Της Μαρίας Φράγκου,

Οι εχθροπραξίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945) ξεκινούν. Η Ευρώπη καταρρέει μπροστά στη γερμανική απειλή, αφού η Γερμανία σκοπεύει είτε να απαλλαγεί από τους επαχθείς όρους που της επιβλήθηκαν από τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1919) είτε να διεκδικήσει μαζί με τις υπόλοιπες χώρες του φασιστικού άξονα (Ιταλία, Ιαπωνία) την απόλυτη κυριαρχία του κόσμου με αρχηγό τον Αδόλφο Χίτλερ. Οι συμμαχικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία) σταδιακά αποδυναμώνονται μπροστά στις δυνάμεις του άξονα, αλλά η Βρετανία, ως η ισχυρότερη συμμαχική και ναυτική δύναμη, οφείλει επί Ουίνστον Τσόρτσιλ να αντικρούσει έναν εχθρό τεράστιας δύναμης, για τη σωτηρία όλου του κόσμου.

Πιο συγκεκριμένα, ως τις 10 Μαΐου 1940, την πρωθυπουργία είχε αναλάβει ο Νέβιλ Τσάμπερλεν, Βρετανός συντηρητικός πολιτικός του οποίου η πολιτική έμεινε στην ιστορία ως πολιτική κατευνασμού. Ύστερα λοιπόν από την αποτυχία του, τόσο στη συμφωνία του Μονάχου το 1938 (όριζε ότι η Τσεχοσλοβακία θα έδινε κάποια εδάφη της Σουδητίας στη Γερμανία με αντάλλαγμα η Γερμανία να μην εισβάλει στην υπόλοιπη χώρα), όσο και στη γερμανική εισβολή στη Νορβηγία, όπου υπήρξε αδυναμία των βρετανικών στρατευμάτων να αποκρούσουν τα γερμανικά στρατεύματα, οδηγήθηκε σε παραίτηση. Τον διαδέχεται άμεσα ο Βρετανός πολιτικός και στρατιωτικός Τσόρτσιλ, του οποίου η πολιτική για τουλάχιστον μια δεκαετία (1929-1939) θεωρήθηκε εκκεντρική ως προς την επιθετική στάση που πρότεινε εναντίον της Γερμανίας. Με κόμμα συνασπισμού, μα αποφασισμένος για νίκη, υλοποιεί την πολιτική του.

Ουίνστον Τσόρτσιλ

Καταρχάς, για να αντιμετωπίσει επιτυχώς τον αντίπαλο, όφειλε πρώτα να προετοιμάσει και να εμψυχώσει τον λαό, ώστε να τον έχει σύμμαχο στη δοκιμασία που θα ακολουθούσε. Χαρακτηριστικό έχει μείνει το διάγγελμά του στον βρετανικό λαό (10/05/1940) όπου με επίκληση στο συναίσθημα, ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει άλλη λύση για επιβίωση πέρα από τον πόλεμο. «Δεν έχω τίποτα άλλο να σας προσφέρω εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα. Έχουμε μπροστά μας ένα μαρτύριο της πιο οδυνηρής μορφής», ήταν κάποια από τα ακριβή του λόγια για να φέρει σε ενότητα τον βρετανικό λαό κατά τη δυσάρεστη πορεία του πολέμου στους πρώτους μήνες και να πετύχει την εσωτερική πολιτική του. Άλλωστε, με έναν ενωμένο βρετανικό λαό που αντιστέκεται σθεναρά, του ήταν πιο εύκολο να προκαλέσει τη συμμετοχή των ΗΠΑ ως υποστηρικτή του στον πόλεμο.

Ωστόσο, τον καθοριστικό ρόλο για τη νίκη θα έπαιζαν τα στρατεύματα σε θάλασσα, ξηρά κι εναέρια περιοχή. Από την πρώτη κιόλας μέρα κήρυξης του πολέμου για τη Μεγάλη Βρετανία (3/09/39 και ώρα 21:00) το 13.500 τόνων ατμόπλοιο “Athenia” που έπλεε προς τη Νέα Υόρκη ξαφνικά εκρήγνυται με θύματα 112 επιβάτες, 28 από τους οποίους ήταν Αμερικανοί. Δύο μέρες μετά, βυθίζεται και δεύτερο πλοίο “Royal Sceptre” και μαζί αποτέλεσαν τα πρώτα από τα 2.603 πλοία που θα βυθίσουν τα υποβρύχια του Χίτλερ μεταξύ 1939-1945. Ωστόσο, η γενική εικόνα δείχνει ότι ο γερμανικός στόλος, παρά την αριθμητική υπεροχή του, δεν ήταν ικανός να κυριαρχήσει, αλλά ούτε και ο βρετανικός είχε το ίδιο κύρος με το 1914 (1914-1918, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος). Τα μεγάλα πλοία τύπου “King George” εμφανίστηκαν το 1941. Όλα αυτά συνδυάζονται με λιγοστές μάχες στην ξηρά, αφού ο γερμανικός στρατός είχε μόλις αρχίσει να ανασυγκροτείται, ενώ η Βρετανία ήταν κατεξοχήν ναυτική δύναμη. Πλέον, το ναυτικό είναι πιο αδύναμο, ενώ η αντίληψη του 1916 ότι το πυροβολικό κατακτά και το πεζικό καταλαμβάνει, δίνει τη θέση της στην κυριαρχία της αεροπορίας.

Πράγματι, η αντίληψη αυτή επιβεβαιώνεται με τη Μάχη της Αγγλίας (13/08/1940). Με τον όρο αυτόν εκφράζεται η προσπάθεια της γερμανικής αεροπορίας Lutwaffe να νικήσει τη Βρετανική Βασιλική Αεροπορία (Royal Air Force) για να υλοποιηθεί η επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέων» ώστε να αποβιβαστούν οι γερμανικές δυνάμεις στα βρετανικά νησιά. Πρόκειται για μια μάχη μεγάλης ιστορικής σημασίας που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την έκβαση του πολέμου. Αποτέλεσε μάχη κυρίως σε εναέρια περιοχή και βέβαια ήταν άνιση, καθώς η γερμανική αεροπορία διέθετε 2.669 πολεμικά αεροσκάφη παντός τύπου. Παρ’ όλα αυτά, η Μεγάλη Βρετανία όντας ισχυρή δύναμη, διέθετε μέσα για την αναγνώριση των φιλικών κι εχθρικών αεροσκαφών (Identification Friend or Foe), πράγμα που οι γερμανικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να υιοθετήσουν ή να περιορίσουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Τσόρτσιλ απέφυγε απώλειες και χάρισε στη χώρα του αλλά και στις συμμαχικές δυνάμεις την πολυπόθητη νίκη εναντίον του γερμανικού ζυγού.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική του, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, στην προσπάθειά του να διευκολύνει τον βρετανικό αγώνα, επισκέφθηκε μεταξύ 1941 και 1945 πέντε φορές τον πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Ρούσβελτ και δύο φορές τον Ιωσήφ Στάλιν στη Μόσχα. Υπήρξαν επίσης συναντήσεις στο Κάιρο, στην Τεχεράνη, καθώς και η διάσκεψη της Γιάλτας (4-11Φεβρουαρίου 1945, οι νικητές του πολέμου ορίζουν τη μορφή του μεταπολεμικού κόσμου) για τη συμφωνία μεταξύ Ρούσβελτ-Τσόρτσιλ και Στάλιν. Με τον τρόπο αυτό, διασφάλισε τη διατήρηση της ειρήνης ύστερα από τη νίκη του στη Μάχη της Αγγλίας.

Οι Ρούσβελτ, Τσόρτσιλ και Στάλιν.

Επομένως, ύστερα από την ήττα της συμμαχικής Γαλλίας και την εισβολή των Γερμανών στη Νορβηγία και τις Κάτω Χώρες, ο Τσόρτσιλ αναλαμβάνει μόνος την αντιμετώπιση των Γερμανών. Όντας δυναμικός, αποφασιστικός ηγέτης κι οργανώνοντας την εσωτερική κι εξωτερική πολιτική του, βγήκε νικητής, τόσο για τη χώρα του όσο και για την ανθρωπότητα. Παρέμεινε μαχητικός και δραστήριος ως το τέλος, γι’ αυτό ίσως δίκαια ονομάστηκε από πολλούς ως «Πατέρας της νίκης».


Βιβλιογραφία


Μαρία Φράγκου

Γεννήθηκε στις 15/01/2001 και είναι φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Ενδιαφέρεται για υποθέσεις διεθνούς πολιτικής και ιστορίας, πάνω στις οποίες έχει παρακολουθήσει σεμινάρια. Μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τώρα διδάσκεται ιταλικά και ρωσικά.