27.2 C
Athens
Πέμπτη, 30 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατ’ άρθρο 36ΠΚ

Η ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατ’ άρθρο 36ΠΚ


Της Παρή Στεφανή,

Δεσπόζουσα θέση στο Ποινικό Δίκαιο κατέχει η αρχή της ενοχής. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, η ποινή μπορεί να επιβληθεί μόνον εφόσον η εγκληματική συμπεριφορά καταλογίζεται προσωπικώς σε εκείνον που την τέλεσε. Κατοχυρώνεται στο άρθρο 14ΠΚ, αλλά και στο Σύνταγμα, στα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1. Είναι γεγονός πως χωρίς τον καταλογισμό, δε θα υπήρχε σύνδεσμος μεταξύ της ποινής και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Η τιμωρία του θα βασιζόταν αποκλειστικά στο αιτιοκρατικό γεγονός πως με τη συμπεριφορά του έγινε αίτιος για την επέλευση του βλαπτικού αποτελέσματος. Μόνο, όμως, με τον καταλογισμό το πρόσωπο που τέλεσε την αξιόποινη πράξη είναι και υπαίτιο. Η ποινική ευθύνη του, λοιπόν, για την πράξη γίνεται με αυτόν τον τρόπο προσωπική.

Μεγάλη σημασία λοιπόν έχει εάν ο δράστης είναι ικανός για καταλογισμό ή όχι. Κατά το άρθρο 34ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη εάν κατά τη διάρκεια τέλεσης της ενέργειας δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή αδυνατούσε να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης. Το άρθρο 34ΠΚ λοιπόν καθιερώνει τη λεγόμενη ανικανότητα προς καταλογισμό.

Ιδιάζουσα περίπτωση ικανότητας προς καταλογισμό αποτελεί η ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατ’ άρθρο 36ΠΚ. Σύμφωνα με τη θεωρία του Ποινικού Δικαίου, ο δράστης στην περίπτωση αυτή είναι κατ’ αρχήν ικανός προς καταλογισμό, αλλά πρέπει να καταβάλει για τη συμμόρφωσή του σημαντικά μεγαλύτερη προσπάθεια πνεύματος και βούλησης σε σύγκριση με το μέσο άτομο.

Αξίζει να σημειωθεί πως η ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό δεν αποτελεί μια «ενδιάμεση» κατηγορία ανάμεσα στην ικανότητα και στην ανικανότητα για καταλογισμό. Και αυτό γιατί ακόμη και μερικοί από τους πλήρως ικανούς προς καταλογισμό καλούνται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες δυσχέρειες προκειμένου να αντιληφθούν το άδικο της πράξης τους ή να συμμορφωθούν με την αντίληψή τους για το άδικο αυτό.

Ο δράστης στην ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό έχει ενοχή, η πράξη του καταλογίζεται και τιμωρείται. Η προαναφερθείσα όμως δυσκολία του ως προς τη συμμόρφωσή του επιβάλλει την επιεικέστερη ποινική του μεταχείριση με την επιβολή ελαττωμένης ποινής σύμφωνα με το άρθρο 83ΠΚ. Είναι απαραίτητο η μείωση της ικανότητας για καταλογισμό να οφείλεται σε μία από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν στο άρθρο 34ΠΚ: ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή διατάραξη της συνείδησης.

Κρίσιμη λοιπόν αποτελεί η συμβολή του ψυχιάτρου, καθώς η τελική δικαστική κρίση βασίζεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στη βαρύτητα της ψυχικής διαταραχής. Είναι απαραίτητη  η διάγνωση της διαταραχής ή της διατάραξης της συνείδησης και στη συνέχεια ο προσδιορισμός της έντασης και της έκτασης αυτής, με απώτερο στόχο να διαπιστωθεί εάν τα δεδομένα μπορούν να οδηγήσουν σε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή όχι. Και αυτό γιατί το άρθρο 36ΠΚ αναφέρει ρητά πως η ικανότητα προς καταλογισμό πρέπει να έχει μειωθεί «σημαντικά». Η ήσσονος σημασίας ελάττωση της ικανότητας εξισώνεται με πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό και με αυτόν τον τρόπο επιβάλλεται στο δράστη πλήρης ποινή.

Δε θα πρέπει όμως η δικαστική απόφαση να βασίζεται εξ ολοκλήρου στη ψυχιατρική διάγνωση. Στο άρθρο 36ΠΚ υπάρχει και το δεοντολογικό στοιχείο της σημαντικής μείωσης, και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά και την εξατομικευμένη κρίση του δικαστή απαραίτητη. Επομένως, δικαστής και ψυχίατρος «συνεργάζονται» και οι κρίσεις του καθενός αποτελούν μείζονος σημασίας παράγοντες που θα καθορίσουν την έκβαση της δίκης.

Εάν λοιπόν η δράστης μιας αξιόποινης πράξης έδρασε υπό το καθεστώς αψιθυμίας και προέβη στην τέλεση αξιόποινης ενέργειας έπειτα από διαρκείς ταπεινώσεις και πράξεις εκμετάλλευσης εκ μέρους του συζύγου της, τότε, παρόλο που κατ’ αρχήν είναι ικανή προς καταλογισμό, εν προκειμένω, θα εφαρμοσθεί το άρθρο 36ΠΚ, καθώς η αψιθυμία εμπίπτει στην περίπτωση της διατάραξης της συνείδησης που αναφέρεται στο άρθρο 34ΠΚ. Το ίδιο ισχύει και στο παράδειγμα κατά το οποίο ο δράστης προέβη σε αξιόποινη πράξη υπό το κράτος πανικού ότι θα αποκαλυφθεί η προγενέστερη αξιόποινη πράξη του.

Σύμφωνα με τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, εάν στην απόδειξη προκύψει αμφιβολία ως προς τη διανοητική–ψυχική υγεία του κατηγορουμένου, ο δικαστής οφείλει δικονομικά να επιλέγει τη λύση του ακαταλόγιστου, όπως ακριβώς επιτάσσει η αρχή in dubio pro reo, ήτοι «η αμφιβολία είναι υπέρ του κατηγορουμένου», και όχι να συμβιβάζεται με το άρθρο 36ΠΚ.

Η αρχή αυτή συνιστά ιδιαίτερη έκφραση της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας. Ουσιαστικά υποδεικνύει στο δικαστή τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αποφασίσει όταν έχει αμφιβολίες. Παρέχεται λοιπόν στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να τυγχάνει μεταχειρίσεως σαν να είχε αποδειχθεί η αθωότητά του.

Η διάταξη του 36ΠΚ έχει μετατραπεί σε περίπτωση ελαφρυντικής περίστασης σε περίπτωση που οι δικαστές επιθυμούν να δείξουν επιείκεια απέναντι στον κατηγορούμενο. Ταυτόχρονα όμως μπορεί να αποτελέσει και μια διέξοδο ποινικής τιμωρίας για ανθρώπους που θα έπρεπε να κριθούν ακαταλόγιστοι, αλλά οι δικαστές δεν επιδιώκουν να τους απαλλάξουν από κάθε ποινή.

Η ένταξη του καταλογισμού στην έννοια του εγκλήματος δεν είναι τυχαία. Αποτελεί αξίωση της σύγχρονης συνείδησης του δικαίου. Και αυτό αποδεικνύεται και από τη συνταγματική κατοχύρωση του σεβασμού στην αξία του ανθρώπου. Με την αρχή της ενοχής, αναδεικνύεται η προσωπική ευθύνη του δράστη όσον αφορά την αξιόποινη πράξη που τέλεσε. Όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, χωρίς τον καταλογισμό δε θα υπήρχε σύνδεσμος μεταξύ της ποινής και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Η ψυχιατρική κατάσταση του δράστη αποτελεί εξαιρετικά σημαντική παράμετρο και ορθώς ο νομοθέτης έχει συμπεριλάβει στο άρθρο 34ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 36ΠΚ, ορισμένα κριτήρια προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη, λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού συνδέσμου μεταξύ του δράστη και του εγκλήματος…


Πηγές
  • Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Τόμος Ι’, Π.Ν. Σάκκουλας
  • Δικαστική Ψυχολογία και Ψυχιατρική, Δημήτριος Κιούπης, Νομική Βιβλιοθήκη

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παρή Στεφανή
Έχει γεννηθεί το 2000 και ζει στον Πειραιά. Από το 2018 είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή Αθηνών. Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Τουρκικά. Έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό συνεδρίων και εκδηλώσεων σε σχέση με το αντικείμενο των σπουδών της. Επιπλέον φέρει συμμετοχές σε ρητορικούς αγώνες ως διαγωνιζόμενη, αλλά και ως κριτής. Αγαπάει τη λογοτεχνία, τη μουσική και τον χορό. Η αγαπημένη της φράση είναι «Φτάσε όπου δεν μπορείς!» του Νίκου Καζαντζάκη.