Του Εμμανουήλ Προκάκη,

Στο πλαίσιο ενός εντόνως αλληλεξαρτώμενου κόσμου δεν προκαλεί εντύπωση, με την καταχώρηση του πρώτου κρούσματος COVID-19 στην Ουχάν της Κίνας, την 8η Δεκεμβρίου 2019, ότι μέσα σε μερικούς μήνες ο νέος ιός έκανε τον γύρο του κόσμου και έγινε κοινός τόπος. Αναμενόμενη ήταν η υγειονομική κρίση που συνεπαγόταν η διασπορά του ιού και αναπόφευκτο το πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας κατά την περίοδο της απαγόρευσης κυκλοφορίας (lockdown) και η μεγάλη συγκράτηση που αποτυπώνεται στα οικονομικά δρώμενα έκτοτε. Αυτό βέβαια δεν ισχύει μόνο για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά για κάθε χώρα που πρόκρινε αυτή την προσέγγιση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η Κίνα, ούσα και η πρώτη χώρα που κλήθηκε να διαχειριστεί αναφυόμενα κρούσματα, ακολούθησε αυτήν τη μέθοδο και κατόρθωσε να επιπεδίσει την καμπύλη των νέων κρουσμάτων από τα τέλη του Φεβρουαρίου.

Σήμερα, η Κίνα, παρά τον συγκριτικά τεράστιο πληθυσμό της, βρίσκεται στην 48η θέση όσον αφορά τα συνολικά κρούσματα κορωνοϊού που έχει εμφανίσει, με αρκετές χώρες από όλο τον κόσμο να την ξεπερνούν. Σχετικά με τα νέα κρούσματα COVID-19, η Κίνα εξακολουθεί και εμφανίζει καθημερινά διψήφιους αριθμούς νέων κρουσμάτων, ενώ την ίδια στιγμή τα αντίστοιχα μεγέθη χωρών, όπως είναι οι ΗΠΑ και η Βραζιλία, αποτυπώνονται σε πενταψήφια νούμερα. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι υπάρχουν και μεμονωμένες μέρες που η Κίνα εμφανίζει 400-500 νέα κρούσματα.

Η κινεζική κυβέρνηση έδρασε γρήγορα, αποσκοπώντας στη συγκράτηση της διασποράς του ιού στο εσωτερικό της Κίνας. Φερ’ ειπείν, καθιέρωσε την μαζική μέτρηση θερμοκρασίας μέσω υπέρυθρων θερμομέτρων σε σταθμούς και αεροδρόμια, έχτισε εγκαταστάσεις για την απομόνωση των νοσούντων και κήρυξε απαγόρευση κυκλοφορίας στην επαρχία Χούμπει, όπου και βρίσκεται η Ουχάν, κλείνοντας παράλληλα τα αεροδρόμια και ακινητοποιώντας τα ΜΜΜ. Μέσα σε έναν μήνα, τα νέα κρούσματα είχαν μειωθεί σημαντικά και ο στόχος για την μη εξάπλωση του νέου ιού είχε επιτευχθεί. Καθοριστικό ρόλο στην κάμψη της αύξησης των κρουσμάτων συνετέλεσε η αυστηρότητα των μέτρων της κυβέρνησης σε συνδυασμό με την πιστή εφαρμογή και τήρηση των μέτρων από τους Κινέζους με τις όποιες συνέπειες είχε βέβαια αυτή η πρακτική στην οικονομική δραστηριότητα.

Έτσι, η κινεζική κυβέρνηση άρχισε να προσανατολίζεται στην επανεκκίνηση της οικονομίας. Εξάλλου, η απαγόρευση κυκλοφορίας συνέπεσε με την περίοδο της Ανοιξιάτικης Γιορτής, που αποτελεί τη μεγαλύτερη παραδοσιακή αργία των Κινέζων και συνεπάγεται για τους τελευταίους ταξίδια στο εσωτερικό της Κίνας και γενικότερη αύξηση της κατανάλωσης. Φυσικά, κατά τον σχεδιασμό των μέτρων για την ανάκαμψη της οικονομίας, ο φόβος της αναζωπύρωσης των κρουσμάτων ήταν καρφωμένος στο μυαλό της κινεζικής ηγεσίας. Οι στόχοι της αύξησης της κατανάλωσης και της συγκράτησης των κρουσμάτων σε χαμηλά επίπεδα έρχονται σε αντίφαση.

Υπό αυτό το πρίσμα, προκρίθηκε η νομισματική επέκταση για την εξασφάλιση της ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα και την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της αγοράς. Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας μείωσε το επιτόκιο που δανείζει τις εμπορικές τράπεζες και αποφάσισε τη μείωση των ελάχιστων υποχρεωτικών διαθεσίμων. Ταυτόχρονα, θεσπίστηκε η εξαίρεση από τον ΦΠΑ ορισμένων κλάδων που σχετίζονται με την αντιμετώπιση του COVID-19. Παραδείγματος χάριν, σε αυτήν την κατηγορία εμπίπτουν οι ιατρικές υπηρεσίες και οι μεταφορές. Για τις ΜΜΕ καθιερώθηκαν οι αναβολές πληρωμών φόρων, οι κρατικές επιδοτήσεις για κόστη R&D και η αναβολή πληρωμής εταιρικού φόρου για το δεύτερο εξάμηνο του 2020 μέχρι το 2021. Για την αποτροπή της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας, η κινεζική κυβέρνηση αποφάσισε την μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης παράλληλα με την αναβολή πληρωμής αυτών, παρέχοντας ένα κίνητρο στις επιχειρήσεις να μην απολύσουν τους εργαζομένους τους.

Είναι αναπόφευκτο ότι, με την κρίση του κορονωϊού, η κινεζική οικονομία για το 2020 δεν θα μεγεθυνθεί με τον ίδιο ρυθμό που έχει συνηθίσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η κατανάλωση στην κινεζική οικονομία, παρά την επεκτατική νομισματική πολιτική της κυβέρνησης, εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλη συγκράτηση. Η τελευταία ενδεχομένως να οφείλεται στην ανησυχία των Κινέζων για την εξέλιξη της κρίσης του COVID-19. Η Κίνα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παγκόσμιας οικονομίας ως πρώτη εμπορική χώρα στον κόσμο και εντεταγμένη στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Επομένως, η κινεζική οικονομία, παράλληλα, δέχεται πλήγμα και από τη μειωμένη κατανάλωση της Δύσης με την επακόλουθη μείωση των εξαγωγών της.

Η οικονομία της Κίνας, συνεπώς, αντιμετωπίζει προκλήσεις που πηγάζουν συνδυαστικά τόσο από το εσωτερικό οικονομικό περιβάλλον, όσο και από τις εξωτερικές εμπορικές της σχέσεις. Αναμένεται να δούμε πώς θα επιχειρήσει να τις διαχειριστεί η κινεζική ηγεσία, καθώς η μειωμένη κατανάλωση της Δύσης είναι εκτός του ελέγχου της και μία αύξηση στην εγχώρια κατανάλωση ίσως φαντάζει δύσκολα υλοποιήσιμη επιλογή, λόγω του φόβου αύξησης των κρουσμάτων, που έχει καλλιεργηθεί στην κινεζική κοινωνία.


Πηγές


Εμμανουήλ Προκάκης

Γεννηθείς το 2000 στον Πειραιά, είναι τριτοετής φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Στα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα εντάσσονται τα οικονομικά θέματα και η στρατηγική. Κατέχει πολύ καλή γνώση της Αγγλικής και της Κινεζικής γλώσσας και είναι λάτρης της ιστορίας και της κλασσικής μουσικής. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τον προγραμματισμό και τη γυμναστική.