Της Μαρίας-Στεφανίας Νικηταρά,

Οι ευρω-ρωσικές σχέσεις αποτελούν κομμάτι μίας μακράς ιστορίας των κρατών, στην πορεία της οποίας εξυπηρετούνταν πολλά συμφέροντα, όπως τα πολιτικά και τα οικονομικά. Το 2014 υπήρξε έτος καμπής, καθώς η παράνομη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας και η παρουσία στρατευμάτων στην ανατολική Ουκρανία οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση στην επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Τα επόμενα έξι έτη έως σήμερα χαρακτηρίζονται από το «χάσμα» των ευρω-ρωσικών σχέσεων, το οποίο διευρύνεται συνεχώς. Οι κυριότεροι λόγοι αυτού του χάσματος σχετίζονται με τις κυρώσεις της Ε.Ε. κατά της Ρωσίας και τα αντίποινα αυτής κατά της «Δύσης», τα ζητήματα κατασκοπείας και οι απόπειρες δολοφονίας αντιπάλων της ρωσικής κυβέρνησης και με τον αγωγό Nord Stream 2.

Η κατάρριψη της πτήσης MH17, τον Ιούλιο του 2014, πάνω από την εμπόλεμη περιοχή της Ουκρανίας προκάλεσε το θάνατο των 298 ανθρώπων και οδήγησε σε σειρά οικονομικών, ενεργειακών κυρώσεων, σε απαγόρευση εμπορίου όπλων και σε κυρώσεις κατά συγκεκριμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων της ρωσικής κυβέρνησης. Σε αντίποινα, η Ρωσία προχώρησε σε εμπάργκο πολλών ευρωπαϊκών προϊόντων και σε περιορισμό ευκαιριών συμμετοχής στη ρωσική αγορά για τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Οι κυρώσεις ανανεώνονται σε αμείωτο ρυθμό, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τις σχέσεις Ε.Ε. – Ρωσίας. Παράλληλα, οι κυρώσεις της Ένωσης κατά της Ρωσίας αυξήθηκαν τον περασμένο Ιούλιο, λόγω των κυβερνοεπιθέσεων που αντιμετώπισαν εταιρείες της Ε.Ε., το 2018, και την ευθύνη των οποίων είχε η ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών. Τα συγκεκριμένα μέτρα ήταν προσωποποιημένα κατά έξι αξιωματούχων της εν λόγω υπηρεσίας. Ωστόσο, οι κυβερνοεπιθέσεις φαίνεται ότι απασχολούν και θα εξακολουθήσουν να συμβάλουν στη διαμόρφωση των ευρω-ρωσικών σχέσεων, καθώς η «ψηφιακή στρατηγική» αποτελεί μία συνεχή προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε ό,τι αφορά την κατασκοπεία και τις επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων της ρωσικής κυβέρνησης, οι πιο πρόσφατες εξελίξεις έχει επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις Ε.Ε.-Ρωσίας. Τον προηγούμενο μήνα, η Αυστρία προχώρησε σε απέλαση ενός Ρώσου διπλωμάτη, ο οποίος φάνηκε ότι ενεπλάκη σε υπόθεση οικονομικής ή βιομηχανικής κατασκοπείας. Παρά την παραδοσιακά ουδέτερη στάση της Αυστρίας έναντι της Ρωσίας στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη συγκεκριμένη υπόθεση περιεπλάκησαν οι σχέσεις των δύο χωρών, οδηγώντας σε αντίποινα από τη ρωσική πλευρά με την απέλαση του αυστριακού διπλωμάτη. Παράλληλα, το ζήτημα που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και έχει οξύνει περαιτέρω τις σχέσεις Ε.Ε.- Ρωσίας σχετίζεται με τις εξωεδαφικές δραστηριότητες της τελευταίας, οι οποίες έχουν οδηγήσει κοντά στο θάνατο Ρώσων πρώην αξιωματούχων. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι αυτή του Sergei Skripal, στη Μεγάλη Βρετανία, το 2018. Πιο συγκεκριμένα, έγινε απόπειρα δολοφονίας μέσω δηλητηρίασης κατά του Sergei Skripal και της κόρης του, Yulia Skripal. Οι βρετανικές αρχές κατέληξαν ότι για την επίθεση είχαν την ευθύνη δύο Ρώσοι κρατικοί υπάλληλοι ασφαλείας, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν παράνομα στη χώρα.  Η τελευταία πυροδότηση στις ευρω-ρωσικές σχέσεις ήρθε με την υπόθεση επίθεσης μέσω δηλητηρίασης, με το ίδιο μέσο που χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση δηλητηρίασης στην Μεγάλη Βρετανία. Το θύμα στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ο πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης, Alexei Navalny. Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία αρνείται την εύρεση του νευρολογικού παράγοντα Novichok, τα αποτελέσματα των εξετάσεων του κ. Navalny, που μεταφέρθηκε από την Ρωσία στην Γερμανία, καταδεικνύουν το αντίθετο.

Το παρεπόμενο συμπέρασμα ευθύνης του ρωσικού κράτους για την απόπειρα δηλητηρίασης του Navalny έχει δημιουργήσει ένα νέο ρήγμα στις σχέσεις Ε.Ε.-Ρωσίας. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αντιμετωπίζει τον πρόεδρο Putin, κατά κύριο λόγο, ως απρόβλεπτο ηγέτη, ο οποίος ασκεί πολιτική που δεν συνάδει με τους κανόνες καλής πίστης μεταξύ των κρατών. Μάλιστα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η εν λόγω επίθεση κατά του Navalny συσχετίζεται με τη ματαίωση της ολοκλήρωσης του αγωγού Nord Stream 2, στη βάση της «απρόβλεπτης» ρωσικής στάσης και της ενίσχυσης της χώρας έναντι της Ε.Ε.

Οι παραπάνω εξελίξεις έχουν οδηγήσει τις σχέσεις των δύο περιφερειακών δυνάμεων σε τέλμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί φοβικά απέναντι στη Ρωσία και, γι’ αυτό πληθαίνουν οι φωνές υπέρ των -κατά το δυνατόν- περιορισμένων σχέσεων ανάμεσα στις δύο δυνάμεις, με εμφανείς τις επιπτώσεις, κυρίως στον ενεργειακό και οικονομικό τομέα. Η ολοκλήρωση του αγωγού Nord Stream 2 κατά το 90% δεν φαίνεται να πτοεί όλους, όσοι διαβλέπουν στη Ρωσία μια αυταρχική χώρα, η οποία με την ολοκλήρωση του έργου θα μπορέσει να αυξήσει την επιρροή της στα γειτονικά κράτη και θα ενισχύσει την πολιτική ελίτ της. Σε αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος της Γερμανίας είναι κρίσιμης σημασίας, διότι σαν άλλος «Ιανός» έχει στραμμένη την προσοχή τόσο στα οφέλη της ολοκλήρωσης του Nord Stream 2, όσο και στην εξισορρόπηση των αντιδράσεων των χωρών εντός της Ε.Ε., όπως είναι η Πολωνία και η Γαλλία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι αντιδράσεις των ΗΠΑ, διότι έχουν κάθε συμφέρον να σταματήσει ο συγκεκριμένος αγωγός, εφόσον θα μπορούν να προμηθεύουν την Ε.Ε. εκείνες με φυσικό αέριο.

Εν κατακλείδι, εύλογα μπορεί να γίνει λόγος για «ψυχρές» ευρω-ρωσικές σχέσεις, καθώς τα τελευταία έξι χρόνια οι σχέσεις δυσχεραίνουν, με τις εξελίξεις να δίνουν μεγαλύτερη «τροφή». Το βασικότερο οικοδόμημα «καλής συνεργασίας» μεταξύ των δύο δυνάμεων έχει τεθεί, για άλλη μία φορά, σε κίνδυνο ματαίωσης, διότι τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται από την ολοκλήρωση ή ματαίωση του Nord Stream 2 φαίνεται να είναι εξίσου ισχυρά. Η πρόσφατη υπόθεση Navalny και η ανανέωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας δεν θα έπρεπε να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ολοκλήρωση του αγωγού φυσικού αερίου.


Μαρία-Στεφανία Νικηταρά

Φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου και δόκιμη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων. Ασχολείται με τη συγγραφή κειμένων επιστημονικού περιεχομένου και με τον εθελοντισμό.