Της Στεφανίας-Μαρίας Νικηταρά,

Σε ένα διεθνές περιβάλλον, κατά το οποίο υπάρχει σύγκρουση, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, των πολιτισμικών χαρακτηριστικών, η άσκηση θρησκευτικής πολιτικής αποτελεί ένα αξιόλογο εργαλείο για την εκάστοτε χώρα. Η παγκοσμιοποίηση έχει οδηγήσει σε μία σχετικοποίηση και αποδόμηση αξιών και παραδόσεων που σχετίζονται με τον πολιτισμό, γενικότερα, και τη θρησκεία, ειδικότερα. Όπως έχει υποστηρίξει ο ειδικός στην κοινωνιολογία, Jose Casanova, η θρησκεία αφορά σε διαμάχες για τις αξίες στην κοινωνία των πολιτών μέσα σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία (Θ. ΛΙΠΟΒΑΤΣ, 2002). Η εν λόγω «διαμάχη» αξιοποιείται από την Τουρκία, προκειμένου να προωθηθεί η δική της επιρροή στο μουσουλμανικό κόσμο και να εξυπηρετηθούν τα δικά της συμφέροντα. 

Η θρησκευτική πολιτική που ασκεί η μουσουλμανική χώρα αφορά, κυρίως, στο νεαρό πληθυσμό της, αλλά και στις ομόθρησκες μειονότητες παγκοσμίως. Οι πιο σημαντικοί φορείς, που συμβάλλουν στην άσκηση της τουρκικής θρησκευτικής πολιτικής, είναι το ίδρυμα Diyanet, που λειτουργεί υπό την αιγίδα της τουρκικής Διεύθυνσης θρησκευτικών υποθέσεων (Diyanet), η τουρκική Υπηρεσία Συνεργασίας και Συντονισμού και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις με μουσουλμανικό υπόβαθρο. Οι συγκεκριμένες υπηρεσίες και ΜΚΟ έχουν ενισχυθεί από  την κυβέρνηση νομοθετικά και διοικητικά, ενώ, ταυτόχρονα, μετά το πραξικόπημα του 2016, έχουν γίνει οι απαραίτητες διοικητικές «εκκαθαρίσεις». Η Diyanet λειτουργεί περίπου έναν αιώνα, ενώ ο ρόλος της στο κράτος εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται η εκάστοτε κυβέρνηση το ρόλο της θρησκείας στη μουσουλμανική χώρα, στη βάση των δύο κύριων ρευμάτων, του εκδυτικισμού και του ισλαμισμού.

Το 1980, η συγκεκριμένη υπηρεσία επέκτεινε τη δραστηριότητά της στην Ευρώπη, με σκοπό να προωθήσει την εκκοσμίκευση του Ισλάμ. Από το 2010 και έπειτα ο ρόλος της Diyanet και του ιδρύματός της έχουν ενισχυθεί ιδιαίτερα, σε συνδυασμό με την εκλογή ενός προέδρου που είναι αφοσιωμένος στους σκοπούς του κυβερνώντος κόμματος, Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Το ίδρυμα Diyanet έχει ως βασικές αρμοδιότητες την οργάνωση ταξιδιών για το ετήσιο προσκύνημα στη Μέκκα (Haj), την έκδοση βιβλίων και τη μετάφραση του Κορανίου σε διάφορες γλώσσες, και τη χορήγηση υποτροφιών σε φοιτητές για να σπουδάσουν στην Τουρκία. Οι περιοχές που δραστηριοποιείται είναι η Λατινική Αμερική, η Αφρική, τα Βαλκάνια  και η Κεντρική Ασία. 

Ένας επιπλέον τρόπος άσκησης της τουρκικής θρησκευτικής πολιτικής σχετίζεται με την ανοικοδόμηση οθωμανικών πολιτιστικών μνημείων. Ενδεικτικά παραδείγματα μνημείων που έχουν ανοικοδομηθεί είναι στην Ουγγαρία, όπου οι ερευνητές ανακάλυψαν το τζαμί και το ναό όπου θάφτηκαν τα όργανα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή το 1566, ενώ στην Βουλγαρία, μέχρι το 2018, είκοσι επτά τζαμιά ήταν σε αναμονή για να ανοικοδομηθούν. Η τουρκική Υπηρεσία Συνεργασίας και Συντονισμού είχε αναλάβει τα εν λόγω έργα. Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη υπηρεσία, οι προτεραιότητες της δράσης της σχετίζονται με τη συνειδητοποίηση μίας «κοινής ιστορίας» ανάμεσα στην Τουρκία και στις χώρες που αποτελούν προγονικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η χρηματοδότηση, δε, που έχει λάβει από την κυβέρνηση αναδεικνύει ότι πρόκειται για υπηρεσία νευραλγικής σημασίας. Συγκεκριμένα, ενώ το 2002 η αναπτυξιακή βοήθεια που έλαβε από το κράτος ήταν 85 εκατομμύρια δολάρια, το 2017 το πόσο έφτασε τα 8,2 δις δολάρια. Η επέκταση της δραστηριότητας της υπηρεσίας έχει φτάσει πλέον τις 150 χώρες.  

Η παροχή ιατροφαρμακευτικών υλικών και τροφίμων από ΜΚΟ που υποστηρίζουν το Ισλάμ σε χώρες της Αφρικής αποτελεί ένα ακόμα μέσο άσκησης της θρησκευτικής επιρροής της Τουρκίας. Παράλληλα, οι ΜΚΟ που προασπίζουν τα θρησκευτικά τουρκικά συμφέροντα, αναλαμβάνουν την οικοδόμηση σχολείων και ορφανοτροφείων σε χώρες, όπως το Τσάντ, η Αιθιοπία, η Νιγηρία και άλλες. Μάλιστα, ορισμένες από αυτές τις χώρες επιθυμούν την υιοθέτηση τουρκο-ισλαμικού μοντέλου εκπαίδευσης, όπως αυτό που ακολουθεί η Τουρκία με τα θρησκευτικά σχολεία «Imam Hatip», προτεραιότητα των οποίων είναι η απόκτηση θρησκευτικής και επιστημονικής μόρφωσης των μαθητών. Παρά την επένδυση της Τουρκίας στη θρησκευτική «ενίσχυση» των νέων γενεών τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, η κυβέρνηση της σουνιτικής χώρας αντιμετωπίζει, πολλές φορές, αντιδράσεις στις πολιτικές που ασκεί από τη λεγόμενη «γενιά Ζ». Η συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση του πολιτικού αποτελέσματος, εφόσον οι εκλογές στην Τουρκία διεξαχθούν το προγραμματισμένο έτος 2023.

Το τελευταίο μέσο, με το οποίο η Τουρκία ασκεί τη θρησκευτική της πολιτική, περιλαμβάνει το χτίσιμο τζαμιών σε διάφορες χώρες, καθώς, με αυτό τον τρόπο, οι πιστοί μπορούν να ασκούν πιο εύκολα τη λατρεία τους.  Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της πρακτικής αποτελεί το Κόσοβο, με τη χρηματοδότηση του τζαμιού από την Ισλαμική Κοινότητα της Τουρκίας. Παρά τη μουσουλμανική πλειοψηφία, η τοπική κοινότητα αντέδρασε στα μέσα Ιουλίου με διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Πρίστινα σχετικά με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία και τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Σύμφωνα με τον Lulzim Peci, ιδρυτή του Ινστιτούτου Έρευνας Πολιτικής και Ανάπτυξης του Κοσόβου, η παρουσία της Diyanet με το χτίσιμο των τζαμιών στοχεύει στη διάδοση του οράματος του Ισλάμ, όπως το αντιλαμβάνεται ο πρόεδρος της Τουρκίας. 

Η δεύτερη περίπτωση, όπου η θρησκευτική πολιτική της Τουρκίας έχει προκαλέσει εντάσεις, αφορά στην Βουλγαρία. Καθώς πρόκειται για μια χώρα που αποτελούσε επίσης έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μουσουλμανική παρουσία είναι έντονη, τόσο πολιτιστικά, όσο και δημογραφικά. Ως προς το πληθυσμιακό στοιχείο, η Βουλγαρία έχει τη μεγαλύτερη μουσουλμανική μειονότητα στην Ευρώπη με 7,5 εκατομμύρια (ήτοι το 15% του συνολικού πληθυσμού). Βάσει μίας συμφωνίας ανάμεσα στην Βουλγαρία και την Τουρκία του 1998, η τελευταία πλήρωνε τους μισθούς για 600 ιμάμηδες των τζαμιών της Βουλγαρίας. Το 2017, η βουλγαρική πλευρά προχώρησε σε ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας, γεγονός που συνετέλεσε στην έντονη ρήξη ανάμεσα στις δύο χώρες, ενώ το 2016 ο πρέσβης της Τουρκίας στην Βουλγαρία,  Uğur Emiroğlu, ανακηρύχθηκε από το βουλγαρικό κράτος persona non grata.

Η ήπια «διπλωματία» που ασκεί η Τουρκία μέσα από τη θρησκεία αναδεικνύει την περιρρέουσα πολιτισμική «σύγκρουση» ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Η Τουρκία, επιδιώκοντας να αυξήσει την επιρροή της στο μουσουλμανικό κόσμο και ανταγωνιζόμενη τη Σαουδική Αραβία, επιθυμεί να γίνει ένας μουσουλμανικός «ηγεμόνας», μη διστάζοντας να μετατρέψει το ναό της Αγίας Σοφίας σε τζαμί και αναβιώνοντας το ρεύμα του οθωμανισμού. Στην περίπτωση της Βουλγαρίας, προκειμένου να εξομαλυνθούν οι σχέσεις με την Τουρκία, η τελευταία προχώρησε στην ανοικοδόμηση του ναού του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη, προσκαλώντας τον πρωθυπουργό της Βουλγαρίας, Β. Borissov, στα εγκαίνια. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το «αντιστάθμισμα» στην πρακτική της μουσουλμανικής χώρας είναι η τέλεση λειτουργίας στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά τον Δεκαπενταύγουστο. Η ήπια θρησκευτική «διπλωματία» που ασκεί η Τουρκία φανερώνει ότι οι θρησκευτικές προτεραιότητες της χώρας επηρεάζονται και από οικονομικά συμφέροντα.

Εν κατακλείδι, η επένδυση της Τουρκίας στην εκπαίδευση των νέων και στην ενίσχυση της πίστης της διασποράς με όλα τα προαναφερθέντα μέσα, όπως και των ακραίων θρησκευτικών στοιχείων στο εσωτερικό της χώρας δημιουργεί ένα πολιτισμικό «προβάδισμα» της Ανατολής, με ένα διαφορετικό σουνιτικό πρίσμα που προβάλλει η Τουρκία σε σχέση με την Σαουδική Αραβία.


Μαρία-Στεφανία Νικηταρά

Φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου και δόκιμη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων. Ασχολείται με τη συγγραφή κειμένων επιστημονικού περιεχομένου και με τον εθελοντισμό.