Της Ευτυχίας-Μαρίας Μητροπούλου,

Ανέκαθεν, η Ευρώπη συνιστούσε πεδίο πολεμικών αντιπαραθέσεων, με αναρίθμητες απώλειες και υλικές ζημιές να τη συνοδεύουν στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, αργότερα, η παρούσα κατάσταση άλλαξε πλήρως, ιδίως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και διατηρείται μέχρι σήμερα, καθώς τα ευρωπαϊκά κράτη τείνουν να απέχουν εξολοκλήρου από πολεμικές συγκρούσεις και πράξεις βίας. Σε αυτό πολύ πιθανό να συνέβαλε η πληθώρα ελευθεριών, δικαιωμάτων και οργανισμών που έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται οι ευρωπαίοι πολίτες, αλλά και η άνευ προηγουμένου εσωτερική αγορά.

Η αποτροπή μιας νέας σύρραξης σε ευρωπαϊκό έδαφος, οφείλεται κατά ένα μέρος στην εξάπλωση της δημοκρατίας, η οποία προασπίζει τη διεύρυνση και παγίωση της ειρήνης. Παράλληλα, αξιοσημείωτη αποτελεί η συμβολή της ελεύθερης αγοράς και εμπορίου, που οδηγεί τα κράτη της περιοχής σε νομισματική αλληλεξάρτηση και εντεύθεν σε  εκπαραθύρωση των στοιχείων του πολέμου. Ακόμη, τα ευρωπαϊκά κράτη, κατόρθωσαν να παραμερίσουν τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς χάρη στη ραγδαία ανάπτυξη υπερεθνικών και διεθνών οργανισμών, οι οποίοι εκσυγχρόνισαν και οργάνωσαν εκ νέου το παρόν διεθνές σύστημα. Εξίσου σημαντική για την ασφάλεια και ειρήνη των ευρωπαϊκών κρατών είναι η παρουσία των Η.Π.Α., μέσω του ΝΑΤΟ, οι οποίες δεσπόζουν στρατιωτικά, τόσο σε πυρηνικό όσο και σε συμβατικό επίπεδο, διατηρώντας τον τίτλο της μοναδικής υπερδύναμης του πλανήτη.

Αδιαμφησβήτητα, λοιπόν, η συχνότητα των πολεμικών αντιπαραθέσεων στην Ευρώπη, από το 1945 και έπειτα, έχει συρρικνωθεί σημαντικά. Παρόλα αυτά, τροχοπέδη των τωρινών εξελίξεων συνιστά η αναρχία του διεθνούς συστήματος και οι ανταγωνισμοί ασφαλείας, που επηρεάζουν άμεσα την ισορροπία ισχύος. Ιστορικά, καθίσταται σαφές το γεγονός ότι ο πόλεμος δεν εξαρτάται από το πολίτευμα, αλλά από τα συμφέροντα του εκάστοτε κράτους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον λαϊκισμό που επιχειρεί να χειραγωγεί την κοινή γνώμη και οδηγεί ουκ ολίγες φορές την κυβέρνηση σε στρατιωτική εμπλοκή. Επιπροσθέτως, αξίζει να υπογραμμισθεί στο σημείο αυτό, η ανεπάρκεια και ανικανότητα της παγκοσμιοποίησης και οικονομικής συνεργασίας, καθώς και της Κοινωνίας των Εθνών και του ΟΗΕ, που δεν κατόρθωσαν τα προηγούμενα χρόνια να εφαρμόσουν την τάξη και να προασπίσουν με επιτυχία τις επιταγές της ειρήνης στον ευρωπαϊκό χώρο.

Συνεπώς, στις μέρες μας, παρατηρείται μια άκρως ουσιώδης ελαχιστοποίηση των πολεμικών συγκρούσεων στην περιοχή της Ευρωπαϊκής ηπείρου, η οποία συνιστά καίριας σημασίας, εν συγκρίσει με τη σκαιότητα του παρελθόντος. Οι επιπτώσεις των δύο Παγκοσμίων Πολέμων και η ισχυροποίηση της ΕΣΣΔ ανάγκασαν τις δυνάμεις τις περιοχής να προσδεθούν στο στρατιωτικό άρμα των Η.Π.Α. και στη συνέχεια στη συμμαχία του ΝΑΤΟ. Σταδιακά, οι προαιώνιες έχθρες μετατράπηκαν σε οικονομικές συμφωνίες, όπως η ΕΚΑΧ και ΕΟΚ, ενώ πρωταγωνίστησε η οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Απόσταγμα όλων των παραπάνω ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την αρωγή της οποίας προωθήθηκε εκ νέου η συνεργασία των κρατών της περιοχής και η εκπλήρωση συμφερόντων. Όλες οι προαναφερθείσες πρωτοβουλίες πρέπει να παραμείνουν αρραγείς για την αποφυγή του εθνικισμού και την εδραίωση της ειρήνης.


Ευτυχία-Μαρία Μητροπούλου

Γεννημένη το 1998, βρίσκεται στο 4ο έτος των σπουδών της στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είναι γνώστρια της Αγγλικής, Γαλλικής, Ισπανικής και Ιταλικής γλώσσας. Το επαγγελματικό της ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στο Διεθνές Δίκαιο και τη Διπλωματία, για τα οποία έχει παρακολουθήσει πληθώρα σεμιναρίων και έχει συμμετάσχει σε Μοντέλα Ηνωμένων Εθνών. Αυτή την περίοδο έχοντας γυρίσει από την Πράγα με το πρόγραμμα Erasmus, κάνει την πρακτική της άσκηση και μαθαίνει μια επιπλέον ξένη γλώσσα.