Βιβλίο: «Ο νέος είναι ωραίος, μα ο παλιός είναι αλλιώς;»

23

Της Νικολέτας Ζιώγα,

Στα μέσα του 15ου αιώνα στο Στρασβούργο της Γαλλίας μέσα σε ένα μικρό εργαστήριο, γεννήθηκε η εφεύρεση που έφερε την επανάσταση στον εκδημοκρατισμό της γνώσης, μιας και συνέβαλε στη μετάβαση από τους σκοτεινούς χρόνους του Μεσαίωνα στη λαμπρή εκείνη περίοδο της Αναγέννησης. Λόγος γίνεται φυσικά για την ανακάλυψη της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο η οποία, αφορά στην πρώτη προσπάθεια αποτύπωσης λόγου στο χαρτί σε μαζική ως επί το πλείστον κλίμακα. Η πρώιμης τεχνολογίας εφεύρεση αυτή εξελίχθηκε σε βάθος χρόνου, σημειώνοντας αλματώδη πρόοδο και σημαντικές βελτιώσεις. Χάρη σε εκείνη ήρθε στις ιδιωτικές μας βιβλιοθήκες το βιβλίο με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

Το κλασικό βιβλίο εκτός του γνωστικού πλούτου που κρύβει ανάμεσα στις σελίδες του, αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια μορφή τέρψης για τους βιβλιοφάγους που ικανοποιεί όλες τις αισθήσεις τους. Το έντυπο βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να ξεφυλλίσει τις γυαλιστερές του σελίδες, να τσακίσει τις γωνίες του, να αγγίξει το σκληρό του εξώφυλλο, να μυρίσει το άρωμα της μελάνης στο χαρτί, να το ταξινομήσει όπως εκείνος επιθυμεί στο ράφι. Δεν απαιτεί επαναφόρτιση ή την ύπαρξη κάποιας άλλης ηλεκτρονικής συσκευής για να αναγνωσθεί. Το βιβλίο επίσης, στην τυπογραφική του μορφή φαίνεται ότι αγαπήθηκε και εξακολουθεί να παραμένει αγαπητό στο αναγνωστικό κοινό κυρίως λόγω της προνομιακής χρηστικότητας και φορητότητάς του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το 81,5% των φοιτητών δείχνουν να προτιμούν το επί χάρτου βιβλίο παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς διαθέτουν πρόσβαση σε χιλιάδες ιστοσελίδες και ψηφιακές βιβλιοθήκες, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Υπουργείο Παιδείας.

Επειδή, όμως η τεχνολογία εξελίσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και οι αλλαγές που συντελούνται γύρω μας αποσκοπούν στη ψηφιοποίηση των πάντων είναι λογικό «το παραδοσιακό», «το παλιό», «το παρωχημένο» να αντικαθίσταται από το νέο, όπως άλλωστε ορίζει η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Ή μήπως όχι; Τα ψηφιακά βιβλία, τα λεγόμενα e-books, εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στην αγορά με σκοπό να υλοποιήσουν ένα από τα ομορφότερα οράματα της ανθρωπότητας, τη δημιουργία οικουμενικών, ανοιχτών σε όλους βιβλιοθηκών που δεν υπόκεινται σε καταναγκασμούς όγκου και χώρου και που θα κάνουν τη γνώση προσιτή σε όλους ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης. Βιβλιοθήκες που θα φιλοξενούν αμέτρητο αριθμό λογοτεχνικών και επιστημονικών βιβλίων, καθώς επίσης και ακαδημαϊκών συγγραμμάτων. Η καινοτόμα αυτή ανακάλυψη βρήκε πολλούς ένθερμους υποστηρικτές, οι οποίοι τάχθηκαν υπέρ του ψηφιακού βιβλίου στηρίζοντας την επιχειρηματολογία τους στο γεγονός ότι τα e-books επιτρέπουν στο ευρύ κοινό την ευκολότερη πρόσβαση σε έργα που θεωρούνται δυσεύρετα και σπάνια, δεν παρουσιάζουν φυσικές φθορές λόγω της άυλης υπόστασής τους, ενώ το κόστος τόσο της αγοράς όσο και της έκδοσής τους είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο ενός συμβατικού βιβλίου.

Τους τελευταίους αιώνες αποτελεί συνήθεια των ανθρώπων, μετά από κάθε ρηξικέλευθη ανακάλυψη να προμηνύουν τον θάνατο της προγενέστερης. Με την εφεύρεση του κινηματογράφου για παράδειγμα αναμένονταν ο θάνατος του θεάτρου, με την εφεύρεση της φωτογραφικής μηχανής ο θάνατος της ζωγραφικής. Το ίδιο συμβαίνει και με το βιβλίο. Εν τέλει, τίποτα από όλα αυτά δεν πεθαίνει, απεναντίας εξελίσσονται παράλληλα, διαγράφοντας τη δική τους πορεία και διατηρώντας τη δική τους μοναδική θέση στις ζωές μας. Είμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας εποχής αδιανόητα τεχνολογικά προηγμένης που πρόκειται να αναπτυχθεί κι άλλο στο εγγύς μέλλον. Θα ήταν επομένως ανόητο εκ μέρους μας να δαιμονοποιούμε τη τεχνολογική εξέλιξη, όπως επίσης ανόητο θα ήταν και να τη θεοποιούμε. Ας είμαστε λοιπόν ρεαλιστές. Η αλήθεια δεν είναι ούτε άσπρη αλλά ούτε μαύρη. Το παραδοσιακό και το ψηφιακό βιβλίο διαθέτουν τόσο πλεονεκτήματα όσο και μειονεκτήματα. Αυτό που πολλοί βιβλιόφιλοι αγνοούν είναι ότι, τα δύο αυτά είδη βιβλίων περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται παρά επισκιάζουν το ένα το άλλο.

Φτάνοντας λοιπόν στο διά ταύτα… ίσως τελικά να είναι ήσσονος σημασίας το ποια μορφή βιβλίου θα προτιμηθεί από τον αναγνώστη, αφού καμία από τις δύο δεν είναι υποδεέστερη. Έντυπο ή ψηφιακό, το βιβλίο παραμένει μια από τις απολαύσεις της ζωής και σε τελική ανάλυση επαφίεται στις προτιμήσεις του ατόμου το πώς θα επιλέξει να τη βιώσει.


Νικολέτα Ζιώγα

Γεννήθηκε το 2001 στην Αθήνα και είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε του ΕΚΠΑ. Το 2018 συμμετείχε σε μαθητικούς αγώνες επιχειρηματολογίας-αντιλογίας. Μιλάει τέσσερις γλώσσες, λατρεύει τα ταξίδια και είναι υποστηρίκτρια της αρχής: «Μη σταματάς ποτέ να μαθαίνεις».