Της Ευφροσύνης Κουκουφιλίππου, 

Η Μέση Ανατολή, μια ευρεία περιοχή που εκτείνεται στις ηπείρους της Ασίας και της Αφρικής, ξεχωρίζει για τη μακρά ιστορία της στους πολέμους -εμφυλίους και μη- που πάντοτε λάμβαναν διεθνείς διαστάσεις, εξαιτίας της ανάμειξης των δυτικών συμφερόντων. Γι’ αυτό ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών διαθέτει εκτενές ιστορικό αποστολών με ειρηνευτικό χαρακτήρα στην περιοχή και ενεστώσα δράση. Ρόλος του είναι να εξασφαλίζει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, έτσι ώστε να διατηρούνται οι ισορροπίες μεταξύ των κρατών. Τελικά, όμως, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο από όσο ακούγεται.

Λίβανος

Ο Λίβανος, μία χώρα με μακρά αποικιοκρατική ιστορία, σε στρατηγικό σημείο της Μέσης Ανατολής, είναι εξαιρετικά πολυπολιτισμική και αποτελείται από υπερβολικά πολλές σέχτες. Οι διαφορετικές θρησκείες μονίμως οδηγούν σε συγκρούσεις, καθώς το θρησκευτικό στοιχείο κυριαρχεί στο λιβανέζικο τρόπο ζωής. Μαρωνίτες, Δρούζοι, Σιίτες, Σουνίτες, Χριστιανοί καλούνται να συνυπάρξουν στο ίδιο περιβάλλον, τη Μέση Ανατολή. Η βασική πόλωση διαδραματίζεται ανάμεσα στους Σιίτες και τους Σουνίτες, η οποία ενισχύθηκε αρκετά με την άφιξη μεγάλου αριθμού Παλαιστινίων, κατά την ανεξαρτητοποίηση του Ισραήλ, το 1948, γεγονός που επηρέασε τη δημογραφική σύσταση του Λιβάνου. Βέβαια, οι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Μαρωνιτών και Παλαιστινίων, το 1975.

Στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, από το 1975 έως το 1990, ενεπλάκησαν αλλότριες δυνάμεις, όπως η Συρία, το Ισραήλ και άλλες αραβικές δυνάμεις, προσπαθώντας να προάγουν τα συμφέροντά τους. Πολλές παρατάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα και χασματώδεις θρησκευτικές διαφορές προσπαθούν μέχρι και σήμερα να βρουν τη χρυσή τομή και να συνυπάρξουν ειρηνικά, χωρίς, δυστυχώς, ιδιαίτερη επιτυχία. Στο σημείο αυτό καθίσταται πλέον απαραίτητη η μεσολάβηση του ΟΗΕ, με βασικό σκοπό την εγκαθίδρυση της ειρήνης στην περιοχή (peacebuilding) και, εν συνεχεία, τη διατήρηση αυτής (peacekeeping).

Η απαρχή της δράσης του ΟΗΕ στο Λίβανο χρονολογείται πίσω, στο 1958, με την αποστολή UNOGIL (United Nations Observation Group In Lebanon), που αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση μεταφοράς παρανόμου προσωπικού και πολεμικού εξοπλισμού στα σύνορα της χώρας, που παρείχε η Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, κατά την εσωτερική πολιτική κρίση του Λιβάνου, το 1958, στον απόηχο του Αραβικού Ψυχρού Πολέμου. Η δράση ήταν ξεκάθαρα παρατηρητική και διήρκησε μονάχα επτά μήνες (Ιούνιος-Δεκέμβριος του 1958). Έπειτα, έγινε απόσυρση της επιχείρησης, καθώς θεωρήθηκε ότι οι εντάσεις είχαν απαλυνθεί και η σύγκρουση είχε πάψει. Η δυναμική της έφτασε έως και τα 591 άτομα σε στρατιωτικό προσωπικό, το Νοέμβριο του 1958, ενώ κόστισε 3,7 εκατομμύρια δολάρια από τον τακτικό προϋπολογισμό του ΟΗΕ.

Έκτοτε, νέες συγκρούσεις και εμπλοκές έφεραν και πάλι στο διεθνές προσκήνιο την περίπλοκη κατάσταση του Λιβάνου. Το 1978, το Ισραήλ εισβάλλει στον Λίβανο, με σκοπό να διαλύσει μια για πάντα τις βάσεις της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ/PLO) και, τελικά, καταφέρνει να απωθήσει την οργάνωση. Ακολουθεί δεύτερη εισβολή από το Ισραήλ, το 1982, η οποία οδήγησε στον «Πόλεμο του Λιβάνου», αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια πολεμική σύρραξη, στην οποία μετείχαν επιπλέον η Συρία, με το πλευρό του Λιβάνου, και το Ιράν, χρηματοδοτώντας μία λιβανέζικη σιιτική οργάνωση, την Χεζμπολάχ. Ενώ το Ισραήλ είχε καταφέρει να κατακτήσει το νότιο τμήμα της χώρας, η αντίσταση της Χεζμπολάχ άλλαξε τα σχέδια των Ισραηλινών.

Το 1978, ξεκίνησε ο νέος γύρος ειρηνευτικών προσπαθειών του ΟΗΕ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε τα ψηφίσματα 425 και 426 (1978) για την απομάκρυνση των ισραηλινών στρατευμάτων από το έδαφος του Λιβάνου και την έναρξη της ειρηνευτικής αποστολής UNIFIL (United Nations Interim Force In Lebanon), που είναι ενεργή μέχρι σήμερα. Βασικοί στόχοι αποτελούν: η επιβεβαίωση της απόσυρσης των ισραηλινών στρατευμάτων, η αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και η ενίσχυση της λιβανέζικης κυβέρνησης για την επαναφορά της αποτελεσματικής διοίκησης στην περιοχή. Πράγματι, οι δυνάμεις του Ισραήλ αποχώρησαν το 2000 και παρέμειναν πίσω από την «Μπλε Γραμμή», το ιδιότυπο «σύνορο» που όρισε ο ΟΗΕ. Το 2006, ξέσπασε εκ νέου πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ και τον Λίβανο, που προκλήθηκε από την Χεζμπολάχ. Ο πόλεμος διήρκησε 34 μέρες και ήταν καταστροφικός για τον Λίβανο.

Ο ΟΗΕ αντέδρασε, εφαρμόζοντας το ψήφισμα 1701, που προσθέτει επιπλέον στόχους στην UNIFIL, για να καταφέρει την εξισορρόπηση της εθνικής κατάστασης του Λιβάνου. Συνολικά μέχρι σήμερα, έχουν σταλεί περίπου 10.300 στρατιωτικοί και 800 υπάλληλοι, πραγματοποιούνται σχεδόν 450 δράσεις την ημέρα, με τη συνεισφορά 45 χωρών και έχουν δαπανηθεί 480,6 εκατομμύρια δολάρια, από ειδικό προϋπολογισμό του ΟΗΕ. Δυστυχώς, 319 κυανόκρανοι έχουν χαθεί στην προσπάθεια για την εγκαθίδρυση της ειρήνης στον Λίβανο. Προς το παρόν, το Ισραήλ παραβιάζει καθημερινά τον εναέριο χώρο του Λιβάνου και η οργάνωση Χεζμπολάχ αρνείται τον αφοπλισμό. Κάθε χρόνο ανανεώνεται η αποστολή, μετά από αίτημα της κυβέρνησης του Λίβανου, μέχρι να επιτευχθούν όλοι οι στόχοι της επιχείρησης και να ξεπεράσει η χώρα την κρίση που βιώνει. Η ενεργή αποστολή είναι μία από τις δυσκολότερες εγκαθίδρυσης και διατήρησης ειρήνης, καθώς έπρεπε να αντιμετωπιστούν τέσσερα μέτωπα: το Ισραήλ, ο Λίβανος, ο ΟΑΠ και οι Μαρωνίτες, ενώ η οργάνωση Χεζμπολάχ δεν είναι συνεργάσιμη, μέχρι σήμερα.

Υεμένη

Στην Υεμένη διαδραματίζεται, μέχρι και σήμερα, η μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο, με το 80% του πληθυσμού να βρίσκεται σε ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας. Μαστίζεται από το 1962 από ατέρμονους εμφύλιους πολέμους, με αποτέλεσμα να βρίσκεται, ακόμη και σήμερα, σε εμπόλεμη κατάσταση και να υποφέρει από δεινές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις.

Το φθινόπωρο του 1962, ο εκθρονισμός του ιμάμη Muhammad al-Badr από τον ρεπουμπλικάνο Abdullah al-Sallal, σε συνδυασμό με πραξικόπημα εναντίον του πρώτου από τον δεύτερο, προκάλεσε τη σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στους δημοκρατικούς και τους βασιλικούς στη Βόρεια Υεμένη. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πιο περίπλοκα, όταν έσπευσαν εξωτερικές δυνάμεις να υποστηρίξουν τις δύο πλευρές. Η Αίγυπτος και η Σοβιετική Ένωση υποστήριζαν τους πρώτους και η Ιορδανία, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ και η Μεγάλη Βρετανία τους δεύτερους. Οι δημοκρατικοί κατάφεραν να ανέβουν στην εξουσία και να κηρύξουν το δημοκρατικό κράτος της Υεμένης, το οποίο ευθύς αναγνώρισε η Σοβιετική Ένωση και η Αίγυπτος, αλλά αρνήθηκαν να το αναγνωρίσουν οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, που είχαν επίσης συμφέροντα στην περιοχή.

Σε αυτό το χρονικό σημείο, τον Ιούλιο του 1963, ο ΟΗΕ ξεκινάει την ίδρυση της αποστολής UNYOM (United Nations Yemen Observation Mission), που είχε παρατηρητικό χαρακτήρα. Βασικοί στόχοι της αποστολής ήταν: η απόσυρση της Σαουδικής Αραβίας, που σήμαινε και την παύση υποστήριξης των βασιλικών και, ταυτόχρονα, η απόσυρση της Αιγύπτου από τις εχθροπραξίες. Το μέτρο που ελήφθη για να αναχαιτιστούν οι πολεμικές συγκρούσεις ήταν η καθιέρωση μιας αποστρατικοποιημένης ζώνης, μήκους 20 χιλιομέτρων, στα σύνορα Υεμένης-Σαουδικής Αραβίας και η τοποθέτηση ειδικών παρατηρητών, που θα βοηθούσαν στην αποσυμπίεση του τεταμένου κλίματος. Η ειρηνευτική επιχείρηση απασχόλησε συνολικά 189 άτομα στρατιωτικού προσωπικού, από 11 κράτη-μέλη του ΟΗΕ, τα οποία είχαν την στήριξη του εθνικού προσωπικού της Υεμένης. Δεν υπήρξαν θύματα και τα έξοδα της αποστολής έφτασαν το 1,8 εκατομμύριο δολάρια, που συνεισέφεραν εξ αδιαιρέτου η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος.

Η αποστολή παρατήρησης του ΟΗΕ στην Υεμένη δεν είναι από τις επιτυχημένες ειρηνευτικές προσπάθειες. Η αποτυχία ίσως έγκειται στο γεγονός ότι οι δύο πλευρές -Σαουδική Αραβία και Αίγυπτος- δεν σύνηψαν ποτέ καμία συνθήκη κατάπαυσης πυρός, μονάχα εξέφρασαν τη διάθεση συνεργασίας με την UNYOM. Παρ’ όλα αυτά, αρνούνταν την απεμπλοκή τους από την Υεμένη, με αποτέλεσμα ο Γενικός Γραμματέας να τερματίσει την αποστολή, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1964. Πιθανότατα θα ήταν πιο ωφέλιμο η επιχείρηση στην Υεμένη να μην είχε περιοριστεί αποκλειστικά σε παρατηρητικό χαρακτήρα, αλλά να είχε γίνει αποφασιστικότερη παρέμβαση για την αναστολή των εχθροπραξιών και τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου. Φαίνεται σαν ο ΟΗΕ να μην κατέβαλλε την απαιτούμενη προσοχή και να μην πίεσε αρκετά τα μέρη να συμμορφωθούν με τη συμφωνία αποδέσμευσης. Με τους εμφυλίους να συνεχίζονται στην Υεμένη, ο ΟΗΕ οφείλει να ενσκήψει και πάλι στο ζήτημα της Υεμένης και να εκκινήσει νέο κύκλο προσπαθειών, για την αποκατάσταση της ειρήνης σε μια βαθιά ταλανισμένη χώρα.


Ενδεικτικές Πηγές


Ευφροσύνη Κουκουφιλίππου

Γεννήθηκε στην Αθήνα και πέρασε τα σχολικά της χρόνια στο Ναύπλιο. Είναι φοιτήτρια στο 2ο έτος της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Είναι επίσης, απόφοιτος υπότροφος προγράμματος του Πανεπιστημίου Harvard για μαθητές λυκείου και έχει λάβει μέρος σε προγράμματα προσομοίωσης του Ευρωπαϊκού και Ελληνικού Κοινοβουλίου. Μιλάει άπταιστα αγγλικά και γαλλικά. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την εκμάθηση άλλων ξένων γλωσσών και την άθληση.