοθετημένης ρατσιστικής τακτικής. Αποκορύφωμα αποτέλεσε η σφαγή του Σάρπβιλ, όταν μια ειρηνική διαμαρτυρία σε περιοχή μαύρων έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ αντιμετωπίστηκε με αναίσχυντη αστυνομική βία έναντι του άοπλου πλήθους, αφήνοντας πίσω 69 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Ο Verwoerd πεπεισμένος πως επρόκειτο για καθαρή αντιστασιακή πολιτική από μέρους των Κόκκινων, και αποφασισμένος να συντρίψει κάθε αντιπολίτευση ικανή να αντικρούσει τα συμφέροντά του, σφίγγει τον πολιτικό κλοιό του Απαρτχάιντ με ψήφιση νομοθετημάτων που καταργούσαν ακόμη και τις βασικές διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου (διενέργεια βασανιστηρίων, απαγωγές, δολοφονίες, τρομοκρατία, εξορία και απαγορεύσεις).

Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1966 ο Verwoerd, πέφτει νεκρός από τις μαχαιριές του Ελληνομοζαμβικιανής καταγωγής Δημήτρη Τσαφέντα, εντός Κοινοβουλίου κι ενώ κατευθυνόταν προς πρωθυπουργικό έδρανο. Στο δικαστήριο ο δράστης υποστήριξε πως κινητήριος δύναμη προς τη δολοφονία του «αρχιτέκτονα» του Απαρτχάιντ, όπως ονομάστηκε ο Verwoerd, αποτέλεσε η αηδιαστική ρατσιστική του πολιτική. Ωστόσο, οι Δικαστικές Αρχές έκριναν επιτηδευμένα την πράξη του μη καταλογιστή λόγω σχιζοφρένειας και εκμεταλλευόμενες ένα «παράθυρο» του νόμου, πέτυχαν τον εγκλεισμό του σε φυλακή μελλοθανάτων, όπου κάθε πρωί επί 18 χρόνια ξυπνούσε με τον φόβο της εκτέλεσης. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων το 1994, ο Τσαφέντας μετήχθη σε ψυχιατρική κλινική του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 Οκτωβρίου του 1999, σε ηλικία 81 ετών, έχοντας πρωτίστως ανακηρυχθεί ως ήρωας από τον καταπιεσμένο Νοτιαφρικανικό λαό.

Ποια ήταν, ωστόσο, η αντίδραση της υφηλίου; Οι προσπάθειες για την καταστολή της φυλετικής πολιτικής του Απαρτχάιντ εναπόκειντο στις δράσεις της Γενικής Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών από τις πρώτες δεκαετίες του 1950 ενώ το 1966 το Απαρτχάιντ θεωρήθηκε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Το 1973, με τη Διεθνή Σύμβαση για την Καταστολή και Τιμωρία του Εγκλήματος του Απαρτχάιντ, ποινικοποιήθηκε επισήμως ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το 1994 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στη Νότιο Αφρική όπου Πρόεδρος αναδείχθηκε ο Νέλσον Μαντέλα, μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της ιστορίας για τη χρόνια συμβολή και τον αγώνα του κατά του καθεστώτος Απαρτχάιντ. Ο Frederik Willem de Klerk ως τελευταίος Πρόεδρος της Ν. Αφρικής και ηγέτης του «Εθνικού Κόμματος» υπήρξε υποστηρικτής των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων για την ισότητα των πολιτών του κράτους ανεξαρτήτου χρώματος και βραβεύτηκε με βραβείο Νόμπελ Ειρήνης μαζί με τον Νέλσον Μαντέλα το 1993.

Με το πέρασμα των δεκαετιών, ο όρος Apartheid κλήθηκε να περιγράψει οποιαδήποτε μορφή ενδεικτικής προσπάθειας φυλετικού διαχωρισμού και φυσικά, να την κατονομάσει. Στην δύσκολη αυτή εποχή που διανύουμε, και την αλματώδη απήχηση διάφορων υποστηρικτών των Άκρων, ας γίνει τόσο το Απαρτχάιντ όσο και οι συνέπειές του, ένα ικανό αδιαμφισβήτητο παράδειγμα προς αποφυγή.

Στους υμνητές, λοιπόν, τέτοιων βάρβαρων τακτικών, θα υπενθυμίζουμε καθημερινά πως, ενώ η καταγωγή κληρονομείται, η προσωπικότητα χτίζεται. Πως είναι γελοίο να είσαι περήφανος για κάτι που τυχαία είσαι, και όχι για κάτι που έχτισες με κόπο. Πως οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Πως η αγάπη, ο πόνος, ο έρωτας, η στενοχώρια, δεν έχουν εθνότητα, δεν έχουν σύνορα. Πως πριν οτιδήποτε άλλο, πρωτίστως είμαστε άνθρωποι.