Της Γεωργίας Παγιαβλά,

Η εισοδηματική ανισότητα έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που απασχολεί και θα απασχολεί τον διεθνή διάλογο, λόγω των επιδράσεων που μπορεί να έχει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Πιο αναλυτικά, το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει περισσότερο πλούτο από το υπόλοιπο 99% (Britannica, 2020). Σε προηγούμενο άρθρο μου αναλύω εκτενέστερα την τάση της παγκόσμιας οικονομικής ανισότητας (διαθέσιμο εδώ), αναφέροντας το βασικό συμπέρασμα του Milanovic (2019), που παρατηρεί τη διεύρυνση της μεσαίας τάξης στην Ασία, με μια ταυτόχρονη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες. Αυτό το φαινόμενο γίνεται αισθητό και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που προβλέπει ότι μέχρι το 2030 το 70% του πληθυσμού της Ασίας θα χαρακτηρίζεται ως μεσαία τάξη, ενώ η Ινδία θα κατέχει τη μεγαλύτερη καταναλωτική μεσαία τάξη. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της καταναλωτικής συμβολής της παγκόσμιας μεσαίας τάξης από 37 τρις δολάρια το 2017 σε 64 τρις δολάρια το 2030. Το Γράφημα, παρουσιάζει το μέγεθος της παγκόσμιας μεσαίας τάξη για τρία έτη 2000, 2015 και 2030, κάνοντας αισθητή την δυναμική της Ασίας, ενώ η Ευρωπαϊκή μεσαία τάξη χάνει κατά πολύ το ποσοστιαίο μερίδιο στο παγκόσμιο επίπεδο.

Γράφημα: Το μέγεθος της παγκόσμιας μεσαίας τάξης. Πηγή: Kharas, 2017.

Όμως, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, η μεσαία τάξη φαίνεται να συρρικνώνεται ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, με άμεση συνέπεια τα υψηλά ποσοστά ανεργίας. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι και η Ελλάδα, όπου σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελληνική μεσαία τάξη έχασε το υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα την περίοδο 2007-2015 σε σχέση με την Ιταλία και την Ιρλανδία. Ακόμα, η πλειοψηφία των ελληνικών μεσαίων νοικοκυριών φαίνεται να είχαν δυσκολίες στο να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στη πληρωμή βασικών αναγκών σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ επίσης είχαν το υψηλότερο ρίσκο φτώχειας την περίοδο της κρίσης 2007-2015.

Πριν εστιάσουμε στην περίπτωση της Ελληνικής μεσαίας τάξης, αξίζει να αφιερώσουμε μερικές γραμμές στην έννοια της μεσαίας τάξης. Σύμφωνα με τον Mann (1987), η μεσαία τάξη αποτελείται από την μικροαστική τάξη, τους καριερίστες και τους επαγγελματίες. Βέβαια, η θεωρητική συζήτηση για τα μεσαία στρώματα ή μεσαία τάξη είναι πολυδιάστατη, καθώς έχουν ασχοληθεί τον προσδιορισμό της οικονομολόγοι και κοινωνιολόγοι από διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις.

Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν εναλλακτικά τους όρους μεσαία τάξη και μεσαίο εισόδημα, επειδή έχουν ως κριτήριο καθορισμού το εισόδημα ή και την κατανάλωση. Η κλασική ανάλυση ορίζει τη μεσαία τάξη με όρους πλούτου και όχι εισοδήματος, αναδεικνύοντας τις ιδεολογικές-πολιτικές πτυχές και διαφορές των μεσαίων στρωμάτων. Δηλαδή, η μεσαία τάξη μπορεί να συμπεριλαμβάνει και άλλες μεταβλητές πέραν του εισοδήματος, όπως εκπαίδευση, εργασία στις υπηρεσίες, οικονομική ασφάλεια, ιδιοκατοίκηση ή κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Παρ’ όλα αυτά, η συντριπτική πλειοψηφία των νεοκλασικών οικονομολόγων προσεγγίζουν την έννοια της μεσαίας τάξης μόνο από τη θέση που κατέχει το άτομο στη γραμμή των εισοδημάτων.

Από κοινωνιολογική ματιά, ο Μαρξ αναφέρεται στη μεσαία τάξη έμμεσα, κατά τη διαδικασία ανάλυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά και άμεσα μέσα από την περιγραφή της ιστορικής συγκυρίας. Συνοπτικά, ο Μαρξ παρουσιάζει την μεσαία τάξη ως ιστορικό υποκείμενο, επειδή οι ταξικές σχέσεις προκύπτουν και είναι ενσωματωμένες στην παραγωγική διαδικασία και τις σχέσεις παραγωγής. Ο βασικός μαρξιστικός προβληματισμός είναι αν και με ποιον τρόπο τα μεσαία στρώματα οδηγούνται στην προλεταριοποίησή τους και πώς ένα τμήμα της εργατικής αστικής τάξης αστικοποιείται. Από μια άλλη κοινωνιολογική ματιά, ο Weber εστιάζει περισσότερο στο τρόπο με τον οποίο η μεσαία τάξη συνδέεται με τις άλλες, παρά στην αυτόνομη παρουσία της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξηγήσει τον τρόπο εμφάνισής της. Κοινό σημείο αναφοράς είναι ότι και οι δύο απόψεις αποβλέπουν ότι η απασχόληση, η παραγωγή και αγορά αποτελούν τους προσδιοριστικούς παράγοντες κατάταξης ενός υποκειμένου σε μια κοινωνική τάξη.

Δύο τελευταία σημεία είναι ότι η μεσαία τάξη θα μπορούσε να είναι και μια κατάσταση νου, ή αλλιώς αυτοδιάθεσης, μια αντίληψη που είναι εμπεδωμένη στο φαντασιακό της αμερικανικής κοινωνίας, καθώς οι περισσότεροι Αμερικάνοι προσλαμβάνουν την εαυτό τους ως μεσαία τάξη (Moskowitz, 2012), ή να είναι αποτέλεσμα πολιτισμικών παραγόντων, κυρίως καταναλωτικών συνηθειών, τρόπου ζωής και μόδας.

Όπως όμως και να την ορίσουμε φαίνεται ότι στον ανεπτυγμένο κόσμο βρίσκεται σε σημαντική κρίση αναπαραγωγής, μιας που υπάρχει μια διεθνή ανησυχία για το μέλλον της μεσαίας τάξης. Η αύξηση των ανισοτήτων, σε συνδυασμό με τη κατάρρευση της μεσαίας τάξης, είναι αρκετά ανησυχητικά καθώς φαίνεται ότι θίγονται οι νέοι άνθρωποι, οδηγώντας σε ένα διαγενεακό κενό που οφείλουμε να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή (Vaughan-Whitehead, 2016). O Krugman (2002), υπογραμμίζει ότι η συγκέντρωση πλούτου στα χέρια λίγων αυξάνει τις ανισότητες, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η μεσαία τάξη και να ενισχύονται οι τάσεις φτωχοποίησης της.

Εστιάζοντας στην ελληνική περίπτωση, η μεσαία τάξη είναι το πολυπληθέστερο κοινωνικό στρώμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, η οποία είχε αναδειχθεί ως το στήριγμα της μεταπολεμικής περιόδου. Οι νοικοκυραίοι (κατά την δεξιά παράταξη) και οι μικρομεσαίοι (κατά την πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ) αποτέλεσαν την βάση της οικονομικής και πολιτικής διευθέτησης, η οποία σε μια περίοδο ιδιαίτερα ταραγμένη πολιτικά και κοινωνικά, έγινε το νομιμοποιητικό έρεισμα της εξουσίας των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της χώρας (Αρανίτου, 2018). Χαρακτηριστικά, την περίοδο 1950-1980 ενισχύεται η παραδοσιακή μικροαστική τάξη και θεωρείται η βάση της οικονομικής μεγέθυνσης. Την περίοδο 1981-2009, η μεσαία τάξη αναπτύσσεται και επεκτείνεται με αποτέλεσμα να παρατηρείται κοινωνική κινητικότητα και εμφανίζεται η νέα μεσαία τάξη. Έκτοτε, η μεσαία τάξη παίρνει αρνητικό πρόσημο, καθώς θεωρείται εσωστρεφής, με έντονο κρατικιστικό προσανατολισμό με έντονη διχοστασία απέναντι στο καπιταλισμό και το μηχανισμό της αγοράς, αφού τείνει προς τον πατερναλισμό και τον προστατευτισμό. Με άλλα λόγια, η κοινωνική ραχοκοκαλιά του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος της μεταπολιτευτικής περιόδου, έρχεται την περίοδο 2009-2017 σε μια έντονη κριτική, καθώς θεωρείται ιδιαιτέρως αντιπαραγωγική, με παραχωρημένη κουλτούρα η οποία εμποδίζει τον συγχρονισμό των θεσμών και της απαιτήσεις της εμβάθυνσης του εξευρωπαϊσμού της χώρας (Αρανίτου, 2018).

Μπορούμε να μιλάμε για μια ιδεολογική κατασκευή, όπου η μεσαία τάξη θεωρείται ο φταίχτης για τον οικονομικό μαρασμό. Για την επικράτηση αυτής της μυθοπλασίας, οφείλεται η αποτελεσματική επικοινωνιακή αξιοποίηση των αντίστοιχων μέσων, που επιτρέπουν την επικράτηση αυτής της μυθοπλασίας, με αφηγήματα τύπου «μαζί τα φάγαμε». Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι τα ίδια μεσαία στρώματα έχουν πειστεί από αυτή τη λογική της ήττας, θεωρώντας και οι ίδιοι τους αυτούς τους φταίχτες, τεμπέληδες, φοροφυγάδες, αλόγιστους πιστωτικούς χρήστες με τάση στην υπερκατανάλωση, με μοναδική προσδοκία να στείλουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής μεσαίας τάξης, με έμφαση την ευρηματικότητα και τη δημιουργική ευφυΐα της παραδοσιακής μεσαίας τάξης (ιδιοκτήτες μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενοι επαγγελματίες) συντελούν στην διατήρηση και δημιουργία μικρών επιχειρήσεων μπόρεσε να λειτουργεί εν τέλει θετικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η τεχνολογία δεν στάθηκε τελικά ως εμπόδιο, ενώ συνέβαλε στην ενίσχυση και επέκταση της δυναμικής της. Βέβαια, η νέα μεσαία τάξη (οι μισθωτοί με υψηλά εισοδήματα και οι επαγγελματίες με εκπαίδευση -γιατροί, δικηγόροι) είναι αυτή που έχει πληγεί περισσότερο από τη φορολογική πολιτική κατά την εποχή των Μνημονίων.

Εν κατακλείδι, το γεγονός ότι η παραδοσιακή μεσαία τάξη κατάφερε να μετασχηματίσει τις δραστηριότητές της σε μια προσωρινή επιχειρηματικότητα ανάγκης, ήταν ένας παράγοντας ανθεκτικότητας για την ελληνική κοινωνική δομή, αποτρέποντας την κατάρρευση της μεσαίας τάξης.


Αναφορές

  • Britannica (2020). Income Inequality. Διαθέσιμο εδώ. Τελευταία πρόσβαση 15/10/2020.

  • Milanovic, B. (2019). Παγκόσμια ανισότητα: η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
  • Αρανίτου, Β. (2018). Η μεσαία τάξη στην Ελλάδα την εποχή των μνημονίων: Μεταξύ κατάρρευσης και ανθεκτικότητας. Αθήνα: Θεμέλιο.
  • Kharas, H. (2017). The unprecedented expansion of the global middle class: An update.
  • Vaughan-Whitehead, D. (Ed.). (2016). Europe’s Disappearing Middle Class?: Evidence from the World of Work. Edward Elgar Publishing.
  • Moskowitz, M. (2012). ‘Aren’t We All?’. The Making of the Middle Class: Toward a Transnational History, 75.
  • Krugman, P. (2002). The end of middle-class America (and the triumph of the plutocrats). New York Times Magazine, 20.
  • Mann, M. (1987). Ruling class strategies and citizenship. Sociology, 21(3), 339-354.
  • European Commision. Growing Consumption. Διαθέσιμο εδώ. Τελευταία πρόσβαση 15/10/2020.


Γεωργία Παγιαβλά

Ξεκίνησε την πορεία της ως μαθήτρια στα «Εκπαιδευτήρια Νέα Γενιά Ζηρίδη», συνέχισε ως φοιτήτρια στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ως μεταπτυχιακή στο University of Glasgow με ειδίκευση Economic Development. Παρακολούθησε δεύτερο μεταπτυχιακό στα Οικονομικά στο «Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών», ενώ παράλληλα ήταν βοηθός ερευνήτρια στο «Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης». Αυτή τη περίοδο απασχολείται σε μια αστική ΜΚΟ και παράλληλα συνεχίζει τις σπουδές της σε διδακτορικό επίπεδο.  Χόμπυ της η Λογοτεχνία και οι περίπατοι στην Αθήνα.