Της Μάγδας Τσόχα,

Με την έλευση του νέου ιού, ένα από τα πολλά πράγματα που έγιναν απόλυτα σαφή ήταν η αδυναμία της ηγεσίας στην πλειοψηφία των χωρών, να αντιμετωπίσει τα απορρέοντα από την έκτακτη κατάσταση προβλήματα και η ανεπάρκεια των κρατικών μηχανισμών να ανταπεξέλθουν στο ύψος των περιστάσεων. Στη Δύση, στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες» χώρες, η κατάσταση παραμένει -φαινομενικά τουλάχιστον- ελεγχόμενη, ακόμη και μετά την αναστολή των μέτρων εγκλεισμού. Υπάρχουν, βέβαια, και οι περιπτώσεις χωρών οι οποίες βίωσαν τη βαναυσότητα της συστημικής δυσλειτουργίας στο έπακρο, χώρες που βρίσκονταν ούτως ή άλλως σε πολύ δυσχερή θέση, λόγω οικονομικών προβλημάτων και κοινωνικών ανισοτήτων. Σ’ αυτές, η νέα πραγματικότητα προστέθηκε στην ατελείωτη λίστα των προβλημάτων. Οι εν λόγω, λοιπόν, χώρες είναι αυτές που ευρέως χαρακτηρίζονται ως «υπανάπτυκτες» και μία εξ αυτών που ξεχωρίζει, είναι η περίπτωση της Κολομβίας.

Λίγα λόγια για την Κολομβία· χώρα της Νοτίου Αμερικής, με πρωτεύουσα την Μπογκοτά και πληθυσμό περίπου 50.000.000 κατοίκους, η 4η μεγαλύτερη οικονομία της Νότιας Αμερικής και, ακόμη, 4η σε έκταση. Σε μαθήματα δικαίου και ανάπτυξης, η χώρα μελετάται στην κατηγορία των υπανάπτυκτων κρατών, καθώς φέρει και αποικιοκρατικό παρελθόν, ενώ, ταυτόχρονα, είναι πολύ διάσημη για το μεγάλο δίκτυο εμπορίας ναρκωτικών και «λευκής σαρκός», το οποίο ευδοκιμεί στο έδαφός της. Τα προβλήματα, φυσικά, επεκτείνονται και στον οικονομικό τομέα, καθώς οι κοινωνικές ανισότητες αποτελούν τη ρίζα και των παραπάνω φαινομένων, που αναπόφευκτα δημιουργούν την παρούσα κατάσταση της χώρας.

Η Κολομβία κατατάσσεται στη δεκάδα των χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά σεξο-τουρισμού, ενώ σε έρευνες ως προς τα προσφυγικά ρεύματα εντός της ηπείρου της Λατινικής Αμερικής, πολύ σοβαρά εξετάστηκε η κατάσταση πολλών Κολομβιανών γυναικών που εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν διασχίζοντας τα σύνορα του Εκουαδόρ, αφού, όχι μόνο δεν είχαν τη δυνατότητα να εργαστούν νόμιμα, αλλά κατέφευγαν στη εργασία στη βιομηχανία του σεξ, ώστε να επιβιώσουν. Οι γυναίκες κάτοικοι της Κολομβίας βρίσκονται, συνήθως μαζί και με τις κόρες τους, σε τρομερά ευάλωτη θέση, με την εκπόρνευση τη μόνη διαθέσιμη λύση εντός των συνόρων. Το φαινόμενο βρίσκεται τόσο εκτός ελέγχου, ώστε το συνηθέστερο για κορίτσια 11 και 12 ετών είναι η εμπλοκή σε τέτοιες δραστηριότητες, πολλές φορές με «παρότρυνση» της ίδιας της μητέρας. Αξιοσημείωτο είναι, ακόμη, πως, στις επαρχίες της Κολομβίας, οι οίκοι ανοχής είναι περισσότεροι των γηπέδων ποδοσφαίρου και μπάσκετ, βιομηχανία που συντηρείται από πελάτες εταιριών πετρελαίου, κυρίως.

Από το 2015 κι έπειτα, μετά την κρίση της Βενεζουέλας, οι Αρχές επανειλημμένα εξάρθρωσαν επιχειρήσεις εκμετάλλευσης Βενεζουελάνων γυναικών προσφύγων, των οποίων τα έγγραφα κατάσχονταν με την άφιξή τους στη χώρα. Αυτές υποχρεώνονταν σε πορνεία, υπό άθλιες, πάντοτε, συνθήκες, ενώ πολλάκις εκφράστηκε ανησυχία πως, παρά τη διάσωσή των από τις αρχές, δεν παρασχέθηκε σ’αυτές ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχολογική υποστήριξη επαρκώς. Μόλις μερικά χρόνια πριν, το 2016, ανακοινώθηκε η λειτουργία δικτύου πορνείας με ανήλικες, σε συνοικία στην Μπογκοτά, πολύ κοντά στο προεδρικό μέγαρο. Παγκόσμιο σοκ είχε προκαλέσει η είδηση πως μια εκ των ανηλίκων βρέθηκε πίσω από κρεβάτι με το λαιμό, τα χέρια και τα πόδια σε αλυσίδα, κάνοντας το γύρο του διαδικτύου, ενώ στην επιχείρηση κατασχέθηκαν και ναρκωτικά, εκρηκτικά όπλα και πλαστά χαρτονομίσματα.

Το μεγαλύτερο, ίσως, κεφάλαιο στην ιστορία της Κολομβίας είναι το εμπόριο ναρκωτικών. Η πρωτιά της χώρας σε παραγωγή κοκαΐνης δημιούργησε μια φρενήρη κατάσταση, κατά την οποία η χώρα υπέφερε για πάνω από πενήντα χρόνια αιματηρού πολέμου, από τον 20ο αιώνα έως και σήμερα, με την εμπλοκή ανταρτών, παραστρατιωτικών οργανώσεων, του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας και συμμοριών διακίνησης ναρκωτικών( καρτέλ). Πρόκειται για μια ένοπλη σύρραξη που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 260.000 ανθρώπους και δημιούργησε κατάλογο με πάνω από 7.000.000 αγνοούμενους πολίτες. Μαρτυρίες και συνεντεύξεις προκαλούν ρίγος για τον τρόπο ζωής των κατοίκων. Η βία που τροφοδοτήθηκε από το εμπόριο ναρκωτικών εξανάγκασε 5.000.000 Κολομβιανούς σε μετανάστευση και, παράλληλα, κατά προσέγγιση, υπολογίζεται ότι οι αντάρτες των FARC (Fuerza Alternativa Revolucionaria del Comun – Επαναστατική Εναλλακτική Κοινή Δύναμη) έκλεψαν περίπου 13.000.000 στρέμματα γης. Η ηγεσία των FARC, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, φορολογούσε τους παραγωγούς ναρκωτικών και τους λαθρεμπόρους. Η διακίνηση κοκαΐνης, άλλωστε, έχει χαρακτηριστεί ως«το καύσιμο που πυροδοτεί τον πόλεμο».

Βενεζουελάνοι πρόσφυγες στην Κολομβία περπατούν προς τα σύνορα με τη χώρα τους. Στοιχεία αναφέρουν πως περισσότεροι από 12.000 πρόσφυγες από τη Βενεζουέλα έχουν επιστρέψει στην πατρίδα τους μετά την επιβολή περιοριστικών μέτρων, λόγω πανδημίας, από τις κολομβιανές Αρχές.

Εξαιτίας των συγκρούσεων μεταξύ διακινητών ναρκωτικών, υπολογίζεται πως εκτοπίστηκαν περίπου 3.000 άμαχοι, μεταξύ τους και παιδιά, σύμφωνα με στοιχεία για τον Ιανουάριο του 2020. Η Κολομβία καταλαμβάνει την πρώτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης ως προς την παραγωγή κοκαΐνης, με 1.690.000 στρέμματα καλλιεργειών του φυτού, τα φύλλα του οποίου είναι η πρώτη ύλη στη διαδικασία παρασκευής του ναρκωτικού, ειδικά στις διοικητικές περιφέρειες Ναρίνιο και Νόρτε δε Σαντανδέρ, σύμφωνα και με τα εκθέσεις του ΟΗΕ. Η κυβέρνηση της Κολομβίας θεωρεί τη διακίνηση ναρκωτικών ως αιτία της συνεχιζόμενης βίας στη χώρα μετά το 2016, των δολοφονιών τουλάχιστον 303 ηγετών κοινοτήτων και οργανώσεων, καθώς και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος σπαράσσει την Κολομβία, μοιάζει πιο ελεγχόμενος μετά την συμφωνία των FARC.  Οι συρράξεις, ωστόσο, συνεχίζονται για τον έλεγχο ζωνών, όπου καλλιεργούνται κοκαΐνη και μαριχουάνα.

Ως προς τον Covid-19, το υπουργείο Υγείας της Κολομβίας ανακοίνωσε, στις 6 Αυγούστου, ότι τις προηγούμενες εικοσιτέσσερις ώρες καταγράφηκαν σχεδόν δώδεκα χιλιάδες (11.996) επιβεβαιωμένα κρούσματα μόλυνσης από τον ιό Covid-19, αριθμός άνευ προηγουμένου για τη χώρα, αλλά και παγκοσμίως, με το σύνολο των ανθρώπων που έχουν προσβληθεί από το νέο ιό στη χώρα να ανέρχεται στους 357.710. Ακόμη, άλλοι 315 ασθενείς υπέκυψαν το ίδιο διάστημα, με το σύνολο των θανάτων εξαιτίας της πανδημίας του ιού να αγγίζει τους 11.939. Επί συνόλου, 123.875 μολύνσεις έχουν καταγραφεί μόνο στην πρωτεύουσα, Μπογκοτά. Η Κλαούντια Λόπες, δήμαρχος της πρωτεύουσας, ανέφερε στον Τύπο: «Η ασθένεια εξαπλώνεται κάθε μέρα. Εδώ και πάνω από τρεις ημέρες, καταγράφουμε πάνω από 2.000 κρούσματα, σε ημερήσια βάση, ενώ η ταχύτητα εξάπλωσης είναι απόλυτα ανησυχητική».

Απόλυτα λογικό για μια χώρα όπως η Κολομβία, η οποία ήδη υποφέρει πολύ από εσωτερικές διενέξεις και κρατικά προβλήματα, που δεν αφήνουν χώρο για ορθή οργάνωση και προστασία του πολίτη, να μη μπορεί να αντεπεξέλθει και να βρίσκεται σε κορύφωση της πανδημίας, με τόσα πολλά κρούσματα. Η απειλή του ιού άλλαξε παγκοσμίως τα δεδομένα και επέφερε επιπτώσεις σε όλα τα κράτη. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, κρατών, όπως η Κολομβία, όπου οι συνθήκες είναι ήδη δυσχερείς για τους πολίτες, η αντιμετώπιση γίνεται ακόμη δυσκολότερη, με το μέλλον των κατοίκων να διαγράφεται αβέβαιο και την ελπίδα για το καλύτερο, να απομακρύνεται όλο και περισσότερο.


Μάγδα Τσόχα

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη αλλά πλέον σπουδάζει στην Αθήνα, στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Απολαμβάνει τη συμμετοχή σε συνέδρια προσομοίωσης του ΟΗΕ, τον εθελοντισμό και τα προγράμματα εκμάθησης σε χώρες εξωτερικού.