Του Κωνσταντίνου-Ειρηναίου Σταμούλη,

Γενίκευση. Ο εχθρός της ουσίας και ο αντίπαλος της αξίας της πληροφορίας. Ας καταρρίψουμε λοιπόν από την αρχή απόψεις του στυλ «Δεν φτάνει που φιλοξενούμε τους πρόσφυγες, αλλά καίνε και τις δομές», «Άμα δεν τους αρέσει εδώ να γυρίσουν στις χώρες τους», «Αφού δεν σέβονται τη θρησκεία και αλλοιώνουν τον πολιτισμό μας, δεν θα τους σεβαστούμε ούτε και εμείς» και άλλες παρόμοιες φράσεις που ακούμε διαχρονικά. Και τις καταρρίπτουμε όχι γιατί δεν επιδιώκουμε να τις ακούσουμε, να τις εξετάσουμε και να ανιχνεύσουμε την ουσία τους, αλλά γιατί η γενικευμένη βάση τους, αλλάζει εξαρχής τη ρότα τους και τις απομακρύνει από κάθε έννοια σοβαρότητας και ρεαλισμού.

Ρεαλισμός. Και με μια γερή δόση από αυτόν μπορούμε να αντικρίσουμε το νόμισμα με τις δύο όψεις του. Η πρώτη είναι εκείνη των κατατρεγμένων. Και μιλάω για το σύνολο των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τις πατρίδες τους, να μπουν σε βάρκες με τις οικογένειές τους, για να κυνηγήσουν μια καλύτερη ζωή, μια ασφαλέστερη ζωή. Δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν διασφάλισε την μη έλευση προσφύγων από τα θαλάσσια σύνορά της και με το παράλληλο κλείσιμο τόσο των συνόρων των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών όσο και της Βαλκανικής οδού, αναγκάστηκε να φιλοξενήσει το πλήθος των ανθρώπων αυτών στα εδάφη της. Το γιατί συσσωρεύτηκαν στην Ελλάδα και τι θα μπορούσε να γίνει προκειμένου να μην φορτωθούν τα βάρη της διαχείρισης ενός ευρύτερου και πολυδιάστατου ζητήματος στις πιο αδύναμες πλάτες (δεδομένου ότι όταν το προσφυγικό-μεταναστευτικό ξεκίνησε, η χώρα μας βρισκόταν ακόμα σε καιρούς βαθιάς ύφεσης) είναι μία ξεχωριστή ανάλυση που θα μας αποπροσανατολίσει από το θέμα μας, διότι σήμερα εξετάζουμε το πρόβλημα αυτό καθαυτό και όχι το γιατί και το πως δημιουργήθηκε.

Συνεχίζοντας λοιπόν, η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού προσφύγων και μεταναστών στη χώρα μας, οι οποίοι αδυνατούσαν να φύγουν, λόγω των προαναφερόμενων συνθηκών, τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία τους επεδίωκε να χρησιμοποιήσει τη χώρα μας ως πέρασμα για την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, δημιούργησε την ανάγκη για την ομαλή διαμονή τους μέχρι νεωτέρας. Με τον όρο ομαλή εννοώ φυσικά τη διαμονή τους σε όσο το δυνατόν ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, τον καταμοιρασμό τους τόσο ώστε να μην κληθούν λίγες περιοχές να σηκώσουν ένα δυσανάλογο βάρος, όσο και για να μην δημιουργηθούν κέντρα φιλοξενίας με υπεράριθμο πληθυσμό, αλλά και προκειμένου να μην προξενηθούν κωλύματα στην καθημερινότητα των τοπικών πληθυσμών. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεχθήκαμε και τις όποιες ευρωενωσιακές επιχορηγήσεις, ως το ελάχιστο που θα μπορούσε η Ε.Ε να πράξει για να εκφράσει τη στήριξή της προς τη χώρα που έμελλε να διαχειριστεί το ζήτημα μόνη της.

Όλα καλά και όλα ωραία με τη θεωρία. Εντάξει, όσο καλά και ωραία θα μπορούσαν να είναι. Στη πράξη όμως τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν αποδείχθηκαν απροσπέλαστα. Τα κέντρα φιλοξενίας που δημιουργήθηκαν γρήγορα αποδείχθηκαν μικρής χωρητικότητας μπροστά στο πλήθος ανθρώπων που έρχονταν καθημερινά, κι έτσι, κατά σειρά δεν κατέστη εφικτό να αποτραπεί η συσσώρευση μεγάλου αριθμού ατόμων με αποτέλεσμα, την υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης και υγιεινής. Ως εκ τούτου, δεν απετράπη και η διατάραξη της ζωής των ντόπιων πληθυσμών, οι οποίοι είδαν τη καθημερινότητά τους να επηρεάζεται από τη μια μέρα στην άλλη και χωρίς ούτε οι ίδιοι να ευθύνονται, βρέθηκαν μπροστά σε μία ανθρωπιστική κρίση που έτεινε να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ακόμα και όταν το πρόβλημα περιορίστηκε με τη μείωση των ροών και την επίσπευση των επιστροφών, αυτό δεν έπαψε να υφίσταται.

Πάμε τώρα στην άλλη όψη του νομίσματος, εκείνη των κατοίκων. Όπως και σε προηγούμενα άρθρα μου έχω αναφέρει, η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων, όταν η προσφυγική – μεταναστευτική κρίση βρίσκονταν στο ξεκίνημά της, προθυμοποιήθηκε να συνδράμει ή έστω δεν έδειξε έντονα σημάδια απέχθειας απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Με τον καιρό και βλέποντας ότι το ζήτημα δεν είναι προσωρινό, αλλά η όποια λύση του έμελλε να έρθει σε βάθος χρόνου, η υπομονή στέρευε και τη θέση της διαδέχονταν οι προβληματισμοί, οι οποίοι εκπορεύονταν από τη σταδιακή υποβάθμιση των περιοχών που φιλοξενούσαν τις δομές, και τη μονιμοποίηση της παρουσίας ενός διαφορετικού σε νοοτροπία, συνήθειες, ήθη και έθιμα πολυποίκιλου συνόλου ανθρώπων. Έτσι, φωνές ρατσιστικές και ιαχές μίσους προς κάθε τι μη οικείο άρχισαν να βρίσκουν χώρο στις συνειδήσεις των τοπικών κοινωνιών. Αυτές, εκμεταλλεύτηκαν τόσο τα προαναφερόμενα προβλήματα όσο και τα μεμονωμένα περιστατικά παραβατικότητας στις τάξεις των προσφύγων και μεταναστών. Πώς; Μα φυσικά γενικεύοντας. Όπως άλλωστε και στη Μόρια.

Για να μη μασάμε λοιπόν τα λόγια μας: Υπήρξαν περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς από τους φιλοξενούμενους. Υπήρξαν περιπτώσεις μικροκλοπών, βεβήλωσης μνημείων και εκκλησιών, περιπτώσεις εντάσεων στις δομές με αποκορύφωμα την πυρκαγιά στη δομή στη Μόρια. Αυτές οι περιπτώσεις είναι κατακριτέες και δεν επιδέχονται καμίας απολύτως δικαιολόγησης και κανενός ελαφρυντικού. Όσοι προέβησαν στις πράξεις αυτές, έδειξαν ασέβεια προς τον τόπο που τους φιλοξενεί και τους κατοίκους του και χρίζουν άμεσης απέλασης. Όμως, είναι πράξεις ενός περιορισμένου αριθμού ατόμων και όχι της συντριπτικής πλειονότητας των προσφύγων και των μεταναστών. Δεν δύναται λοιπόν να ταυτίζονται στις συνειδήσεις μας με τρόπο κακοπροαίρετο οι πράξεις μιας μερίδας ανθρώπων με όλο το σύνολο στο οποίο ανήκουν. Γιατί τότε, βρίσκει χώρο κάθε τι ακραίο, για να μας ποτίσει με το δηλητήριο της μισαλλοδοξίας του και να μας απομακρύνει από τις πραγματικές μας αξίες. Τις πραγματικές αξίες από τις οποίες αποδεδειγμένα, η ελληνική κοινωνία διακατέχεται.

Αναφέρομαι στις αξίες της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού, της αλληλοκατανόησης, της συμπόνιας, του σεβασμού, της ανεκτικότητας και της αξιοπρέπειας. Μια κοινωνία, η οποία δεν διακατέχεται από τις αξίες αυτές, είναι καταδικασμένη να αποτύχει, να αλλοιωθεί στο πέρασμα του χρόνου και να χαθεί στις σελίδες της ιστορίας. Επειδή όμως η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει ότι ενστερνίζεται τις αξίες αυτές, οφείλει να αποτρέψει και την αλλοίωσή τους. Και μιας και όπως έχω πολλές φορές αναφέρει, η κοινωνία είμαι εγώ, εσύ, ο καθένας, έχουμε την υποχρέωση να αρχίσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Πρώτα μέσα μας η γνώση θα νικήσει την άγνοια, η κριτική προσέγγιση θα νικήσει την γενίκευση, και ο ρεαλισμός θα υπερισχύσει συντριπτικά των άναρθρων κραυγών. Γιατί στη Μόρια, δεν κάηκαν μονάχα οι καταυλισμοί εκατοντάδων προσφύγων και μεταναστών, αλλά μαζί τους κινδύνευσαν και οι αξίες όσων από εμάς ταυτίσαμε την πράξη με το σύνολο και την αποδώσαμε σε αυτό. Γιατί όσοι κάναμε το πρώτο βήμα παρασυρόμενοι από την άγνοια, βρεθήκαμε πιο κοντά στο μίσος. Κάθε βήμα προς το μίσος, είναι ένα βήμα μακριά από τις αξίες μας. Και κάθε βήμα μακριά από τις αξίες μας είναι ακόμα περισσότερα αποκαΐδια σε κάθε Μόρια, είναι περισσότερα αποκαΐδια στους κόλπους της κοινωνίας μας.


Κωνσταντίνος – Ειρηναίος Σταμούλης, Υπεύθυνος Περιεχομένου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000. Σπουδάζει Πολιτική Επιστήμη και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Ασχολείται ενεργά με το αντικείμενο των σπουδών του, αρθρογραφώντας και συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις σχετικά με την Πολιτική, τη Διεθνή διπλωματία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.