Του Κωνσταντίνου Χαρέμη,

Από την αρχή της προεκλογικής εκστρατείας του για τις εκλογές του 2020, ο 45ος Πρόεδρος των Η.Π.Α. έχει καταστήσει σαφές ποιο είναι το πιο δυνατό χαρτί για την επανεκλογή του: η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας. Δεν είναι πρωτόγνωρο, φυσικά, για έναν Πρόεδρο να βασίζει την προεκλογική του καμπάνια στην καλή κατάσταση της οικονομίας της χώρας του. Το ζήτημα, όμως, που τίθεται, είναι εάν όντως η αμερικανική οικονομία, δύο μήνες πριν από τις εκλογές, είναι ισχυρή.

Προκειμένου να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να αναλύσουμε τις δηλώσεις του Donald Trump και το πού εδρεύει η σιγουριά του για την «εξαιρετική», όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος, κατάσταση της οικονομίας.

Πρώτο επιχείρημα: «Κοιτάξτε το χρηματιστήριο! Οι δείκτες είναι υψηλότεροι από ποτέ!»

Ο Donald Trump συνηθίζει να υπερηφανεύεται ότι, υπό την προεδρία του, η Wall Street βιώνει μία περίοδο πρωτοφανούς ευμάρειας με τα νούμερα στο χρηματιστήριο, πράγματι, να επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του προέδρου. Κατά τον Trump, η εξαιρετική πορεία του χρηματιστηρίου επιφέρει και οικονομική ευημερία στον εργαζόμενο κόσμο. Αυτή η νεοφιλελεύθερη, υπό οικονομικούς όρους, προσέγγιση έγκειται στην πεποίθηση ότι, εφόσον οι επιχειρήσεις πηγαίνουν καλά, αυτό σημαίνει ότι προσλαμβάνουν εργαζομένους, γεγονός που με τη σειρά του ισοδυναμεί με μείωση της ανεργίας και, επομένως, με την οικονομική ευημερία των εργαζομένων. Η εντύπωση, όμως, που καλλιεργεί ο Πρόεδρος, είναι μια ψευδαίσθηση.

Αρχικά, τα υψηλά κέρδη, που παρουσιάζει το αμερικανικό χρηματιστήριο, τα τελευταία χρόνια, δεν διανέμονται στους Αμερικάνους, αλλά στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες και κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών στη Wall Street. Στην Αμερική, αυτές οι μεγάλες εταιρείες μπορούν οι ίδιες να χειραγωγήσουν την αγορά με τη γνωστή μέθοδο “stock buyback”. Μια εταιρεία, δηλαδή, μπορεί να επενδύσει τα κέρδη της αγοράζοντας μετοχές της, προκειμένου να τις καταστήσει δυσεύρετες και επομένως πιο κερδοφόρες. Μάλιστα, οι υπεύθυνοι αυτών των εταιρειών αμείβονται με βάση το κατά πόσο θα αυξηθεί η αξία των μετοχών της εταιρείας και, αφού τα κέρδη προορίζονται για τους διευθύνοντες συμβούλους των επιχειρήσεων, μένουν ελάχιστα, για να δοθούν στους εργαζομένους. Σύμφωνα με μία έρευνα του Academic-Industry Research Network, το 65% των κερδών αυτών των επιχειρήσεων καταλήγει να επενδύεται στις μετοχές της ίδιας της εταιρείας.

Αυτή η στρατηγική είναι κομβική για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα. Η υγειονομική και οικονομική κρίση, που έχει επιφέρει η πανδημία, δεν δείχνει να έχει επηρεάσει καθόλου το χρηματιστήριο, καθώς τα νούμερα στη Wall Street βρίσκονται σε προ-κορωνοϊού επίπεδα. Αντιθέτως, η κατάσταση στην πραγματική οικονομία, δηλαδή στη χαμηλή και μεσαία τάξη, είναι ζοφερή.

Πάνω από το 50% των Αμερικανών πολιτών δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να διαθέσει ένα ποσό των 400 δολαρίων για μια ιατρική ανάγκη και το ποσοστό αυτό αυξάνεται όσο συνεχίζεται η πανδημία. Υπολογίζεται ότι δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί εργαζόμενοι κοιμούνται στα αυτοκίνητά τους, καθώς τα ενοίκια, σε ορισμένες πολιτείες, έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα, δημιουργώντας ένα τεράστιο πρόβλημα με τη στέγαση των ανθρώπων. 87 εκατομμύρια Αμερικάνοι βρίσκονται χωρίς ή με μερική ασφάλιση υγείας, κάτι που σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν τους καλύπτουν την πλειοψηφία των ιατρικών εξόδων. Λόγω της πανδημίας, πολύς κόσμος στην Αμερική είτε δεν έλαβε μισθούς κάποιων μηνών είτε έχασε τη δουλειά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξυπηρετήσει τα στεγαστικά δάνεια, που έχει πάρει, ή το ενοίκιο του σπιτιού του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο αριθμός των εξώσεων να έχει εκτιναχθεί τον τελευταίο καιρό, χωρίς καμία προστασία από την κυβέρνηση για τους πληγέντες.

Δεύτερο επιχείρημα: «Η ανεργία είναι χαμηλότερη από ποτέ!»

Είναι ένα επιχείρημα το οποίο ανέφερε πολύ συχνά ο Πρόεδρος των Η.Π.Α., πριν ξεσπάσει η πανδημία. Πράγματι, η ανεργία ήταν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, στις αρχές του χρόνου, με ένα ποσοστό που κυμαινόταν γύρω στο 3,5%. Μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, το ποσοστό των ανέργων άγγιξε διψήφια ποσοστά και πλέον βρίσκεται σε υψηλά μονοψήφια. Ο Donald Trump υποστήριζε ότι οι Αμερικάνοι πλέον είναι ευτυχισμένοι, που έχουν όλοι δουλειά, και ότι έχει κάνει πάρα πολλά για τους εργαζομένους. Η εικόνα, όμως, που διαφήμιζε ο 45ος Πρόεδρος των Η.Π.Α., απέχει μίλια από την πραγματικότητα.

Οι δείκτες ανεργίας αντικατοπτρίζουν το πόσοι άνθρωποι απασχολούνται, δεν δείχνουν, όμως, ποια είναι η ποιότητα της εργασίας τους και τι ύψους απολαβές κερδίζουν. Παρ’ όλο, λοιπόν, που η ανεργία βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα, οι μισοί σχεδόν Αμερικάνοι αναγκάζονταν να βρουν μια δεύτερη ή ακόμα και τρίτη δουλειά, προκειμένου να επιβιώσουν. Σε πολλές πολιτείες της Αμερικής, είναι πρακτικά αδύνατο να ζήσεις έχοντας μία δουλειά και παίρνοντας τον κατώτατο μισθό, πόσο μάλλον σε μια περίοδο οικονομικής ύφεσης, όπως η τωρινή. Οι περισσότερες δουλειές, που προσφέρονται στην Αμερική, δεν είναι καλά αμειβόμενες και προσφέρουν τον κατώτατο μισθό. Επομένως, η χαλκευμένη εικόνα των αριθμών, που προβάλλει ο Trump, αποκρύπτει, με βολικό τρόπο, μία τοξική αγορά εργασίας, η οποία για τον μέσο εργαζόμενο είναι δυσβάσταχτη.

Τρίτο επιχείρημα: «Έχουμε τρομερούς ρυθμούς ανάπτυξης! Η οικονομία δεν ήταν ποτέ σε καλύτερη κατάσταση!» 

Επί προεδρίας Trump, οι ρυθμοί ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας κυμαίνονται μεταξύ 1,8 – 2,9%. Με μια πρώτη ματιά, αυτοί οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι ιδανικοί για κάθε χώρα και θα έπρεπε να είναι αρκετοί, για να στηρίξουν το επιχείρημα του προέδρου. Τα φαινόμενα, όμως, απατούν, καθ’ ότι υπάρχει ένα ζήτημα στο οποίο ο Αμερικανός Πρόεδρος αποφεύγει επιμελώς να αναφερθεί, διότι θα χαλάσει το αφήγημα της εξαιρετικής οικονομίας.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Αμερικής, στις μέρες μας, είναι το διαρκώς αυξανόμενο χρέος. Όσο καλοί και εάν είναι οι ρυθμοί ανάπτυξης, εάν δεν περιοριστεί το χρέος, μια οικονομική καταστροφή είναι αναπόφευκτη. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι, το 2021, το χρέος της Αμερικής θα ανέλθει στο 104,4% του Α.Ε.Π. της. Αυτό σημαίνει ότι το χρέος θα ξεπεράσει το μέγεθος της ίδιας της οικονομίας της Αμερικής, καθιστώντας το ένα από τα μεγαλύτερα στον πλανήτη σε αναλογία με το Α.Ε.Π. Αυτήν τη λεπτομέρεια ο Trump επιθυμεί να την αποκρύψει από τον λαό, καθώς η αύξηση του χρέους είναι δικό του «επίτευγμα». Από όταν παρέλαβε το Οβάλ Γραφείο από τον Obama, η κυβέρνηση του Donald Trump, με τις πολιτικές της, έχει καταφέρει να αυξήσει το χρέος κατά 35%. Αυτό συνέβη, κυρίως, εξαιτίας του φορολογικού νομοσχεδίου του Trump, το οποίο έδινε γενναίες φορολογικές περικοπές στις μεγάλες επιχειρήσεις και στους εύπορους Αμερικάνους, και του εμπορο-οικονομικού πολέμου με την Κίνα.

Ο μόνος λόγος για τον οποίο η οικονομία της Αμερικής αντέχει ένα χρέος 20,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων είναι λόγω του μεγέθους της, της παρουσίας που έχει στην παγκόσμια αγορά και, κατά συνέπεια, της υπάρχουσας προσδοκίας πως το χρέος είναι διαχειρίσιμο.

Συμπέρασμα

Ο Donald Trump, ουσιαστικά, επαναφέρει έναν μύθο, που είχε κτιστεί τη δεκαετία του 2000, περί μίας πανίσχυρης αμερικανικής οικονομίας. Όλοι γνώριζαν τότε στην πολιτική ηγεσία ότι το αφήγημα αυτό θα κατέρρεε σύντομα. Απλώς, για πολιτικούς λόγους, κανείς δεν απέτρεψε την καταστροφή και, για ψηφοθηρικούς λογούς, κανείς δεν προειδοποίησε, το 2007, ότι ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά κραχ στην ιστορία της ανθρωπότητας βρίσκεται προ των πυλών. Έτσι και τώρα, που πλησιάζουν οι εκλογές, ο Trump επιλέγει να προωθεί τους αριθμούς που τον εξυπηρετούν καλύτερα.

Η αμερικάνικη οικονομία δεν είναι ισχυρή. Έχει σαθρά θεμέλια και δανείζεται χρόνο, μέχρι οι πλουσιότεροι να συλλέξουν όσο περισσότερο πλούτο μπορούν. Ταυτοχρόνως, δίνει στον εργαζόμενο κόσμο της χώρας ελάχιστα σε σχέση με αυτά που κερδίζουν οι πλουσιότεροι, φροντίζοντας να μεγαλώνει το οικονομικό χάσμα μεταξύ των ευπορότερων και της μεσαίας και χαμηλής τάξης. Αυτή, λοιπόν, η οικονομία, που διαφημίζει ο Trump, είναι ισχυρή μόνο για τους λίγους.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Κωνσταντίνος Χαρέμης

Γεννήθηκε το 1997 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι φοιτητής στο τμήμα Νομικής Επιστήμης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εργαστεί στον κλάδο της εστίασης και στον τραπεζικό κλάδο και έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με το θέατρο. Είναι γνώστης Αγγλικής, Ισπανικής και Ρώσικης γλώσσας και έχει συμμετάσχει σε ημερίδες σχετικά με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.