Της Κέλλυς Πάντου,

Η επιστήμη των οικονομικών αποτελεί μία από αυτές που συνεχώς εξελίσσονται και προοδεύουν, την ώρα που, χωρίς αμφιβολία, ερμηνεύει πλήθος φαινομένων στην καθημερινότητα της κοινωνίας μας. Η τελευταία κινείται με ραγδαίους ρυθμούς, γεγονός που προκαλεί χθεσινά δόγματα και πορίσματα, συνεχώς, να καταρρίπτονται από σημερινά δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, η μοντέρνα νομισματική θεωρία διαψεύδει τους κανόνες της νεοκλασικής, υπογραμμίζοντας τις ατέλειες του υποδείγματος IS-LM και της Κεϋνσιανής σχολής.

Στο σημείο αυτό, ας εξετάσουμε πώς λειτουργεί το οικονομικό κύκλωμα εντός αυτής της μοντέρνας θεωρίας. Ο συνδυασμός της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής με αυτή του εμπορίου, γύρω από τον άξονα της κίνησης του χρήματος, αποτελούν το οικονομικό κύκλωμα. Περιγράφει τις ροές που δημιουργούνται μεταξύ του δημόσιου τομέα, του ιδιωτικού και των λοιπών οικονομούντων ατόμων της κοινωνίας. Αρχικά, λοιπόν, οι κεντρικές τράπεζες, ως αποκλειστικοί προμηθευτές, δημιουργούν χρήμα «ex nihilo» και το προωθούν στα κύρια μέρη της οικονομίας.

Έπειτα, βλέπουμε πώς δρα το πρώτο «γρανάζι» του κυκλώματος, η δημοσιονομική πολιτική. Αυτή ασκείται από την εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας, η οποία παρέχει αγαθά μέσω κυβερνητικών δαπανών και λαμβάνει πίσω χρήμα μέσω της φορολογίας, πράγμα που την προστατεύει ώστε να μην μπορεί ποτέ να πτωχεύσει. Οι κυβερνητικές δαπάνες κινούν την οικονομία, επιφέροντας ανάπτυξη, αύξηση των ιδιωτικών εισοδημάτων και μείωση της ανεργίας. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι τιμές στην αγορά, άρα και ο πληθωρισμός. Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζει η νεοκλασική θεωρία, οι δαπάνες αυτές, δεν συνδέονται άμεσα με τη μείωση του δημοσίου χρέους. Από την άλλη, η φορολογία συνιστά «διαρροή» χρημάτων στο οικονομικό κύκλωμα και αποτελεί τροχοπέδη της οικονομικής ανάπτυξης. Μειώνεται το ιδιωτικό διαθέσιμο εισόδημα και αυξάνονται τα επίπεδα της ανεργίας, όπως και ο πληθωρισμός. Η πληρωμή των φόρων αποτελεί το σημείο του κυκλώματος όπου το χρήμα «καταστρέφεται». Συνεπώς, η γενική ισορροπία επιτυγχάνεται όταν οι δαπάνες και το ύψος των φόρων είναι ίσα σε ποσότητες. Ιστορικά, χώρες με υψηλότερη φορολογία επιτυγχάνουν ισορροπία και ευημερία, εξού και το γεγονός ότι τα μέτρα αυστηρότητας που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, την περίοδο της χρηματοοικονομικής κρίσης, εστίασαν στην άνοδο της φορολογίας και τις περικοπές, με στόχο τη μείωση της ποσοτικής διαφοράς τους από τις κρατικές δαπάνες.

Παράλληλα με τη δημοσιονομική, λειτουργεί και η νομισματική πολιτική, που εφαρμόζεται μέσω επενδύσεων και αποταμιεύσεων. Οι επενδύσεις σε μία οικονομία, έχοντας πάντα ως άξονά μας το τραπεζικό σύστημα, μεταφράζονται σε δάνεια και αποθέματα. Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να διαθέτουν αποθέματα ώστε να μπορούν να πραγματοποιούν συναλλαγές μεταξύ τους. Ωστόσο, είναι ζημιογόνο για μία τράπεζα να συσσωρεύει μετοχικό κεφάλαιο και αποθέματα, παρόλο που μπορεί να φανούν χρήσιμα σε περίοδο κρίσης. Οι επενδύσεις των τραπεζών είναι όλα τα δάνεια που εκδίδει και παρέχει στην κοινωνία, λειτουργώντας ως επιταχυντής της οικονομίας και κινητήριος δύναμη του οικονομικού κυκλώματος. Μεγάλος όγκος επενδύσεων είναι ικανός να οδηγήσει σε αύξηση του επιπέδου των τιμών, άρα και πληθωρισμό. Αντίθετα, οι αποταμιεύσεις, αποτελούν μείωση την ποσότητας χρήματος στο κύκλωμα και επιβράδυνση της οικονομίας. Στο κομμάτι αυτό, η ισορροπία επέρχεται όταν τα ποσά των επενδύσεων και αποταμιεύσεων είναι ίσα.

Ένας, επιπλέον, σημαντικός παράγοντας στην εξίσωση της οικονομίας είναι το επιτόκιο. Αντίθετα με τις συνήθεις οικονομικές αρχές, η μοντέρνα νομισματική θεωρία μας μαρτυρά εμπειρικά πως το επίπεδο των επιτοκίων κινείται παράλληλα με το ποσοστό του πληθωρισμού αρκετές δεκαετίες τώρα. Η σχέση τους, όμως, δεν δείχνει να είναι άμεσα αιτιώδης. Δηλαδή, μία άνοδος των επιτοκίων αυξάνει το κόστος παραγωγής και ταυτόχρονα μειώνει τη ζήτηση. Τότε, οι τιμές θα ανέβουν προκαλώντας άνοδο του πληθωρισμού. Κάπου εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι τιμές καθορίζονται από τον όγκο χρήματος που κυκλοφορεί και όχι από τα αποθέματα που υπάρχουν. Για παράδειγμα, μία αύξηση των κρατικών δαπανών θα επιφέρει μείωση των επιτοκίων, αφού θα έχει πληθύνει η προσφορά χρήματος χωρίς συμπληρωματική άνοδο της ζήτησής του. Τα γεγονότα ξανά αντιφάσκουν με το υπόδειγμα του IS-LM και τη νεοκλασική θεωρία.

Η τρίτη πολιτική που συμπληρώνει το κύκλωμά μας, είναι αυτή του εμπορίου. Οι δράσεις της είναι οι εισαγωγές και οι εξαγωγές, γνωστά και ως ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε μια οικονομία. Μία άνοδος των εισαγωγών, έστω από αύξηση της ζήτησης, τείνει να ανεβάσει τα επίπεδα ανεργίας και να μειώσει την ποσότητα χρήματος στο κύκλωμα, καθώς, πλέον, ένα μέρος τους αναλώνεται σε κυκλώματα διαφορετικών οικονομιών. Όσο αφορά τις εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα της οικονομίας. Στην περίπτωση που τα εξαγόμενα ξεπερνούν τα εισαγόμενα, έχουμε πλεονασματικό ισοζύγιο και παρατηρείται ότι οι εγχώριες τιμές είναι χαμηλότερες από αυτές σε άλλες οικονομίες και vice versa. Στην αντίθετη περίπτωση του ελλειμματικού ισοζυγίου, εξασθενεί το νόμισμα και η ισχύς του, ενισχύοντας το γενικότερο χρέος της οικονομίας. Παρομοίως, η επιθυμητή κατάσταση της ισορροπίας επέρχεται στην ισότητα εισαγωγών και εξαγωγών.

Συνοψίζοντας, το πρώτο βήμα είναι η δημιουργία χρήματος από την Κεντρική Τράπεζα και η ροή του στο υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα και την κυβέρνηση. Έπειτα, οι τελευταίοι πρέπει να ξοδέψουν χρήμα εκδίδοντας δάνεια ή μέσω κυβερνητικών δαπανών, ώστε να αρχίσει η κίνησή του προς τον δημόσιο τομέα και τα νοικοκυριά. Συσσωρεύοντας κεφάλαιο μπορούν είτε να καταναλώσουν είτε να επενδύσουν, κρατώντας το χρήμα εντός του κυκλώματος και επιφέροντας οικονομική ανάπτυξη. Η ανάπτυξη αυτή είναι βιώσιμη για κάθε οικονομία που διατηρεί ισορροπίες στους τομείς της και που κατανοεί τις αυξομειώσεις στην ανεργία, τον πληθωρισμό και τις αποταμιεύσεις. Για κάθε τομέα που εμφανίζει πλεόνασμα, πρέπει να υπάρχει το αντίστοιχο σε μέγεθος έλλειμμα σε έναν από τους άλλους τομείς. Όσο περισσότερο χρήμα ξοδεύει η οικονομία σήμερα, τόσο μικρότερο θα είναι το μελλοντικό της έλλειμμα.

Φτάνοντας στο τέλος, έχοντας κατανοήσει καλύτερα τις περίπλοκες σχέσεις των οικονομικών στοιχείων, βλέπουμε πως κάθε οικονομία κινείται ακατάπαυστα σε κύκλους με κρίσεις και υφέσεις. Οι κινητήριες δυνάμεις του κυκλώματός μας, δηλαδή η κυβέρνηση, το τραπεζικό σύστημα και ο ιδιωτικός τομέας, με κάθε κίνησή τους «παίζουν» το παιχνίδι της οικονομίας και καλούνται να συνεργαστούν για το έπαθλο της βιώσιμης ανάπτυξης. Μέσω της μοντέρνας νομισματικής θεωρίας μπορούμε να εξελίξουμε και να προσαρμόσουμε τον τρόπο που κινούμαστε στην κοινωνία μας, με απώτερο στόχο την βέλτιστη επιβίωσή μας. Η ιστορία έχει επανειλημμένα δείξει πως η ευημερία προκύπτει από ισορροπίες, για αυτό ας συνυπάρξουμε έχοντας κοινό σκοπό μία υγιή, φιλόδοξη και πάνω από όλα σταθερά εξελισσόμενη οικονομία.


Κέλλυ Πάντου

Γεννήθηκε το 2000 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το 8ο Λύκειο Αμαρουσίου, ενώ διανύει το 3o έτος των σπουδών της ως φοιτήτρια του τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενδιαφέρεται για τις τέχνες, τον εθελοντισμό και τα ταξίδια. Ασχολείται με τα οικονομικά, τις ξένες γλώσσες και επιθυμεί να κερδίσει εμπειρία στην αρθρογραφία μέσω του OffLinePost.