Του Θεόφιλου Νούση,

Ο Παναγιώτης Πιπινέλης γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1899, στον Πειραιά. Η απώτερη καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από την Κύμη της Εύβοιας και πολλά μέλη της είχαν διακριθεί στην ναυτιλία και το εμπόριο. Ο πατέρας του, Νικόλαος Πιπινέλης, ήταν ιδιοκτήτης μεγάλου εμπορικού οίκου εισαγωγών και εξαγωγών και το πατρικό σπίτι του βρισκόταν στην Ακτή Μουτσοπούλου, σε μέγαρο, όπου αργότερα στεγάστηκε με ενοίκιο το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια της Ζυρίχης στην Ελβετία και του Φράιμπουρκ στην Γερμανία.

Το 1922, ο Πιπινέλης, εισήλθε στο Διπλωματικό Σώμα, σε ηλικία 23 ετών. Υπηρέτησε μεταξύ άλλων στο Παρίσι (1927-28), στα Τίρανα (1928-29) και στην μόνιμη ελληνική αντιπροσωπεία στην Κοινωνία των Εθνών (1931-32). Το 1933 ανέλαβε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Δημητρίου Μάξιμου, στην κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Παναγή Τσαλδάρη, έως το 1935.

Στη συνέχεια, διατέλεσε πρέσβης στην Βουδαπέστη (1936-40) και ακολούθως στην Σόφια (1940-41) μέχρι την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, όπου επέστρεψε στην Αθήνα ακολουθώντας την κυβέρνηση Τσουδερού στη Κρήτη και από εκεί στην Μέση Ανατολή και την Αγγλία. Τότε τοποθετήθηκε για μερικούς μήνες στην πρεσβεία της Μόσχας (1941-42) και στη συνέχεια επέστρεψε στο Λονδίνο, όπου και υπηρέτησε στα ανώτατα συμμαχικά όργανα. Τον Ιούνιο του 1945, ανέλαβε διευθυντής του Πολιτικού Οίκου του βασιλιά Γεωργίου Β΄ για δύο χρόνια.

Όταν τελείωσε η θητεία του στον πολιτικό οίκο του βασιλιά, από τον Ιούνιο του 1947 έως τον Νοέμβριο του 1948 χρημάτισε υφυπουργός Εξωτερικών, και αργότερα υπηρεσιακός υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη το 1950. Στη συνέχεια, το 1952 ανέλαβε μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, αλλά έναν χρόνο μετά, το 1953, παραιτήθηκε από το διπλωματικό σώμα.

Μετά την παραίτησή του από το διπλωματικό σώμα τον Μάιο του 1953, αναμείχθηκε με την πολιτική, αρχικά με τον Ελληνικό Συναγερμό και στη συνέχεια με την ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις). Το 1958 και το 1961 ήταν υποψήφιος βουλευτής Αθηνών, αλλά απέτυχε να εκλεγεί και τις δύο φορές. Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον διόρισε υπουργό Εμπορίου τον Νοέμβριο του 1961, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Ιούνιο του 1963.

Μετά την παραίτηση του Καραμανλή τον Ιούνιο του 1963, έλαβε εντολή από τον βασιλιά Παύλο και στις 19 Ιουνίου σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση, αποσπώντας ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Στις 5 Ιουλίου δέχθηκε τον υπουργό Εξωτερικών της Εθνικιστικής Κίνας (Ταϊβάν) Σεν Σανγκ Χουάν, ο οποίος συνοδευόταν από τον πρεσβευτή της χώρας του στην Αθήνα.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1963, ύστερα από έντονες πιέσεις του Γεωργίου Παπανδρέου στον βασιλιά, ο Πιπινέλης εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και παρέδωσε στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Μαυρομιχάλη.

Στις εκλογές του 1963 και του 1964, εκλέχθηκε βουλευτής Αθηνών της ΕΡΕ και στις 3 Απριλίου του 1967, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος τον διόρισε υπουργό Συντονισμού στη κυβέρνησή του, θέση που διατήρησε για 18 ημέρες, λόγω της επιβολής της χούντας στις 21 Απριλίου του 1967.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1967 διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών, στην πρώτη χουντική κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια, θέση που διατήρησε και στην κυβέρνηση του ίδιου του Γεωργίου Παπαδόπουλου μέχρι τον θάνατό του (19 Ιουλίου 1970) από καρκίνο. Την εξωτερική πολιτική της δικτατορίας ανέλαβε στη συνέχεια ο ίδιος ο αρχηγός της, Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Ο Παναγιώτης Πιπινέλης διατηρούσε στενές σχέσεις με την βασιλική οικογένεια, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους πλέον ένθερμους «Ατλαντιστές» Έλληνες πολιτικούς. Μετά την απελευθέρωση, το 1946, πρωτοστάτησε στην παλινόρθωση της Βασιλείας στην Ελλάδα με την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β΄ (άλλωστε, διατέλεσε και διευθυντής του Πολιτικού Οίκου του βασιλιά). Υπήρξε ένας από τους βασικούς παράγοντες στις συνομιλίες για το σχέδιο Μάρσαλ, ενώ συμμετείχε συχνά στις συνεδριάσεις της πολυσυζητημένης Λέσχης Μπίλντερμπεργκ.

Μετά την φυγή του Κ. Καραμανλή, μέσα στο κόμμα της ΕΡΕ, έξι προσωπικότητες άρχισαν να διαδραματίζουν σημαντικούς ρόλους υπό διαφορετικές συνθήκες. Μεταξύ αυτών ήταν ο Παναγιώτης Πιπινέλης και ο πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Ροδόπουλος που επιζητούσαν «κοινοβουλευτική εκτροπή», ή «αντικοινοβουλευτική λύση» της πολιτικής κρίσης που είχε επέλθει το 1965, μετά την Αποστασία και την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Ειδικότερα, ήδη από το 1964, ο Πιπινέλης πίστευε ότι έπρεπε «πάση θυσία» να εμποδιστεί ενδεχόμενη άνοδος στην εξουσία του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στο Συμβούλιο του Στέμματος που συνεδρίασε το διήμερο 1 – 2 Σεπτεμβρίου 1965, στο οποίο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, παρατηρώντας ότι «είμεθα στο όριο των καιρών» είχε αποδεχθεί την άμεση προκήρυξη εκλογών μέσα σε 45 ημέρες, όπως ζητούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Πιπινέλης που συμμετείχε (ως πρώην πρωθυπουργός), είχε διαφωνήσει έντονα με τον κομματικό αρχηγό του, υποστηρίζοντας ότι η διενέργεια εκλογών την περίοδο εκείνη ήταν αδύνατη, διότι «ενθύμιζε εκείνα που συνέβησαν εις την Πράγαν ολίγους μήνας προ του Φεβρουαρίου του 1948», (τότε που οι κομμουνιστές κατέλαβαν την εξουσία στην Τσεχοσλοβακία).

Αλλά και αργότερα, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, τον Δεκέμβριο του 1966, μετά από συμφωνία Παπανδρέου – Κανελλόπουλου, ο Πιπινέλης σε ομιλία του στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΕΡΕ στις 23 Δεκεμβρίου του 1966, χαρακτήριζε ανίκανη τη νέα κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει «την επαναστατικήν διαδικασίαν την οποίαν εξαπέλυαν τα κηρύγματα του κυρίου Παπανδρέου». Ακολουθώντας δε την ίδια πορεία συμπλήρωνε τότε και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος σε επιστολές του «…αυτές οι εκλογές θα οδηγήσουν σε κατάλυση του ελεύθερου πολιτεύματος».

Ο Πιπινέλης έπασχε από καρκίνο. Το απόγευμα του Σαββάτου 17 Ιουλίου 1970, λίγες ώρες πριν το θάνατο του, αισθάνθηκε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο νοσοκομείο «Βασιλεύς Παύλος», το μετέπειτα «Λαϊκό Νοσοκομείο», στου Γουδή Αθηνών. Εκεί του χορηγήθηκε οξυγόνο και η κατάσταση του βελτιώθηκε, όμως στις 10 το βράδυ υπέστη καρδιακό επεισόδιο. Ακολούθησαν δύο ακόμη καρδιακά, το δεύτερο από τα οποία ήταν το μοιραίο. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Ο Πιπινέλης τιμήθηκε από τρεις Βασιλείς, με το Μεγαλόσταυρο Γεωργίου του Α’, του Φοίνικα, τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος, καθώς και με ένα πολύ μεγάλο αριθμό ξένων ανωτάτων παρασήμων, πολιτικών, στρατιωτικών, καθώς και Πατριαρχείων.

Το αρχείο του Παναγιώτη Πιπινέλη δωρίσθηκε από την σύζυγο του, το 1974, στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην ιδιοκτησία της οποίας βρίσκεται έως σήμερα. Τα τεκμήρια του αρχείου καλύπτουν την περίοδο από το 1914 μέχρι το 1968, αποτελούνται από έντεκα φακέλους-ντοσιέ με πολιτικές σημειώσεις, λόγους και άρθρα του. Ο Πιπινέλης έγραψε μεγάλο αριθμό μονογραφιών για εθνικά και διεθνή θέματα, ιστορικά και έργα που αφορούσαν την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος. Δημοσίευσε και στη Γαλλική γλώσσα, ενώ το 1954 ίδρυσε και εξέδωσε το περιοδικό «Πολιτικά Φύλλα». Τα έργα τα οποία έγραψε και δημοσίευσε είναι τα εξείς: Die sozialpolitische und staatsrechtliche Stellung des Konigtums in Griechenland», το 1920, «Πολιτική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», το 1928 στο Παρίσι, «Η μοναρχία εν Ελλάδι (1833-1843)» το 1933, εκδόσεις «Βάρσος», «Το ζήτημα μιας αυτόνομης Μακεδονίας», «La question d’ une Macedoine autonome», το 1944.

Εν κατακλείδι, ο Παναγιώτης Πιπινέλης διαδραμάτισε καίριο ρόλο στα τεκταινόμενα και τις εξελίξεις της εποχής κατά την οποία δραστηριοποιήθηκε, τόσο στο διπλωματικό σώμα, όσο και στην πολιτική. Υπήρξε ένας από τους πιο πιστούς υπερασπιστές της βασιλείας στη χώρα μας, κάτι που δεν αποποιήθηκε ποτέ.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • «Die sozialpolitische und staatsrechtliche Stellung des Konigtums in Griechenland» (1920), Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Πολιτική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» 1928, Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Η Μοναρχία εν Ελλάδι» 1932, Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος, 1923-1941» 1948, Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Γεώργιος Β΄» 1952, Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Απομνημονεύματα» 1958, Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Το Στέμμα εις το πλαίσιον των δημοκρατικών θεσμών» 1960, Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Περισσότερον φως» 1961. Παναγιώτης Πιπινέλης
  • «Europe and the Albanian Question», Νέα Υόρκη (χωρίς χρονολογία), Παναγιώτης Πιπινέλης

ΠΗΓΕΣ

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica τομ.49ος,
  • Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεωτέρου Ελληνισμού 1830-2010 – Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Εκδόσεις Μέτρον, τόμος Γ΄.
  • “ΕΡΕ” Ιστορικά (περιοδικό Ελευθεροτυπίας) τ.297 (4-8-2005)
  • Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2000.
  • Νίκος Μακρυγιάννης, Οι Πρωθυπουργοί της Ελλάδος 1843-1979, 1979
  • Ιστορικό Λεύκωμα 1963, σελ. 86-87, Καθημερινή (1997)
  • Η. Ηλιού «Η Κρίση εξουσίας», Εκδ. Θεμέλιο Αθήνα 1966
  • sansimera.gr

Θεόφιλος Νούσης

Γεννήθηκε το 1994 στη Γερμανία και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Αυτή τη περίοδο, κάνει μεταπτυχιακό με τίτλο "International Public Administration" στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει κάνει πρακτική στην Black Sea Trade and Development Bank και δουλεύει ως ιδιωτικός υπάλληλος. Μιλάει άπταιστα αγγλικά και γερμανικά, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις και την γεωπολιτική και έχει παρακολουθήσει πολλά επιστημονικά συνέδρια, ανάλογων θεματικών.