Το Φεστιβάλ της Δράμας εν έτει 2020

35

Της Μαντώς Γιαννή,

Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. 20 με 26 Σεπτεμβρίου του 2020. Τι είναι; Για ποιον είναι; Γιατί μας αρέσει; Γιατί θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει;

Το 43ο Φεστιβάλ Δράμας πραγματοποιήθηκε φέτος ηλεκτρονικά, μια πρόκληση για τη διοργάνωση, μια ευκαιρία για πολλούς καλλιτέχνες. Ξεπερνώντας τα ρεκόρ αιτήσεων του προηγούμενου έτους, η διαδικασία διεξαγωγής του Φεστιβάλ έλαβε χώρα διαδικτυακά, οπού για μια εβδομάδα όλοι οι εγγεγραμμένοι χρήστες είχαν πρόσβαση σε όλες τις ταινίες μικρού μήκους.

Ο διαγωνισμός αποτελούνταν από τρεις διαφορετικές κατηγορίες: τον εθνικό διαγωνισμό, τον διεθνή διαγωνισμό και τον διεθνή σπουδαστικό διαγωνισμό. 35 ταινίες επιλέχθηκαν να συμμετάσχουν στον ελληνικό και διεθνή διαγωνισμό αντίστοιχα, ενώ ο σπουδαστικός διαγωνισμός απαρτιζόταν από 22 ταινίες.

Για πρώτη φορά στη διάρκεια ζωής του Φεστιβάλ οι αιτήσεις για τον εθνικό διαγωνισμό έφτασαν κοντά στις 300 σε αριθμό, ενώ για τον διεθνή διαγωνισμό παρελήφθησαν 2000 ταινίες από 90 χώρες. Εντέλει, επιλέχθηκαν οι 35 καλύτερες ταινίες από αυτές να συμμετάσχουν στον τελικό διεθνή διαγωνισμό από 30 διαφορετικές χώρες. Όσον αφορά το σπουδαστικό πρόγραμμα, το Φεστιβάλ έλαβε 700 αιτήσεις, εκ των οποίων μόνο οι 22 συμμετείχαν στον τελικό διαγωνιστικό μεταξύ 16 χωρών.

Αυτά και πολλά ακόμη νούμερα μπορεί να βρει κανείς στον ιστότοπο του Φεστιβάλ. Από ποσοστά παγκοσμίων πρεμιέρων σε στατιστικές μετρήσεις ισότητας φύλων μεταξύ των διαγωνιζόμενων καλλιτεχνών, το Φεστιβάλ της Δράμας συμμετέχει ενεργά στην ανάδειξη της συνεχούς ανάπτυξης του κινηματογραφικού τομέα στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων, σημαντικές μετρήσεις είναι αυτές που αφορούν τη συμμετοχή Ελλήνων καλλιτεχνών σε ένα από τα σημαντικότερα Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στην Ευρώπη.

Με αφορμή και «σε πείσμα των συνθηκών που επικράτησαν λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού», όπως αναφέρει και η ίδια η διοργάνωση του Φεστιβάλ, παρατηρήθηκε μια σημαντική έξαρση δημιουργικότητας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ανοδική πορεία του εθνικού διαγωνισμού. Τον Χρυσό Διόνυσο έλαβε η ταινία “Bella” της σκηνοθέτιδας Θέλγιας Πετράκη. Βραβείο Σκηνοθεσίας «Τώνια Μαρκετάκη» έλαβε ο Αλέξανδρος Σκούρας για τον «Φυσαρμόνικα Μαν», ενώ το Βραβείο Σεναρίου πήγε στον Γιώργο Τελτζίδη για το σενάριο της ταινίας «Βούτα», ταινία η οποία έλαβε επίσης το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής.

Εκτός αυτού, στον διεθνή διαγωνισμό συμμετείχαν 6 ελληνικές ταινίες, εκ των οποίων «Το τέλος του πόνου (μια πρόταση)» της Ζακλιν Λέντζου και το «Βούτα» του Θύμιου Μπακατάκη. Ακόμα ο σπουδαστικός διαγωνισμός εξασφάλισε την πρεμιέρα 9 ελληνικών ταινιών μικρού μήκους από τις 22 που συμμετείχαν.

Με σημαντικές χρηματικές συνεισφορές συμμετείχαν στον διαγωνισμό η Φίνος Φίλμ, η ΕΡΤ και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου με τη μορφή χρηματικών επάθλων στους βραβευμένους καλλιτέχνες. Ακόμα, η εταιρεία παραγωγής Stefilm συμμετείχε, προσφέροντας έπαθλο παροχής postproduction στον νικητή του Βραβείου Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ η εταιρεία Enjoy προσέφερε χορηγία προς την ενδυματολόγο της ταινίας που βραβεύτηκε με την Τιμητική Διάκριση Κοστουμιών.

Σε μια χώρα η οποία παλεύει να αναδείξει τη δημιουργικότητά της με πολλαπλούς τρόπους, το Φεστιβάλ Δράμας στο ευρύτερο πλαίσιο της διοργάνωσής του αποτελεί μια απαραίτητη πηγή άντλησης ενέργειας, αυτοπεποίθησης και υποστήριξης. Σημαντική είναι, επίσης, η ανάδειξη των διαφόρων συνεργασιών μεταξύ ιδιωτικών εταιριών, δημοσίων καναλιών και δημόσιων ή ιδιωτικών κέντρων και υπηρεσιών, οι οποίοι με τον τρόπο τους βοηθούν στο ξεκίνημα κάθε ανερχόμενου ταλέντου και νέου καλλιτέχνη.

Η διαδικτυακή φετινή διεξαγωγή, επιπλέον, συνέβαλε σημαντικά στην προώθηση των ταινιών μικρού μήκους σε ένα κοινό το οποίο δύσκολα είχε βρεθεί ποτέ στη Δράμα για να παρακολουθήσει τις κινηματογραφικές εξελίξεις στον χώρο. Ίσως, λοιπόν, στα πλαίσια της παρούσας κατάστασης, όπου οι καλλιτέχνες δυσκολεύονται αρκετά να βρουν τις ισορροπίες τους σε μια κοινωνία πανδημίας, φόβου και καθημερινού άγχους, να είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη θέση και επιρροή του Φεστιβάλ της Δράμας, το οποίο διεξήχθη με επιτυχία και σηματοδοτεί μια σταθερή και αδιάκοπη ανάπτυξη του κινηματογράφου στην Ελλάδα -έστω και στη μορφή ταινιών μικρού μήκους.