Της Νεφέλης Θεοφανοπούλου,

Με τη δραματική αύξηση των επιπέδων της βίας κατά των γυναικών στη χώρα του Μεξικού και την απαθή στάση της κυβέρνησης και των κρατικών φορέων, που αρνούνται να διαμορφώσουν λύσεις και να επιβάλλουν τιμωρίες στους θύτες, η ανάγκη για δράση φάνηκε από μία φεμινιστική κολεκτίβα και πολλούς ακόμη ακτιβιστές, με την κατάληψη του κτηρίου της Εθνικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές του μήνα, και τη μετατροπή της χρήσης του ως καταφυγίου για τα θύματα έμφυλης βίας.

Τα μέλη της κολεκτίβας Ni Una Menos (Καμία Λιγότερη) ισχυρίζονται πως η Εθνική Επιτροπή έχει αποτύχει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στη χώρα και στην παροχή επαρκούς βοήθειας, σε όσους και όσες την έχουν ανάγκη. Μέσα στο διάστημα μίας εβδομάδας, σχεδόν 100 γυναίκες δέχτηκαν ψυχολογική και νομική βοήθεια στο κατειλημμένο κτήριο από εθελοντές, ενώ 30 άτομα, άμεσοι και έμμεσοι αποδέκτες έμφυλης βίας στεγάζονται πλέον στο δεύτερο όροφό του. Ακόμα, καλούν σε παραίτηση την πρόεδρο της επιτροπής, Rosario Piedra, η οποία είχε επικριθεί την προηγούμενη χρονιά, αφού είχε δηλώσει την άγνοιά της για το θάνατο 13 δημοσιογράφων, κατά τη θητεία της τρέχουσας κυβέρνησης, αμέσως μόλις ορκίστηκε στη θέση της, τον περασμένο Νοέμβριο.

Μετά από συνομιλίες της επιτροπής με τους ακτιβιστές, η πρώτη δήλωσε την πρότασή της να μην ασκηθούν νομικές κυρώσεις και να δημιουργηθεί ένας διαφορετικός χώρος για τις δραστηριότητες της κολεκτίβας. Με τη σειρά της, η Ni Una Menos δήλωσε πως οι ακτιβιστές θα συνεχίσουν να καταλαμβάνουν χώρους της επιτροπής για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, αφού θεωρούν πως είναι καταλληλότεροι για τις δικές τους ανάγκες, παρά για «τα παράσιτα που εργάζονταν στα κτήρια».

Η κατάληψη του κτηρίου της εθνικής επιτροπής τόνισε, για άλλη μία φορά, πως το κράτος δεν έχει κανέναν λογικό σχέδιο δράσης για τα εγκλήματα έμφυλης βίας. Για παράδειγμα, ως λύση προτάθηκε, πριν από μερικούς μήνες, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 10 το βράδυ για τις γυναίκες, με πολλές αντιδράσεις, μέτρο που ευτυχώς αποσύρθηκε. Η βία κατά των γυναικών είναι ένα δομικό πρόβλημα, με τις ρίζες του να βρίσκονται βαθιά στο πατριαρχικό και καπιταλιστικό σύστημα. Το κράτος, είτε παρεμβαίνοντας άμεσα, είτε με την συνενοχή του, είναι υπεύθυνο για τις αδικίες, για τις χιλιάδες εξαφανίσεις και δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών κάθε χρόνο. Είναι υπεύθυνο, καθώς δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τις γυναικοκτονίες και εφόσον δεν μεριμνά ούτε για τον επαρκή φωτισμό στις γειτονιές, για την ασφάλεια στις δημόσιες συγκοινωνίες ή τις ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης σε περιθωριακές γειτονιές. Ακόμα, στοιχεία έμφυλης βίας βρίσκονται βαθιά ριζωμένα και στην κουλτούρα του Μεξικού, ενώ αναπαράγονται από τα μέσα καθημερινά, κανονικοποιώντας το φαινόμενο στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, όπως επίσης και την ανοχή του από οικεία πρόσωπα.

Παρόλο που έχουν γίνει κάποιες ελάχιστες προσπάθειες για την υπεράσπιση των γυναικών, όπως η συμπερίληψη και αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» σε προϋπάρχουσες νομοθεσίες, βήματα χωρίς κανένα απολύτως αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή μας, αφού οι υποθέσεις που τελικά εκδικάζονται είναι μηδαμινές, βλέπουμε πως στο Μεξικό τα στατιστικά έμφυλης βίας ανεβαίνουν. Στο πρώτο τρίμηνο του 2020, και σε συνδυασμό με το lockdown που είχε επιβληθεί λόγω της πανδημίας Covid-19, σημειώθηκαν παραπάνω από 1.000 δολοφονίες γυναικών, ποσοστό 8% υψηλότερο σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2019. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Andres Manuel Lopez έκανε περικοπές 75% σε ινστιτούτα γυναικών και ο ίδιος πρότεινε την απόσυρση των κυβερνητικών επιδοτήσεων από παρόμοιους φορείς, που διοικούνται από Μ.Κ.Ο. Επιπλέον, κατά την περίοδο του lockdown, το Εθνικό Δίκτυο Καταφυγίων δήλωσε πως τα 69 καταφύγιά του σημείωσαν αύξηση των εισαγωγών γυναικών και παιδιών κατά 50%. Επομένως, είναι ολοφάνερο πια πως η κυβέρνηση αγνοεί και επιλέγει να ενισχύει ένα εμφανές κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο την έχει αφήσει εκτεθειμένη, ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, μιας και οι διαδηλώσεις και τα κινήματα που ξεσπούν κατά διαστήματα υπέρ των γυναικών έχουν παγκόσμια υποστήριξη και προβολή.

Πέρα του συμβολικού χαρακτήρα της κατάληψης της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο αγώνας για τη διεκδίκηση της ίσης μεταχείρισης και της εφαρμογής κανόνων και λύσεων που σέβονται τις γυναίκες, πρέπει να γίνει μέρος ενός ευρύτερου αγώνα πολιτικών πιέσεων, που θα περιλαμβάνει και τις υπόλοιπες καταπιεσμένες ομάδες, που δεν έχουν ακόμα την ίδια προβολή, όπως, για παράδειγμα, τα άτομα που ανήκουν στην LGBTQ+ κοινότητα. Όσο στο κράτος, στους θεσμούς και στους υπαλλήλους επιτρέπεται να συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς υποδειγματικές τιμωρίες στους θύτες, η βία κατά των γυναικών θα συνεχίσει να μεγαλώνει.


Νεφέλη Θεοφανοπούλου

Είναι γεννημένη το 1999 και διαμένει στην Αθήνα. Είναι στο 4ο έτος φοίτησης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησής του Ε.Κ.Π.Α. Ασχολείται με θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνών οργανισμών. Είναι ενεργό μέλος της ευρωπαϊκής ομάδας Youth Hive, με την οποία διοργανώνει τοπικές δράσεις. Μιλάει Αγγλικά, Γερμανικά και Αραβικά, ενώ στον ελεύθερό της χρόνο προτιμά να ταξιδεύει.