Του Άρη Ρεμούνδου,

«Στηρίξου πάνω μου», «Να διατηρηθεί η ευρωπαϊκή προοπτική της Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας», «Έδωσε μάχες για εμάς, μάχες για το ευρωπαϊκό μας μέλλον, για τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ». Οι παραπάνω κυβερνητικές φράσεις φαίνεται να αντικαθιστούν αυτές της περιόδου της αντιπολίτευσης, όπως «Δεν θα καλωσορίσω ποτέ Μακεδόνα πρωθυπουργό στη χώρα», «Η ΝΔ θα διαπραγματευτεί από μηδενική βάση με τα Σκόπια», «Θα ασκήσω βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στην Ε.Ε» και ούτω καθεξής. Προ ημερών, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δείπνησε με τον Βορειομακεδόνα ομόλογο του Ζόραν Ζάεφ και τα κύρια θέματα τα οποία τέθηκαν στο τραπέζι ήταν: η ενδυνάμωση της οικονομικής συνεργασίας των δύο χωρών, η πορεία των διμερών μας σχέσεων, καθώς και η ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας (η συνάντηση παρόλα αυτά, δεν αναρτήθηκε στον επίσημο κυβερνητικό ιστότοπο). Αυτό που αρμόζει να τονισθεί βέβαια είναι, ότι η συνάντηση και τα λόγια που ειπώθηκαν, αποτελούν μια σημαντική είδηση για τη χώρα η οποία, όπως σωστά έχει υποστηρίξει ο πρωθυπουργός της, επιθυμεί ειρήνη, σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη στα Βαλκάνια. Αρχίζει και γίνεται επομένως, έστω και αργά, πανελλαδικώς γνωστό ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι επωφελής για τη χώρα.

Ας δούμε αρχικά, γιατί με τον όρο Βόρεια Μακεδονία επικράτησε η κοινή λογική. Ο Matthew Nimetz, ο οποίος ήταν ο ειδικός αντιπρόσωπος του ΟΗΕ για τη διαφορά του ονόματος με τη γείτονά μας, παρουσιάζει ευκρινώς σε αναλυτικό του κείμενο τους λόγους με τους οποίους καθησύχασε τις δύο πλευρές. Συνοπτικά, όσον αφορά στα τότε Σκόπια, τους παρότρυνε να μιλήσουν για γεωγραφία, όχι για ταυτότητα. Το νέο όνομα θα πρέπει να αντανακλά μια γεωγραφική αλήθεια. Η Μακεδονία λοιπόν καλύπτει μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή, η οποία για αιώνες τελούσε υπό Οθωμανική κατοχή και το 1912-1913 διαιρέθηκε με τους βαλκανικούς πολέμους. Μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η περιοχή των Σκοπίων αποτελεί ένα μέρος της Μακεδονίας, ειδικότερα περίπου το 38% της μακεδονικής περιοχής καλύπτεται από την ΠΓΔΜ. Άρα, δε μοιάζει εξωπραγματικό να προστεθεί μια λογική τροποποίηση στο όνομα.

Με την Αθήνα συμπληρώνει ο Matthew Nimetz είπαμε να μιλήσουμε για γεωγραφία, όχι για ταυτότητα. Κανένας δε θέλει να σας πάρει την Μακεδονική σας ταυτότητα. Όλοι γνωρίζουν ότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος ήταν πρόσωπα του ελληνικού κόσμου και ότι η μακεδονική κληρονομιά είναι ελληνική. Ακόμη, οι άνθρωποι που ζουν στην ελληνική επικράτεια της Μακεδονίας, αποκαλούνται Μακεδόνες (Greek Makedones) και αυτό δε θα αλλάξει. Οι άνθρωποι που κατοικούν στην ΠΓΔΜ αποκαλούνται «Makedonski» κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για μια ιδιορρυθμία της αγγλικής γλώσσας, όπου τόσο οι Makedones όσο και οι Makedonski μεταφράζονται ως «Macedonians». Εν συνεχεία, μιλώντας για γεωγραφία όλοι συμφωνούν ότι η Μακεδονία είναι ένας ευρύς γεωγραφικός χώρος και ότι χωρίστηκε το 1912-13 με τους βαλκανικούς πολέμους. Η Ελλάδα τότε, κέρδισε με διαφορά το μεγαλύτερο κομμάτι της Μακεδονίας, αλλά είναι παραδεκτό ότι κατέχει μόνο το μισό περίπου κομμάτι του συνόλου της Μακεδονίας ως γεωγραφικής οντότητας. Ο βόρειος γείτονας επομένως, κατέχει ένα τμήμα της πρώην Οθωμανικής μακεδονικής περιοχής. Άρα, όλοι μπορούν να συμφωνήσουν στο γεγονός ότι ο όρος «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είναι πολύ ευρύς και υπερβολικός, για να είναι ακριβής γεωγραφικά. Κατά συνέπεια, είναι εύλογο να δεχτούμε μια τροποποίηση που να διαχωρίζει την ελληνική Μακεδονία από τον βόρειο γείτονα.

Μελετώντας τώρα διεξοδικότερα τα οφέλη που απορρέουν από τη συμφωνία των Πρεσπών. Καταρχήν, αναβαθμίζεται ο ρόλος της Ελλάδας στο περιφερειακό υποσύστημα των Βαλκανίων και της ανατολικής μεσογείου υπενθυμίζοντας ότι είναι ένας σημαντικός παίκτης αλλά και παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή. Επιπρόσθετα, δε δύναται να λησμονούμε ότι η χώρα έχει επιλέξει από τη μεταπολίτευση και μετά να παραμένει προσδεμένη στο ευρωατλαντικό άρμα. Προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια είναι οι σχέσεις καλής γειτονίας και κυρίως, η ένταξη των κρατών αυτών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα ανέκαθεν υποστήριζε ότι η συμμετοχή σε συλλογικούς θεσμούς αποτελεί μια ασπίδα κοινής προστασίας ενάντια σε ανατρεπτικές και αλυτρωτικές πολιτικές. Η χώρα λοιπόν στοχεύει να αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ Βαλκανίων και Ευρώπης. Επιπλέον, δε μπορούν να παραληφθούν τα οικονομικά οφέλη. Ο γερμανικός και αμερικανικός τύπος επαίνεσαν τη συμφωνία με τη γερμανική Handelsblatt να σημειώνει, ότι εκατοντάδες ελληνικές εταιρείες διατηρούν στη γείτονα χώρα υποκαταστήματα, ενώ η Βόρεια Μακεδονία συντηρεί ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών της στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αποτελώντας την πύλη προς τη Μεσόγειο. Αναφέρεται και η ύπαρξη διμερών οικονομικών διευκολύνσεων.

Είναι κρίσιμο, επίσης, να επισημανθούν κι άλλα στοιχεία για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος. Το γεγονός ότι στο ανώτατο αξίωμα  της γειτονικής χώρας, αυτό του πρωθυπουργού, βλέπουμε έναν άνθρωπο διαλλακτικό, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες εθνικιστικές κυβερνήσεις της, ότι αν την διακυβέρνηση αναλάβει το εθνικιστικό VMRO, οι σχέσεις με την Ελλάδα θα χειροτέρευαν. Οι συμφωνίες όμως είναι δεσμευτικές για όλες τις κυβερνήσεις και προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο. Επιπλέον, τυχόν άρνηση της συμφωνίας απλά θα ενίσχυε τη διεθνή αναγνώριση της ΠΓΔΜ με τη συνταγματική της ονομασία, στην οποία είχαν προβεί πάνω από 130 χώρες. Η ιθαγένεια των πολιτών της, εδώ και πάνω από 25 χρόνια, οριζόταν ως «μακεδονική», αυτό άλλαξε. Η γειτονική χώρα αναγνωρίζει ότι δεν έχει σχέση με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ότι η γλώσσα της ανήκει στην ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών, ότι αποσύρεται από κάθε είδους αναθεωρητική και αλυτρωτική διάθεση, καθώς και ότι απαλείφεται από οποιαδήποτε δυνατότητα διεκδίκησης δικαιωμάτων, για δήθεν μειονότητα στη χώρα μας.

Στην τελική, από το 2007 και μετά, όλα τα ελληνικά κόμματα έλεγαν ότι έπρεπε να υπάρχει μια σύνθετη ονομασία erga omnes (έναντι όλων), η οποία σαφώς θα περιείχε τον όρο Μακεδονία. Μην ξεχνάμε ότι η επιθετική στάση της Ελλάδας, τα προηγούμενα χρόνια, δεν απέδωσε καρπούς, ούτε με το οικονομικό εμπάργκο, ούτε με το βέτο στο αίτημα ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, όταν το 2008 μέχρι και το διεθνές δικαστήριο της Χάγης καταδίκασε την Ελλάδα ότι παραβίασε την ενδιάμεση συμφωνία του 1994. Η χώρα επομένως έλυσε μια υπόθεση που την ταλαιπωρεί χρόνια και κατά τη διάρκεια της οποίας έχει υποστεί πολλές αποτυχίες, όπως η αναμόχλευση παθών και ανορθολογικών συμπεριφορών που δε μπορεί να αναχθεί σε σοβαρή αιτία κρατικής δράσης. Η επίλυση του ζητήματος ήταν επιτακτική και γενναία απόφαση, και είναι πολύ θετικό ότι συνεχίζει να εφαρμόζεται. Εξάλλου, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Ελλάδας είναι με διαφορά η Τουρκία, η οποία γίνεται ολοένα και πιο επιθετική και απρόβλεπτη. Όσους περισσότερους συμμάχους έχεις και ιδίως στην περιοχή σου, τόσο το καλύτερο.


Άρης Ρεμούνδος

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Πολύπλευρος και ανταγωνιστικός, μιλάει αγγλικά και μαθαίνει γαλλικά. Ενδιαφέρεται για την πολιτική και την οικονομία. Ο αθλητισμός και ο κινηματογράφος αποτελούν κομμάτι της ζωής του.