17.4 C
Athens
Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΤα όπλα και ο εξοπλισμός του Ελληνικού Στρατού

Τα όπλα και ο εξοπλισμός του Ελληνικού Στρατού


Του Νίκου Μελιτσιώτη,

Ο Ελληνικός Στρατός, μετά την ήττα που υπέστη στη Μικρασιατική Εκστρατεία, άφησε πίσω του, εκτός από νεκρούς και αιχμαλώτους, ένα μεγάλο αριθμό οπλοσκευής και πυρομαχικών, πυροβόλων και όχι μόνο. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923 και την υποδοχή των προσφύγων, η οποία ήταν υψίστης σημασίας έργο και απορρόφησε μεγάλο ποσοστό των κρατικών χρημάτων, έγιναν κάποιες προσπάθειες αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του Ελληνικού Στρατού. Η ταραγμένη, όμως, πολιτική κατάσταση και οι συνεχείς αλλαγές κυβερνήσεων τα μετέπειτα έτη εκμηδένισαν τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών.

Όταν, όμως, το 1935, τα σύννεφα μιας νέας διεθνούς κρίσης άρχισαν να διακρίνονται στον ευρωπαϊκό ορίζοντα, η Ελλάδα δεν μπορούσε να μείνει πίσω. Έτσι, ξεκίνησαν προσπάθειες από σύσσωμη την ηγεσία της χώρας, προκειμένου να εξασφαλισθούν όπλα και εξοπλισμοί αντίστοιχοι των λοιπών ευρωπαϊκών κρατών. Επίσης, ο ταχύτατος εξοπλισμός της Βουλγαρίας επιτάχυνε τις διαδικασίες, καθώς οι μνήμες από τις προηγούμενες συγκρούσεις του Μακεδονικού Αγώνα (1904–1908) και του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (1913) ήταν ακόμη νωπές.

Από το 1935, ξεκίνησε μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην οργάνωση του στρατού, η οποία κορυφώθηκε με την ίδρυση του Οργανισμού του Στρατού, με Νομοθετικό Διάταγμα της 4ης Σεπτεμβρίου 1935. Τα επόμενα έτη πραγματοποιήθηκαν αναδιοργανώσεις στη διοίκηση του ΓΕΣ, ενώ, το 1939, εκδόθηκε ο υπ’ αριθμόν 2005 Αναγκαστικός Νόμος «Περί Οργανισμού του Στρατού», ο οποίος ήταν σε ισχύ τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Με τον νέο αυτό οργανισμό, εφαρμόστηκαν μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση των μονάδων και των επιτελικών υπηρεσιών. Συγκροτήθηκε το Ε΄ Σώμα Στρατού, με έδρα την Αλεξανδρούπολη, καθώς επίσης και αρκετές ακόμη μεραρχίες πεζικού και πυροβολικού. Τα προβλεπόμενα από τον Οργανισμό Στρατού του 1935 τάγματα πεζικού και πυροβολικού οργανώθηκαν σε συντάγματα, ενώ συγκροτήθηκαν και όσα συντάγματα προβλέπονταν από τον προαναφερθέντα Οργανισμό και δεν είχαν ακόμη συγκροτηθεί.

Τα ελληνικά όπλα που η Ελλάδα διέθετε κατά τη συμμετοχή της στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο ήταν Πεζικό, Πυροβολικό, Ιππικό και Μηχανικό. Από Υπηρεσίες διέθετε Αυτοκίνητα, Υγειονομική Υπηρεσία, Επιμελητείας, Στρατολογία, Κτηνιατρική, Υπηρεσία Οικονομικού Ελέγχου, Υπηρεσία Στρατιωτικής Μουσικής, Φρουραρχείων και Επιστράτευσης.

Εξετάζοντας τον οπλισμό που έφερε ο Ελληνικός Στρατός κατά τη συμμετοχή του στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, εξάγονται μερικά σημαντικά συμπεράσματα. Αρχικά, είναι εμφανές πως τεχνολογικά ήταν υποδεέστερος του οπλισμού των αντιπάλων του, διατηρείτο, όμως, σε αρκετά καλή κατάσταση, με τις κυβερνήσεις των προηγούμενων ετών να μεριμνούν τακτικά για την συντήρηση και την αναβάθμισή τους. Επίσης, διακρίνεται μια σχετική ομοιομορφία στους τύπους και τα μοντέλα των όπλων, με την παρουσία της διαφορετικότητας να οφείλεται εν μέρει στις διαφορετικές ανάγκες των όπλων και εν μέρει στις οικονομικές δυσκολίες του Ελληνικού Κράτους, οι οποίες το εξώθησαν να κρατήσει τους παλαιότερους τύπους όπλων και να τους αναβαθμίσει.

Με μια πρώτη ματιά στους καταλόγους, είναι φανερό πως ο οπλισμός του Ελληνικού Στρατού μπορεί να χωριστεί προς εξέταση είτε με βάση την προέλευσή του είτε με βάση το όπλο που το έφερε.

Ένα αρκετά μεγάλο μέρος του πολεμικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε στο Μέτωπο με τους Ιταλούς βρισκόταν στην κατοχή του Στρατού από προηγούμενες αναμετρήσεις. Φυσικά, αυτό το υλικό δεν ήταν αρκετό, έτσι το Ελληνικό Κράτος μερίμνησε για την αγορά όπλων και υλικού από το εξωτερικό, κυρίως από την Αγγλία και τη Γαλλία. Βέβαια, κάποιες παραγγελίες δεν διεκπεραιώθηκαν πλήρως, καθώς τα όπλα δεσμεύτηκαν από τις χώρες για τον δικό τους στρατό, καθώς η Ευρώπη σκεπαζόταν ολοένα και περισσότερο από τα σύννεφα του πολέμου. Τέλος, οι νικηφόρες αναμετρήσεις των Ελλήνων στα πεδία των μαχών και η πτώση του ηθικού των Ιταλών έφεραν στην κατοχή των Ελλήνων αρκετά λάφυρα, τα οποία είτε χρησιμοποιήθηκαν άμεσα είτε επισκευάσθηκαν, όπου αυτό ήταν δυνατό.

Προκειμένου να γίνει πιο ολοκληρωμένη η παρουσίαση του οπλισμού του Έλληνα στρατιώτη, αυτή θα παρουσιαστεί ανά όπλο, μαζί με τον εξοπλισμό και τα απαραίτητα πυρομαχικά. Για μια ευκολότερη κατανόηση της τυπολογίας των όπλων, που θα αναφερθούν, είναι αναγκαίο να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις:

  • Η αναφορά των χιλιοστών δίπλα από κάθε όπλο και πυρομαχικό αναφέρεται στη διάμετρο της κάννης και του φυσιγγίου.
  • Ως αραβίδα ορίζεται ένα βραχύκαννο πυροβόλο όπλο, το οποίο χρησιμοποιείτο από το ιππικό και το πυροβολικό. Το μικρότερο μέγεθός του άφηνε περισσότερη ελευθερία κινήσεων στις μονάδες αυτές για τον χειρισμό της σπάθης και του πυροβόλου αντίστοιχα.

Το βασικότερο όπλο του Ελληνικού Στρατού στην αναμέτρηση με την Ιταλία ήταν το Πεζικό. Ο στρατιώτης του Πεζικού φορά κράνος, παντελόνι, γυλιό μάχης και, ως πανωφόρι, φορά χλαίνη, όλα στο χακί χρώμα. Στο ύψος της μέσης, φορά ζώνη με φυσιγγιοθήκες και ως υπόδηση φορούσε άρβυλα και κάλτσες από μαλλί, ικανές να καταπολεμήσουν το κρύο του σφοδρού χειμώνα. Οι βαθμοφόροι έφεραν παρόμοιο ιματισμό, φορώντας, όμως, μπότες αντί για αρβύλια και ορισμένες φορές διαφορετική κάλυψη στο κεφάλι (δίκοχο, πηλήκιο).

Στρατιώτες Πεζικού

Όσον αφορά τα όπλα του Πεζικού, δεν υπήρχε ένας τύπος. Στις αποθήκες της ΕΥΠ (Εφορεία Υλικών Πολέμου) υπήρχαν τυφέκια Mannlicher των 6,5 και των 8 χιλ., τυφέκια Mauser των 7,65 και των 7,92 χιλ., τυφέκια Lebel των 8 χιλ., καθώς επίσης και παλαιότερα τυφέκια Gras. Μετά τις πρώτες νίκες των ελληνικών δυνάμεων, ήρθαν να προστεθούν και τυφέκια Terni των 6,5 χιλ. Όσον αφορά τα πιστόλια, με τα οποία ήταν οπλισμένοι οι αξιωματικοί, υπήρχαν πιστόλια Browning, Nagant και Colt. Στον οπλισμό του Πεζικού περιλαμβάνονται, επίσης, και τα πολυβόλα, τα οποία έπαιξαν καίριο ρόλο στην αναχαίτιση των εχθρικών εφόδων. Από αυτά τα πιο συχνά ήταν τα Hotchkiss σε 3 διαμετρήματα (6,5, 7,92, 13,2 χιλ.), τα St. Etienne των 8 χιλ., τα Schwartzlose των 6,5 χιλ., τα Maxim των 7,92 χιλ., τα Thomson των 11 χιλ. και τα Vickers των 7,7 χιλ. Ως λάφυρα περιήλθαν στην κατοχή του Ελληνικού Στρατού πολυβόλα Breda 8 χιλ. και Fiat 8 χιλ. Κλείνοντας τον οπλισμό του Πεζικού αξίζει να γίνει μνεία στους όλμους. Ο Ελληνικός Στρατός είχε στην κατοχή του όλμους τύπου Brad των 81 χιλ. Από τη Βρετανία παρελήφθησαν όλμοι 3 και 2 ιντσών, ενώ ως λάφυρα πάρθηκαν όλμοι των 41 χιλιοστών.

Το επόμενο σημαντικό όπλο του Ελληνικού Στρατού είναι το Πυροβολικό, το οποίο διακρίνεται σε Ορειβατικό, Πεδινό, Βαρύ και Αντιαεροπορικό Πυροβολικό, ενώ υπήρχε μια Μοίρα Έφιππου Πυροβολικού, επίσης, υπήρχαν μονάδες Αντιαρματικού Πυροβολικού και Αυτοκινήτων Πυροβολικού. Ο στρατιώτης του πυροβολικού ήταν ενδεδυμένος με κράνος, κάλυμμα παραλλαγής για τα χιόνια, παντελόνι και άρβυλα με μάλλινες κάλτσες, γκέτες και ζώνη. Ως φορητό οπλισμό οι στρατιώτες του Πυροβολικού έφεραν αραβίδες: α) Mannlicher των 6,5 και των 8 χιλ., β) Mauser των 7,65 χιλ., γ) Lebel των 8 χιλ. και δ) Gras παλαιότερου τύπου.

Στρατιώτες Πυροβολικού

Βέβαια, το κυριότερο όπλο του Πυροβολικού είναι, όπως μαρτυρά το όνομά του, το πυροβόλο ή κανόνι. Το Ορειβατικό Πυροβολικό, το οποίο είχε ως πεδίο δράσης τις ορεινές περιοχές, ήταν εξοπλισμένο με ορειβατικά πυροβόλα Schneider – Δαγκλή τριών διαμετρημάτων (75, 75/19, 105/19 χιλ.), Πυροβόλα των 65 χιλ., Skoda των 75 και 105 χιλ. και St. Etienne των 65 χιλ. Όσον αφορά το Πεδινό Πυροβολικό, ήταν οπλισμένο με Πεδινά πυροβόλα Schneider των 75 χιλ. και Krupp 75 χιλ. Το Βαρύ Πυροβολικό ήταν οπλισμένο με δισκελή μακρά πυροβόλα Schneider των 85/25 και 105/25 χιλ., με μακρά πυροβόλα Krupp των 105 χιλ. και De Bange των 120 χιλ., καθώς επίσης και με βαρέα βραχέα πυροβόλα Skoda των 150 χιλ., Schneider των 155/17 χιλ., πυροβόλα των 6 δακτύλων, ενώ ως λάφυρα περιήλθαν στην κατοχή του Ελληνικού Στρατού πυροβόλα Sk1oda των 100/17 χιλ.

Εξετάζοντας το αντιαεροπορικό πυροβολικό, παρατηρείται πως υπήρχαν τόσο αντιαεροπορικά πυροβόλα όσο και όργανα αντιαεροπορικής βολής, οι λεγόμενοι κατευθυντήρες. Τα αντιαεροπορικά πυροβόλα που χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες ήταν τα Krupp των 88 χιλ., τα Bofors των 80 χιλ. και τα Rheinmentall των 37 και 20 χιλ., ενώ από τη Βρετανία στάλθηκαν πυροβόλα των 3,7 ιντσών (94 χιλ.). Οι κατευθυντήρες ήταν τριών τύπων: α) τύπου P 27 Α, β) τύπου Vikong και γ) τύπου Bergog.

Τα αντιαρματικά πυροβόλα του Ελληνικού Στρατού, αν και ολιγάριθμα, έπαιξαν σημαντικό ρόλο απέναντι στα χαμηλής απόδοσης ιταλικά άρματα μάχης. Πιο συγκεκριμένα, ο Ελληνικός Στρατός είχε στην κατοχή του Αντιαρματικά Πυροβόλα Rheinmentall των 37 χιλ., ενώ ως λάφυρα και ως βοήθεια ελήφθησαν Αντιαρματικά Πυροβόλα των 47 χιλ. και αντιαρματικά τυφέκια των 20 χιλ. Τα Αυτοκίνητα Πυροβολικού, μαζί με τα κτήνη, συνέβαλαν στη μεταφορά των πυροβόλων και τη μεταφορά συνεργείων για την επισκευή των πυροβόλων. Τέλος, υπήρχαν και μοτοσυκλέτες, οι οποίες εκτελούσαν υπηρεσίες αναγνώρισης εδάφους.

Αν και σε πολύ μικρότερους αριθμούς, το Ελληνικό Ιππικό έδρασε σε πολλές μάχες και κατέλαβε πολύτιμο έδαφος. Ενδεδυμένος με κράνος, χλαίνη, ζώνη με φυσιγγιοθήκες, παντελόνι και δερμάτινες περικνημίδες για την προστασία από τα χτυπήματα των πεζών. Ο οπλισμός του Έλληνα ιππέα ήταν η σπάθη και η αραβίδα. Οι αραβίδες ήταν οι ίδιες με αυτές του Πυροβολικού, δηλαδή Mannlicher των 6,5 κα των 8 χιλ., Mauser των 7,65 χιλ., Lebel των 8 χιλ. και Gras παλαιότερου τύπου.

Έλληνας Στρατιώτης Ιππικού

Κλείνοντας με τον Στρατό Ξηράς, σύντομη αναφορά πρέπει να γίνει και στο Μηχανικό, το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στην κατασκευή οχυρωματικών έργων και την επισκευή οδών και γεφυρών, ενώ σε αυτό το όπλο εντάσσονταν και οι υπηρεσίες επικοινωνίας, υψίστης σημασίας για τον συντονισμό των επιχειρήσεων. Υπηρέτησαν σώματα Σκαπανέων, Τηλεγραφητών, Γεφυροποιών, Μηχανικών και Έργων Φρουρίων

Φυσικά, αν και ο Στρατός Ξηράς σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τόσες επιτυχείς επιχειρήσεις, χωρίς τη συμβολή του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Τα δύο αυτά όπλα συνέβαλαν στην υποστήριξη και κάλυψη των δυνάμεων, ενώ το Ναυτικό μετέφερε εφόδια και έμψυχο δυναμικό σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Το Ναυτικό των Ελλήνων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελείτο από Θωρηκτά, Αντιτορπιλικά, Τορπιλοβόλα, Υποβρύχια, Τορπιλακάτους, Ακταιωρούς, Ναρκαλιευτικά, και Βοηθητικά σκάφη, ενώ υπήρχε και ένα πλωτό συνεργείο. Τέλος, η Πολεμική Αεροπορία κατάφερε ουκ ολίγες φορές να αποκρούσει την υπέρτερη αριθμητικά Ιταλική Αεροπορία, με αεροσκάφη Potez 25 και Potez 63, Blenheims, Fairey Battle και Fairey IIIF, P.Z.L., Bloch, Breguet 19, Dornier και Avro-Anson.

Πέραν του οπλισμού και του ιματισμού, οι διάφορες μονάδες ήταν εξοπλισμένες με υλικά που τους βοηθούσαν στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και την επικοινωνία. Τα υλικά αυτά ήταν αντιασφυξιογόνες μάσκες, υλικά για τα χειρουργεία των στρατιωτικών νοσοκομείων, αλλά και τηλέμετρα για παρατήρηση και σκόπευση, ραδιογωνιόμετρα, σταθμοί ασυρμάτου, τηλέφωνα και οπτικοί τηλέγραφοι.

Τα ελληνικά όπλα, παρά τις ελλείψεις σε εφόδια και δυνάμεις έναντι των υπερφίαλων αντιπάλων τους, κατάφεραν όχι μόνο να αμυνθούν «υπέρ βωμών και εστιών», άλλα και να περάσουν στην αντεπίθεση, δείχνοντας πως η κραυγή δικαίου «Αέρα» καλύπτει κάθε ήχο πολυβόλου, κανονιού και άρματος.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ΓΕΣ/ΔΙΣ (1982) Εφοδιασμοί του Στρατού εις Υλικά Οπλισμού και Πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον Πόλεμον 1940–1941, Αθήνα Εκδόσεις ΔΙΣ
  • ΓΕΕΘΑ (s.d.) Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων τόμος Β΄ Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε.
  • Συλλογικό Έργο (s.d.) Στρατιωτική Ιστορία–Σειρά Μεγάλες Μάχες–Ο Ελληνικός Στρατός και το Έπος της Β. Ηπείρου (1940–1941), Αθήνα: Εκδόσεις Περισκόπιο

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νίκος Μελιτσιώτης, Σύμβουλος Έκδοσης
Γεννήθηκε το 1997 στην Καλαμάτα και είναι επί πτυχίω φοιτητής στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Συμμετείχε σε αρχαιολογικά και ιστορικά συνέδρια και ημερίδες ως εισηγητής και εθελοντής. Είναι ένθερμος μελετητής της Βυζαντινής Ιστορίας. Ασχολείται με τον παραδοσιακό χορό και τη συλλογή και μελέτη νομισμάτων.