Του Νίκου Μελιτσιώτη,

Το 312 μ.Χ., στη Μουλβία γέφυρα, ο Κωνσταντίνος Α΄ (306 – 337 μ.Χ.) συντρίβει τον Μαξέντιο, μένοντας ο ίδιος μόνος κυρίαρχος του δυτικού τμήματος. Μετά την επικράτησή του, αφοσιώθηκε στην περαιτέρω αναδιάρθρωση της αυτοκρατορίας, μετά την εξαιρετικά επιζήμια κρίση του 3ου αιώνα μ.Χ., συνεχίζοντας το έργο του Διοκλητιανού. Βασικός τομέας, ιδιαίτερα για μια αυτοκρατορία τέτοιας έκτασης, της οποίας τα σύνορα, στις αρχές του 4ου αιώνα, εκτείνονταν από την Ιβηρική χερσόνησο έως τη Μεσοποταμία και από τη νότια Βρετανία έως την Αίγυπτο, είναι αυτός του στρατού και της άμυνας των εκτενέστατων συνόρων.

Η άμυνα της αυτοκρατορίας, τους προηγούμενους αιώνες, μπορεί να χαρακτηριστεί ως προωθημένη περιμετρική, καθώς οι δυνάμεις της αυτοκρατορίας βρίσκονταν τοποθετημένες μόνιμα στη μεθόριο, ενώ το δόγμα του ρωμαϊκού στρατού ήταν να μεταφέρονται οι συγκρούσεις στο έδαφος του αντιπάλου, μετατρέποντας ουσιαστικά την άμυνα σε επίθεση. Βέβαια, η εμφάνιση, τον 3ο αιώνα μ.Χ., φυλών στα σύνορα της αυτοκρατορίας, οι οποίες είχαν ως κύρια δύναμη κρούσης το ιππικό, οδήγησαν την παραδοσιακά στηριζόμενη στο πεζικό των λεγεώνων ρωμαϊκή άμυνα σε σημαντικές ήττες, περίπου έως το 260 μ.Χ.

Ένα πρώτο βήμα για τη βελτίωση της κατάστασης έγινε από τον αυτοκράτορα Γαλλιηνό (253–268 μ.Χ.), ο οποίος προχώρησε στην στρατολόγηση και χρήση ιππέων, κυρίως από την περιοχή του Ιλλυρικού, ενώ αναπροσάρμοσε την άμυνα, εγκαθιστώντας ένα πλέγμα από στρατιωτικές βάσεις στην ενδοχώρα. Τέλος, προχώρησε σε αναδιάταξη της διοίκησης του στρατεύματος, αντικαθιστώντας τους συγκλητικούς με στρατιώτες από το σώμα των ιππέων.

Διοκλητιανός

Την σκυτάλη πήρε, λίγα χρόνια αργότερα, ο θεμελιωτής του συστήματος της Τετραρχίας, ο Διοκλητιανός, ο οποίος δημιούργησε στρατούς εκστρατείας, για κάθε δούκα και καίσαρα, που διοικούσε την αυτοκρατορία, ενώ πήρε ισχύ θεσμού η διάκριση των μονάδων του πεζικού από το ιππικό. Προχώρησε στη διάκριση της πολιτικής από τη στρατιωτική διοίκηση, εισάγοντας τον θεσμό του δούκα. Προώθησε τον στρατό εκ νέου στα σύνορα, εισάγοντας, παράλληλα, νέα σώματα, οργανωμένα σε ζώνες άμυνας, συγκροτώντας μια «άμυνα σε βάθος»:

  • 1η ζώνη: ίλες (ilae) ιππικού και κοόρτεις (cohortes) πεζικού
  • 2η ζώνη: ουεξιλατιώνες (vexillationes) ιππικού
  • 3η ζώνη: λεγεώνες (legiones) πεζικού.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, μετά την επικράτησή του ως μονοκράτορας, διατήρησε στοιχεία του Διοκλητιανού στην στρατιωτική οργάνωση, διανθίζοντάς τα με καινοτομίες, με στόχο πάντα την αποτελεσματική άμυνα της αυτοκρατορίας.

Εφόσον ο ίδιος ήταν ο μοναδικός κυβερνήτης αυτού του αχανούς κράτους, διέλυσε τους στρατούς των Αυγούστων και των Καισάρων, δημιουργώντας έναν ενιαίο και μόνιμο στρατό, τους κομιτατήσιους (comitatenses). Η στρατολόγησή τους, πέραν της ένταξης των στρατιών των Τετραρχών (comitatus), γινόταν είτε με την απόσπαση μεθοριακών δυνάμεων από τα σύνορα, είτε λεγεωνάριων, είτε επικουρικών δυνάμεων, καθώς και με την στρατολόγηση βαρβάρων. Η δομή του στρατού αυτού αποτελείτο από λεγεώνες των 1.000 ανδρών, με συνοδεία τόσο σώματος ιππικού των 500 ανδρών όσο και παλατινών επικουρικών δυνάμεων των 500–700 ανδρών. Όσον αφορά τη διοίκηση του στρατού, αφαίρεσε από πρόσωπα με πολιτική εξουσία τη διοίκηση, δίνοντάς τη σε 2 στρατηλάτες (magistri militum), έναν για το πεζικό (magistri peditum) και έναν για το ιππικό (magistri militum). Φυσικά, αντίστοιχες αλλαγές έγιναν και στις χαμηλότερες βαθμίδες του πολυδαίδαλου ρωμαϊκού στρατού, πάντα όμως με την παρουσία του στρατηγού–αυτοκράτορα στη δεδομένη ηγετική θέση.

Στον τομέα των μεθοριακών δυνάμεων, ο Κωνσταντίνος Α΄ διατήρησε τον θεσμό των λιμιτανέων (limitanei). Πρόκειται, ουσιαστικά, για στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν μόνιμα εγκατεστημένοι στα σύνορα και τους είχε παραχωρηθεί ως αμοιβή γεωργικός κλήρος, τον οποίο καλλιεργούσαν και συντηρούσαν τους εαυτούς τους και την οικογένειά τους. Σε αυτούς εντάσσονταν οι προαναφερθείσες δυνάμεις, τις οποίες ο Διοκλητιανός προώθησε στα σύνορα και διαίρεσε σε ζώνες άμυνας. Απαντώνται, επίσης, με το όνομα ριπάριοι (ripeness) από την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄, το οποίο προέρχεται από τη λατινική λέξη ripa, που σημαίνει όχθη, καθώς ένα σημαντικό μέρος των συνόρων ήταν παραποτάμια.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να τονιστεί πως, στο μέτωπο του Δούναβη, ο Κωνσταντίνος αναδιοργάνωσε, σε μεγάλο βαθμό, τόσο τα οχυρωματικά έργα, όσο και τη διάταξη των δυνάμεων, ισχυροποιώντας τα. Με αυτό τον τρόπο, προστάτευε ένα καίριο σημείο των συνόρων του και θωράκιζε την ευρύτερη περιοχή της νέας του πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης.

Κωνσταντίνος Α΄

Στον τομέα της προσωπικής φρουράς του αυτοκράτορα, ο Κωνσταντίνος προχώρησε σε ριζική αναδιάρθρωση αυτής καταργώντας, μετά τη νίκη του στη Μουλβία Γέφυρα επί του Μαξεντίου, την πραιτοριανή φρουρά. Στη θέση της, ιδρύθηκαν οι σχολές (scholae), οι οποίες στελεχώνονταν από Γερμανούς συμμάχους και αποτελούσαν τη μόνιμη συνοδεία του αυτοκράτορα. Επίσης, ιδρύθηκαν και οι δομέστικοι προτίκτορες (protectores domestici), οι οικείοι προστάτες του αυτοκράτορα, οι οποίοι αποτελούσαν μια «σχολή» ανώτερων αξιωματικών και στελέχωναν, μετά από κατάλληλη εκπαίδευση, τις διοικητικές θέσεις του ρωμαϊκού στρατού.

Αποτιμώντας το έργο του Κωνσταντίνου Α΄ στον στρατιωτικό τομέα μπορούμε να εξάγουμε τα εξής συμπεράσματα:

  1. Με τη δημιουργία μιας ισχυρής εφεδρείας στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, ο Κωνσταντίνος εξασφάλιζε μια πολυεπίπεδη άμυνα και μια ισχυρή εφεδρεία, έτοιμη να συνδράμει τις μεθοριακές δυνάμεις, όποτε χρειαζόταν. Επίσης, με τον στρατωνισμό των κομιτατησίων στα μεγάλα αστικά κέντρα, ο αυτοκράτορας προστατευόταν και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι θα επιθυμούσαν με στάση να σφετεριστούν την εξουσία.
  2. Οι λιμιτάνεοι, αν και στην πορεία μεταβλήθηκαν σε δυνάμεις αστυνόμευσης των συνόρων, είχαν πολύ σημαντικό ρόλο, κυρίως με την ικανότητα τους να αποκρούουν μικρής ή μεσαίας έκτασης επιδρομές και επιθέσεις. Επίσης, μπορούσαν να προβάλουν σθεναρή αντίσταση σε μια ανώτερη κατάσταση, δίνοντας χρόνο στις ισχυρές εφεδρικές δυνάμεις να σπεύσουν προς ανακούφισή τους.
  3. Η κατάργηση της πραιτοριανής φρουράς, η οποία είχε αποκτήσει τρομερή δύναμη και αποτελούσε, σε αρκετές περιπτώσεις, παράγοντα αποσταθεροποίησης της εξουσίας, αναγορεύοντας ή κατεβάζοντας αυτοκράτορες, έδωσε χώρο για την εμφάνιση των σχολών και, πιο σημαντικό, των προτικτόρων. Η ύπαρξη και εκπαίδευση των τελευταίων, στους οποίους, με την πάροδο του χρόνου, εντάσσονταν οι γόνοι των αξιωματούχων της αυλής, εξασφάλιζε την ύπαρξη εκπαιδευμένης και έμπειρης διοίκησης του ρωμαϊκού στρατού, καθιστώντας τον περισσότερο αξιόμαχο και αποτελεσματικό.
  4. Αν και προσθήκη προηγούμενων αυτοκρατόρων, η διατήρηση των δυνάμεων ιππικού και η ενίσχυση αυτών με βοηθητικές δυνάμεις οδήγησαν στην καλύτερη αλληλοκάλυψη μεταξύ των σωμάτων και την αύξηση της αποτελεσματικότητας των λεγεώνων. Επίσης, με αυτή την πολυμορφία μπορούσαν με περισσότερη ευκολία να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερο εύρος αντιπάλων.

Οι μεταρρυθμίσεις, που εισήγαγε ή διατήρησε ο Μέγας Κωνσταντίνος, αποτέλεσαν, για αρκετούς αιώνες, έναν παράγοντα σταθερότητας και δυναμικής, τόσο στον αμυντικό όσο και στον επιθετικό πόλεμο, έως την εμφάνιση του θεσμού των θεμάτων, περίπου τον 6ο αιώνα μ.Χ.


Βιβλιογραφία

  • Μηνασίδης Χ., «Οι στρατιωτικές μεταρυθμίσεις του Μεγάλου Κωνσταντίνου» σε Συλλογικό έργο Ιστορικά Θέματα, τεύχος 24, Αθήνα: Γνώμων Εκδοτική σσ. 36–51
  • Καρδαράς Γ., (2013), Βυζάντιο η πραγματική ιστορία της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας, Αθήνα: Γνώμων Εκδοτική, σσ. 14–17
  • Alfoldy G., «Η αναδιοργάνωση του Ρωμαϊκού κράτους επί Διοκλητιανού και επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου» σε Συλλογικό έργο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Ελληνισμός και Ρώμη (Γ) τόμος 16 Αθήνα: Εκδόσεις Παραπολιτικά σσ. 196–197
  • Βακαλούδη Α., «Η μονοκρατορία του Μ. Κωνσταντίνου» σε Συλλογικό έργο Ιστορία των Ελλήνων Βυζαντινός Ελληνισμός Πρωτοβυζαντινοί Χρόνοι, τόμος 6 Αθήνα: Εκδόσεις Δομή σσ. 50–78

Νίκος Μελιτσιώτης

Γεννήθηκε το 1997 στην Καλαμάτα και είναι επί πτυχίω φοιτητής στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Συμμετείχε σε αρχαιολογικά και ιστορικά συνέδρια και ημερίδες ως εισηγητής και εθελοντής. Είναι ένθερμος μελετητής της Βυζαντινής Ιστορίας. Ασχολείται με τον παραδοσιακό χορό και τη συλλογή και μελέτη νομισμάτων.